• ΕΠΙ ΤΟΥ ΠΙΕΣΤΗΡΙΟΥ...

  • Αριθμός ταινιών: 22315
  • Αριθμός συν/τών: 759967
  • Πρόγραμμα 300 Κινηματογράφων και 18 τηλεοπτικών σταθμών
Ταινίες - Κριτική από το Cine.gr


New York Stories (1989)

- Μεταφρασμένος Τίτλος:
Ιστορίες της Νέας Υόρκης

Δραμεντί | 124' | Κατάλληλο, επιθυμητή γονική συναίνεση
Πρεμιέρα στην Ελλάδα: Πεμ 16 Νοε 1989
Χρώμα: Έγχρωμο
Ήχος: Mono
Γλώσσα: Αγγλικά
  Δημοτικότητα: 0.12 %
Αξιολόγηση: 7.63/107.63/107.63/107.63/107.63/107.63/107.63/107.63/10   (7.63/10)
Aντιφατικότητα ψήφων: Μέση (Συμφωνία ψήφων μεταξύ 50 και 75%)




- Υπότιτλος:

Μια πόλη. Τρεις ιστορίες ύψος.

 

- Κριτική από το Cine.gr:


CineGourmet


Η ταινία : New York Stories (1989)


&


το πιάτο : τρίο mousse : σοκολάτα, μόκα, μάνγκο




Όσοι έτυχε να έχουν δει την ταινία «New York Stories» (1989), σε πρώτη προβολή, ίσως να θυμούνται και εκείνη τη χλιαρή αναστάτωση, που είχε προκαλέσει τότε.

Ο κόσμος περίμενε με ενδιαφέρον και ανυπομονησία να βγει το έργο στις αίθουσες, μια και αποτελούσε μιαν ανθολογία ταινιών μικρού μήκους, από τους τρεις σπουδαιότερους (της γενιάς τους τουλάχιστον) αμερικανούς σκηνοθέτες : τον Martin Scorsese, τον Francis Ford Coppola και τον Woody Allen. Η πρόθεση της παραγωγής ήταν να παρουσιαστούν τρεις βασικές πτυχές της Νεοϋορκέζικης κοινωνίας, που όριζαν λίγο-πολύ, τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της πόλης, η οποία έμελλε, μέσα στα επόμενα χρόνια, να μονοπωλήσει με αδιαμφισβήτητο τρόπο, τον τίτλο της παγκόσμιας πολιτιστικής πρωτεύουσας.

Οι τρεις αυτές πτυχές ήταν α) ο κόσμος της τέχνης και τα αδιέξοδα όσων ζουν μέσα σ` αυτόν, β) τα άγχη που προκαλεί η διάσπαση της βασικότερης κοινωνικής δομής, δηλαδή της οικογένειας. γ) η όξυνση που προκαλεί το αστικό (με την πολεοδομική έννοια της λέξης) περιβάλλον στις ανθρώπινες νευρώσεις. Ταυτόχρονα η ταινία «επιδεικνυόταν» (χωρίς αυτό να διατυμπανίζεται) ως tour de force (βλ. πράξη που αποδεικνύει τη δύναμη) του λεγόμενου “east coast way”, δηλαδή του αντίποδα της χολιγουντιανής παραγωγής και του Καλιφορνέζικου τρόπου σκέψης.

Άλλωστε, ακόμα και η ίδια η σπονδυλωτή δομή της ταινίας, με τις τρεις ταινίες μικρού μήκους, που γυρίζονται σε μια περίοδο, που το ενδιαφέρον όλων είναι στραμμένο στις υπερπαραγωγές, είναι μια ένδειξη αυτή της πρόθεσης των παραγωγών να κάνουν μία συμβατική αντιπρόταση, στο συμβατικό σινεμά της εποχής τους, αναπαράγοντας μια «φόρμα ταινίας» που είναι ιδιαίτερα συνδεδεμένη με το «ποιοτικό» ευρωπαϊκό σινεμά της δεκαετίας του 1960 .

Τελικά, (στην Ελλάδα τουλάχιστον) η ταινία κατάφερε μόνο να διχάσει το κοινό (πες, για μια ολόκληρη εβδομάδα), σ` εκείνους που απογοητεύτηκαν εντελώς και σ` εκείνους που αναζήτησαν και βρήκαν τις κρυμμένες ποιότητες της και επιπλέον, προσπάθησαν να τις υπερασπιστούν.

Βλέποντας την κανείς σήμερα, δηλαδή ανεπηρέαστος από τις «προκαταλήψεις του εκνευρισμένου απαιτητικού πελάτη» που διακατείχαν το κοινό που την είδε στην εποχή της, θα μπορέσει να παρατηρήσει και να απολαύσει ορισμένα στοιχεία της, που ίσως καταποντίστηκαν αδίκως, μέσα στην κατσούφα διάθεση της τότε συγκυρίας.

Μπορεί δηλαδή κανείς σήμερα, να αναγνωρίσει και να παρακολουθήσει με ευχαρίστηση, την νευρική και αεικίνητη σκηνοθετική ματιά του Scorsese. Τη λεπτότητα και την εσωτερικότητα της προσέγγισης της Sofia Coppola που σε νεαρή ηλικία (μόλις 17 ετών), συνυπογράφει μαζί με τον μπαμπά της, το σενάριο της δεύτερης ταινίας. Και τέλος, πάνω απ΄ όλα, να γελάσει με μια από τις πιο αστείες ιστορίες που γύρισε ποτέ ο Woody Allen.



Η υπόθεση : 1) «Life lessons» του Martin Scorsese. Ένας διάσημος ζωγράφος ο Lionel Dobie (Nick Nolte) ετοιμάζεται για μια έκθεση του. Ξαναβρίσκεται με την κατά πολύ νεότερη φίλη του Paulette (Rosanna Arquette) η οποία δέχεται να ξαναζήσει μαζί του με την προϋπόθεση ότι η σχέση τους θα είναι μόνο επαγγελματική. Ο Lionel αγαπάει την Paulette αλλά δεν μπορεί να της πει ψέματα ότι εκτιμά την τέχνη της. Η δυναμική της σχέσης τους περιπλέκεται όταν ο Lionel γνωρίζει τον κατά πολύ νεότερο του εραστή της Paulette.

2) «Life Without Zoë» του Francis Ford Coppola. H Zoë (Heather McComb) είναι δώδεκα ετών και ζεί μόνη της στο περίφημο υπερπολυτελές ξενοδοχείο Sherry-Netherland hotel. Οι γονείς της είναι χωρισμένοι και ταξιδεύουν συνέχεια. Ο πατέρας της Claudio (Giancarlo Giannini) είναι ένας διάσημος φλαουτίστας και η μητέρα της Charlotte (Talia Shire – αδελφή του Coppola) εργάζεται στο χώρο της μόδας. Η Zoë έχει καταφέρει να δημιουργήσει ένα μικρόκοσμο για να μην αισθάνεται μόνη και παραμελημένη, στον οποίο μεταξύ άλλων συμμετέχουν ένας μικρός πρίγκηπας και ο μπάτλερ του ξενοδοχείου Hector (Don Novello). Στην πραγματικότητα όμως, αυτό που αποζητά η Zoë είναι να ξαναβρεθεί στην αγκαλιά των γονιών της όπως τότε που ήταν όλοι αγαπημένοι.

3) «Oedipus Wrecks» του Woody Allen. Ο Sheldon Mills (Woody Allen), είναι ένας πενηντάρης δικηγόρος εβραϊκής καταγωγής που υποφέρει από τις παρεμβάσεις που κάνει συνεχώς η μητέρα του (Mae Questel) στη ζωή του, ειδικά σε ότι αφορά τη σχέση του με την ερωμένη του Lisa (Mia Farrow). Στη διάρκεια ενός θεάματος που παρακολουθούν, ένας ταχυδακτυλουργός εξαφανίζει τη μητέρα του και ο Sheldon αρχίζει να ελπίζει ότι θα ζήσει μια ήρεμη ζωή πλάι στην αγαπημένη του μέχρι που…



Αλήθειες και ψέματα για την ταινία


Ο Scorsese αφιερώνει ένα μεγάλο μέρος της ταινίας παρατηρώντας τον ήρωα του Lionel να ζωγραφίζει. Αλήθεια. Σε πολλά σημεία η κάμερα μοιάζει σαν να είναι δεμένη στο πινέλλο του καλλιτέχνη. Άλλες φορές πάλι, κοιτάζει το έργο από απόσταση, ή υπό γωνίες που σχεδόν προκαλούν ζαλάδα στο θεατή. Πολύ τακτικά όμως, η κάμερα παρακολουθεί σχεδόν εξ επαφής το αντικείμενο της και πολλές φορές γίνεται cut ενόσω η κίνηση της δεν έχει ολοκληρωθεί. Όλα αυτά αποδίδουν τέλεια τη νευρικότητα της σκηνοθεσίας, αλλά και εκείνη του ήρωα, ο οποίος στη ζωή του, δεν θεωρεί τίποτα εφησυχασμένο και κατασταλαγμένο. Τα πλάνα είναι συχνά σκοτεινά και η μουσική επένδυση προσθέτει ένα λυρισμό, αλλά συγχρόνως και έναν περίεργο, ανεξήγητο και σχεδόν απόκοσμο τόνο στις σκηνές.

Γενικώς μπορεί να πει κανείς ότι η συγκεκριμένη ταινία είναι ένα εξαιρετικό υπόδειγμα του πώς ο Scorsese δίνει σφυγμό στα έργα του.

Ο Scorsese παρουσιάζει τα παιχνίδια εξουσίας που διαδραματίζονται στην ερωτική ιστορία του Lionel και της Paulette σαν προεκτάσεις της αγωνιώδους προσπάθειας του καλλιτέχνη να επιβληθεί στο έργο του και στην πηγή της έμπνευσης του. Αλήθεια.

Αυτό φαίνεται καθαρά, στα σημεία που ο Lionel αναφέρεται με ιδιαίτερα συγκαταβατικό τρόπο στον εραστή της Paulette, αλλά και στις απεγνωσμένες προσπάθειες της κοπέλας να ξεφύγει από την κτητικότητα του. Η Paulette είναι για τον Lionel ένα τρόπαιο. Είναι το θήραμα με το οποίο το λιοντάρι «παίζει» για λίγο, πριν τελικά το καταβροχθίσει (δεν είναι τυχαία η παρομοίωση, δεδομένου ότι είναι πολύ σαφής ο παραλληλισμός του ονόματος Lionel με τη λέξη lion). Ο Lionel νιώθει μοναξιά και ανασφάλεια αλλά το πραγματικό του πρόβλημα δεν είναι ότι αναζητά την Paulette, για να του καλύψει αυτές τις ανάγκες του. Αυτό που τον κατατρώει είναι ο «μηχανισμός» της δημιουργίας, η «πάλη σώμα με σώμα», με τον τεράστιο καμβά.

Η σχέση της Zoë Στο δεύτερο κομμάτι «Life Without Zoë» με τον μπάτλερ του ξενοδοχείου θυμίζει κάτι που ήταν πολύ συνηθισμένο τη δεκαετία του 1940. Αλήθεια.
Ήταν αρκετά συχνό φαινόμενο στους δρόμους της Νέας Υόρκης να κυκλοφορούν πλούσια κοριτσάκια που συνοδεύονταν μόνο από το θυρωρό της πολυκατοικίας τους ή κάποιον αστυνομικό.

Η Jessie Keosian που παίζει την θεία Ceil στο “Oedipus Wrecks” ήταν καθηγήτρια του Woody Allen. Αλήθεια. Ήταν καθηγήτρια της βιολογίας αλλά δεν είχε ξαναδεί τον Woody Allen, σο διάστημα που μεσολάβησε από τότε που ήταν μαθητής της και μέχρι την ημέρα, που εκείνη ζήτησε να περάσει την οντισιόν, για το ρόλο. Η σκηνή της επίσκεψης της θείας Ceil και της μητέρας του στο γραφείο του την ώρα που είναι απασχολημένος με ένα σημαντικό πελάτη θεωρείται μία από τις ωραιότερες κωμικές σκηνές ολόκληρης της φιλμογραφίας του Woody Allen.


Ο Woody Allen ως Sheldon Mills μισεί τη μητέρα του. Ψέματα. Δεν την μισεί την αγαπά! Απλώς θα προτιμούσε να εξαφανιστεί.



Το ρόλο της μητέρας του ερμηνεύει η περίφημη Mae Questel, που ήταν η φωνή της Betty Boop, σε περισσότερες από 150 ταινίες, του περίφημου καρτούν που γυρίστηκαν κατά τη δεκαετία του 1930. Η Mae Questel είχε επίσης «δανείσει» τη φωνή της στην Όλιβ Όιλ, τη μνηστή του Ποπάυ.

Η εμφάνιση της Mae Questel στο “New York Stories” ήταν από τις τελευταίες της ζωής της.





Δύο χρόνια μετά τα γυρίσματα της ταινίας, άρχισε να παρουσιάζει σοβαρά συμπτώματα της νόσου του Alzheimer. Η κατάσταση της επιδεινώθηκε γρήγορα, σε σημείο που να μην μπορέσει να παρευρεθεί στις τιμητικές εκδηλώσεις και τα αφιερώματα που έγιναν για την μακρόχρονη καριέρα της στο θέατρο, το vaudeville και το σπηκάζ. Η Mae Questel πέθανε το 1998.

Είναι πολύ σημαντικό να θυμάται κανείς ότι η ταινία αυτή γυρίστηκε το 1989. Αλήθεια.

Είναι ίσως, μια από τις τελευταίες ταινίες που γυρίστηκαν και στην οποία μπορεί κανείς να διακρίνει καθαρά, εκείνη την εσωτερική αντινομία στο «κοκταίηλ» αθωότητας, έπαρσης και ναρκισσισμού που χαρακτήριζαν το πνεύμα της δεκαετίας του 1980.

Ο κόσμος τότε, δεν είχε ακόμα καταλάβει, ή (ακόμα πιο πιθανό) αρνιόταν να καταλάβει, πως δεν θα μπορούσε πια να διαφύγει, αφήνοντας ανεξόφλητα ηθικά και υλικά «χρέη παρελθούσης χρήσης», τα οποία του κοινοποιήθηκαν, με άγαρμπο τρόπο, μέσω των αργόσυρτων συνεπειών του κραχ του 1987 (συνέπειες που ως γνωστόν, τον οδήγησαν ολοζούπιτο, στη γύψινη δεκαετία του ‘90 και σιγά σιγά οικοδόμησαν το σημερινό –παγκόσμιο- status quo).

Οι λόγοι για τους οποίους η ταινία αυτή ταιριάζει με mousse:

«Εννοιολογικά», το 1989, η mousse ήταν ότι είναι σήμερα το σουφλέ σοκολάτας. ΤΟ γλυκό που έτρωγε κανείς σε όλα τα ζαχαροπλαστεία και εστιατόρια. Η μους σημάδεψε την εποχή, κατά την οποία αγαπήθηκε και κατά την οποία παρέμεινε ως νούμερο 1 στη μόδα των γλυκών. Η αλήθεια είναι ότι η μους έχει ταυτόχρονα πλούσια γεύση και αέρινη υφή και αυτοί οι δύο χαρακτήρες της, αρκούν για να θεωρηθεί μια ζαχαροπλαστική αλληγορία ολόκληρης της δεκαετίας του 1980. Προτείνουμε λοιπόν τρεις διαφορετικές μους, μία για κάθε ιστορία. Οι σοκολατοειδείς ταιριάζουν στις ταινίες των Scorsese και Coppola, ενώ η γαργαλιστική γεύση της μους μάνγκο κάνει καλύτερη ανταπόκριση με κωμωδία, οπότε προτείνεται για την ταινία του Woody Allen. Η στήλη θα πρότεινε μους σοκολάτα για την ταινία του Scorsese και μους μόκκα για την ταινία Coppola (ο καφές που περιέχει θα σας κρατήσει σίγουρα ξύπνιους για να την παρακολουθήσετε –αστειάκι…) αλλά δεν επιμένει σ` αυτή τη διανομή! Αν θέλετε να φάτε μόκα με Scorcese μη διστάσετε να κάνετε την αλλαγή που σας εμπνέει.

Οι συνταγές

Mousse σοκολάτα

Υλικά(επειδή έχει παρατηρηθεί, ότι πολλοί, αφού φάνε και την τρίτη μους –μάνγκο- ξανατρώνε, ή, τουλάχιστον ζητάνε να φάνε ακόμα μια μους σοκολάτα, έχουμε υπολογίσει υλικά για 12 μερίδες ώστε να έχετε περίσσευμα και να μπορέσετε να εξυπηρετήσετε)



    - 250 γραμμ. Σοκολάτα γάλακτος

    - 6 αυγά

    - 3 κ.σ. νερό

    - ¼ φλυτζανιού λικέρ Cointreau

    - 2 φλυτζάνια κρέμα γάλακτος

    - 6 κ.σ. ζάχαρη


Eκτέλεση


    - Κόβουμε τη σοκολάτα σε μικρά κομματάκια και την λιώνουμε σε ένα μπαιν μαρί. (δηλαδή τη βάζουμε σε ένα τηγανάκι ή μπρίκι, το οποίο τοποθετούμε μέσα σε ένα κατσαρολάκι με νερό, το οποίο ζεσταίνουμε σε χαμηλή φωτιά)

    - Ξεχωρίζουμε του κρόκους από το ασπράδι και τους βάζουμε σε ένα κατσαρολάκι μαζί με το νερό. Τοποθετούμε το κατσαρολάκι σε πολύ χαμηλή φωτιά και αρχίζουμε να χτυπάμε με το μίξερ. Μόλις δούμε ότι οι κρόκοι αρχίζουν να πήζουν προσθέτουμε το Cointreau, συνεχίζοντας να κτυπάμε το μίγμα μέχρι να δέσει καλά. Στη συνέχεια κατεβάζουμε από τη φωτιά.

    - Προσθέτουμε τη λιωμένη σοκολάτα στο μίγμα μας και αφού ανακατέψουμε καλά το μεταφέρουμε σε ένα μεγαλύτερο μπωλ

    - Κτυπάμε με το μίξερ την φρέσκια κρέμα μέχρι ν` αρχίσει να σφίγγει σαν σαντιγύ και προσθέτουμε 2 κ.σ. ζάχαρη. Στη συνέχεια κτυπάμε κι άλλο μέχρι να δέσει καλά και να ομογενοποιηθεί.

    - Σε ένα άλλο μπωλ, κτυπάμε με το μίξερ τα ασπράδια των αυγών μέχρι να αρχίσουν να δένουν. Τότε προσθέτουμε την υπόλοιπη ζάχαρη και συνεχίζουμε να κτυπάμε το μίγμα μέχρι να σφίξει αρκετά καλά και μετά το μεταφέρουμε μαζί με τη φρέσκια κρέμα στο μπωλ με τη σοκολάτα

    - Ομογενοποιούμε τη μους και την αφήνουμε ψυγείο για αρκετή ώρα, πριν τη σερβίρουμε


Μικρά μυστικά

Αν δεν έχετε Cointreau μπορείτε να χρησιμοποιήσετε Grand Marnier, Amaretto ή κονιάκ.

Αν προτιμάτε την πικρή σοκολάτα αλλάξτε τη σοκολάτα γάλακτος με απλή κουβερτούρα.

Mousse μόκα

Υλικά (για 8 άτομα)



    - 100 γραμμάρια σοκολάτα κουβερτούρα πικρή

    - 1/3 του φλυτζανιού νερό

    - ¾ του φλυτζανιού ζάχαρη

    - μια πρέζα αλάτι

    - 3 κρόκοι αυγού

    - 1 κ.σ. νεσκαφέ

    - 2 κουτάκια βανίλιας

    - 2 φλυτζάνια φρέσκια κρέμα κτυπημένη ώστε να έχει γίνει σαν σαντιγύ.


Εκτέλεση


    - Λιώνουμε τη σοκολάτα σε μπαιν μαρί όπως περιγράψαμε στην προηγούμενη συνταγή. Μόλις λιώσει προσθέτουμε τη ζάχαρη και το αλάτι και αφήνουμε σε σιγανή φωτιά για 2 λεπτά ανακατεύοντας συνέχεια.

    - Βάζουμε τους κρόκους από τα αυγά σε ένα μπωλ και τα κτυπάμε αρκετά. Προσθέτουμε τη σοκολάτα και στη συνέχεια τον καφέ, χωρίς να σταματήσουμε να κτυπάμε το μίγμα μας

    - Στη συνέχεια προσθέτουμε τη βανίλια και την κτυπημένη κρέμα, ανακατεύουμε καλά και τοποθετούμε το μίγμα σε ατομικές φόρμες, τις οποίες τοποθετούμε στο ψυγείο για να κρυώσουν




Mousse μάνγκο

Υλικά (για 4 άτομα)


    - Χυμός από μισό λεμόνι

    - 1 φλιτζάνι φρέσκο μάνγκο (περασμένο στο μπλέντερ)

    - 3 κρόκοι αυγού

    - ½ φλιτζάνι ζάχαρη

    - μια πρέζα αλάτι

    - 1 ½ φύλλο ζελατίνης (χωρίς γεύση)

    - ½ φλιτζάνι κρύο γάλα

    - 1 φλιτζάνι φρέσκια κρέμα κτυπημένη ώστε να έχει δέσει σαν σαντιγύ.

    - 2 κ.σ. Cointreau


Εκτέλεση


    - Προσθέτουμε το χυμό του λεμονιού στο μάνγκο

    - Στη συνέχεια κτυπάμε στο μίξερ, τους κρόκους των αυγών, τη ζάχαρη και το αλάτι, μέχρι να πάρουν το χαρακτηριστικό κιτρινωπό χρώμα και να σφίξουν και προσθέτουμε το φρούτο.

    - Τοποθετούμε το μίγμα σε μπαιν μαρί και περιμένουμε να τραβήξει, ανακατεύοντας συνεχώς και προσέχοντας να μην παραψηθεί.



    - Εν τω μεταξύ μουλιάζουμε τη ζελατίνα στο γάλα και στη συνέχεια τα προσθέτουμε στο ζεστό μίγμα μας, ανακατεύοντας συνεχώς μέχρι να ομογενοποιηθεί.

    - Αφήνουμε να κρυώσει λίγο και προσθέτουμε την κρέμα και το λικέρ, ανακατεύοντας ξανά μέχρι το μίγμα μας να ομογενοποιηθεί καλά.


Μικρά μυστικά

Η μους αυτή είναι ταιριάζει πολύ με φρέσκιες φράουλες

«Ψιλοδωρήματα» (sic) (βλ. tips)


    -

    Το μάνγκο δεν είναι πια και τόσο δυσεύρετο φρούτο στη χώρα μας. Στην Αθήνα τα καλύτερα μάνγκο πωλούνται στα αιγυπτιακά σούπερ μάρκετ. Είναι λίγο μικρότερα από τα άλλα εισαγόμενα, των μεγάλων σούπερ μάρκετ, αλλά είναι πιο αρωματικά. Γενικώς, θα μπορούσαμε να πούμε ότι το μάνγκο είναι ένα τροπικό ροδάκινο. Έτσι αν δεν βρίσκουμε μάνγκο και βρούμε ροδάκινα –παρά το ότι βρισκόμαστε σχεδόν στα τέλη Νοεμβρίου - μπορούμε κάλλιστα να φτιάξουμε τη μους με ροδάκινα. Η αλήθεια είναι ότι η αντικατάσταση του μάνγκο με ροδάκινο, προσβάλλει όσο νάναι το «διανοουμενίστικο» ύφος και κύρος της συνταγής, αλλά ας μην τα θέλουμε όλα δικά μας.

    - Διασκεδάστε ψωνίζοντας : το σημερινό shopping είναι πιο ξεκούραστο, γιατί είναι απρόσωπο. Δεν έχουμε ούτε μανάβη, ούτε χασάπη για να μας ταλαιπωρήσει. Ότι χρειαζόμαστε βρίσκεται στο σούπερ μάρκετ. Βέβαια, πηγαίνοντας προς το σούπερ μάρκετ μπορούμε να περάσουμε από το μανάβη και το χασάπη, απλά για να τους ρίξουμε τις γνωστές έντονες ματιές μας, όχι από κακία ή οποιοδήποτε άλλο λόγο, φορτισμένο με ένα κάποιο συναίσθημα, αλλά, έτσι απλά, για την εβδομαδιαία προπόνηση τους. Για το σούπερ μάρκετ φτιάχνουμε μόνοι μας την ατμόσφαιρα. Προτιμάμε να φορέσουμε ξεβαμμένο μπλουτζην με μαύρο μπλέηζερ (ή άλλο σακάκι) από πάνω. Γενικώς πρέπει να προβάλλουμε την R.I.B. όψη μας (εκ του «robbed in black»), πράγμα εύκολο μια και φέτος είναι πολύ της μόδας το μαύρο. Δηλαδή, βάζουμε εσωτερικά μαύρο μπλουζάκι και (αν κρυώνουμε) μαύρο πουλόβερ. Για πανωφόρι, βάζουμε μαύρο trench coat (βλ. μεσάτη καπαρντίνα με επωμίδες). Αν έχουμε μαύρο καπέλο τύπου Indiana Jones, δεν πρέπει να διστάσουμε να το φορέσουμε κι αυτό. Πολύ κομψό αξεσουάρ είναι μια New York Times στη μασχάλη (Ηerald Tribune? – It`s fine too…) Η τελευταία πινελιά (αλλά και η πιο gourmet απ` όλες – κι εκείνη που αποδεικνύει την πραγματική αγάπη στη λεπτομέρεια) είναι το γουώκμαν. Ξεθάψτε όποιο παλιό γουώκμαν μπορεί να σας έχει ξεμείνει. Ακόμα καλύτερα αν αυτό που θα βρείτε είναι σε μέγεθος επίτομου ελληνο-αγγλικού & αγγλο-εληνικού λεξικού τσέπης. Ανεβάστε την ένταση στο τέρμα και βάλτε μια κασέτα να παίζει το «a whiter shade of pale», δηλαδή το αγαπημένο τραγούδι του Nick Nolte που στην ταινία του χαρίζει την έμπνευση για να ζωγραφίζει τους καμβάδες του. Κάντε τα όλ` αυτά και θα αισθανθείτε ότι δεν φοράτε ρούχα, αλλά την ίδια τη μηχανή του χρόνου!<


Γιάννης Κωνσταντινίδης


 
Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια. Στείλτε το πρώτο!

Αυτή τη στιγμή δεν είστε συνδεδεμένος. Συνδεθείτε ή κάντε εγγραφή για να σχολιάσετε.