• ΕΠΙ ΤΟΥ ΠΙΕΣΤΗΡΙΟΥ...

  • Αριθμός ταινιών: 22315
  • Αριθμός συν/τών: 759967
  • Πρόγραμμα 300 Κινηματογράφων και 18 τηλεοπτικών σταθμών
Ταινίες - Κριτική από το Cine.gr


Μια Αιωνιότητα και μια Μέρα (1998)

- Μεταφρασμένος Τίτλος:
Eternity and a Day

Σινεφίλ | 137'
Πρεμιέρα στην Ελλάδα: Παρ 23 Οκτ 1998
Ημερομηνία κυκλοφορίας DVD: 19/9/2006
Διανομή: Rosebud
Χρώμα: Έγχρωμο
Ήχος: Dolby Surround (Prologic)
Γλώσσα: Ελληνικά - Ιταλικά - Αγγλικά
Δημοτικότητα: 1.17 %
Αξιολόγηση: 7.39/107.39/107.39/107.39/107.39/107.39/107.39/107.39/10   (7.39/10)
Aντιφατικότητα ψήφων: Υψηλή (Συμφωνία ψήφων μεταξύ 15 και 50%)




 

- Κριτική από το Cine.gr:


Αν ο Θόδωρος Αγγελόπουλος σκηνοθετούσε κάποτε μια ιστορία αγάπης, τότε μάλλον θα έμοιαζε στο «Μια Αιωνιότητα και μια Ημέρα». Για πρώτη φορά ο πρωταγωνιστικός χαρακτήρας σε μια ταινία του δεν είναι απλώς ένας φορέας ιδεών και κοινωνικο-πολιτικής κριτικής (επέκταση της προσωπικής οπτικής γωνιάς του σκηνοθέτη) αλλά απλώς, ένας… άνθρωπος που βλέπει το τέλος να πλησιάζει.

Ο χαρισματικός Bruno Ganz υποδύεται τον Αλέξανδρο, (καμία έκπληξη η επιλογή του συγκεκριμένου ονόματος για όσους γνωρίζουν την δουλειά του σκηνοθέτη) ενός γνωστού συγγραφέα / ποιητή που διανύει την τελευταία του μέρα πριν νοσηλευτεί στο νοσοκομείο, έχοντας διαγνωσθεί με μία ασθένεια που δεν θα του επιτρέψει να ζήσει για πολύ ακόμα. Στη διάρκεια της ημέρας θα γνωρίσει ένα μικρό Αλβανάκι, παιδί των φαναριών, με τη συντροφιά του οποίου θα κινηθεί μέσα στο παρελθόν του και εμείς με την σειρά μας θα αισθανθούμε το αναπόφευκτο αύριο που ολοένα και πιο γρήγορα πλησιάζει γι’ αυτόν.

Η ταινία, σε αντίθεση με το «Ikiru» του Kurosawa και πολλές άλλες κατά καιρούς ταινίες που διαπραγματεύονται παρόμοιο θέμα, δεν προσφέρει εύκολες λύσεις ή κάποιο «μάθημα» για το «πόσο ωραία είναι η ζωή». Η αεικίνητη κάμερα απλώς παρατηρεί, καταγράφει, αναπολεί. Οι διάλογοι και οι μονόλογοι του Αλέξανδρου δεν συνθέτουν κάποια προφανή αλήθεια από την οποία θα πρέπει να μάθουμε κάτι με την λήξη της ταινίας. Άλλωστε, ο ποιητής Αλέξανδρος έχει ξεμείνει από λέξεις, όπως ακριβώς και ο Διονύσιος Σολωμός, η μορφή του οποίου συνεχώς τον συντροφεύει στην ταινία. Ο Σολωμός, κατά την επιστροφή του από την Ιταλία στην Ζάκυνθο την περίοδο της επανάστασης, δεν γνώριζε επαρκώς την ελληνική γλώσσα και αναγκαζόταν να αγοράζει λέξεις από τους κατοίκους του νησιού για να υμνήσει τον Ελληνικό αγώνα. Έτσι και ο Αλέξανδρος δεν βρίσκει πια τις λέξεις να εκφράσει τις σκέψεις και τα συναισθήματά του. Ίσως… δεν έχει τίποτα να πει, τώρα που βρίσκεται κοντά στο τέλος της ζωής του, τώρα που συνειδητοποιεί πόσο μάταιη και ερημική-μια λέξη που συναντάμε συχνά-ήταν η ύπαρξη του. Και από κάπου εκεί, αναβλύζει ο ρομαντισμός της ταινίας.

Στο επίκεντρο της σκέψης του βρίσκεται πάντα η Άννα, η γυναίκα του που δεν ζει εδώ και χρόνια αλλά που πάντα βρίσκεται στη σκέψη και στην ενοχή του. Κατά την διάρκεια των αναπολήσεών του, παρατηρούμε πόσο απομονωμένος ήταν πάντα από την Άννα, βυθισμένος στον κόσμο της συγγραφής του. Εκείνη υπομονετικά τον περίμενε, κλέβοντας κάθε στιγμή που μπορούσε από εκείνον αλλά όπως εκείνη επισημαίνει ακόμα και όταν είναι μαζί της «ο άνεμος φυσάει τα μάτια σου μακριά». Φροντίζει να του υπενθυμίζει διαρκώς ότι δεν είναι «παρά μια ερωτευμένη γυναίκα». Ο Αλέξανδρος όμως αδυνατεί να μείνει μαζί της, γοητευμένος από μια άλλη γυναίκα – την φαντασία του.

Η μνήμη του τον κυριεύει και του προκαλεί θλίψη, μέρος της οποίας καταφέρνει και αποσπά ο μικρός πρόσφυγας. Μέσα από την συντροφιά του ο Αγγελόπουλος παίρνει την ευκαιρία να ασκήσει κοινωνικο-πολιτική κριτική και να επιστρέψει προσωρινά σε ένα από τα αγαπημένα του θέματα – εκείνο των συνόρων. Ωστόσο, η καρδιά της ταινίας είναι αλλού και εκεί θα επιστρέψει γρήγορα – στην φιλοσόφηση του θανάτου, του αναπόφευκτου τέλους και στην σχέση του με την Άννα. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Αγγελόπουλος δίνει το πιο κοντινό του πλάνο στον Αλέξανδρο προς το τέλος, όταν λέει στην Άννα της φαντασίας του ότι δεν θα επιστρέψει στο νοσοκομείο. Τότε, σε αντίθεση με όλες τις φορές που την εγκατέλειπε εκείνος, τώρα πια είναι εκείνη που τον εγκαταλείπει, αφήνοντά τον μόνο του με την θάλασσα, τον ήχο της, (που ακούμε από την αρχή της ταινίας) και τις ερημικές του λέξεις που ενώ κάποτε τον γοήτευαν, τώρα δεν επαρκούν για να του κρατήσουν συντροφιά.



Τα μοτιφ της ταινίας είναι πολλά και ο Αγγελόπουλος εμφατικά τα φέρνει στο προσκήνιο. Ο ήχος της θάλασσας και η εικόνα της την οποία βλέπουμε σε κάθε ευκαιρία –στο νησί, στο λιμάνι, στην Ζάκυνθο. Ο χρόνος που τελειώνει για τον Αλέξανδρο, που διασπάται κινηματογραφικά, φέρνοντας το σήμερα στο παρελθόν. Η ποίηση, είτε με την μορφή του Σολωμού είτε με τον διάλογο (οι πρώτες λέξεις του Αλέξανδρου στην ταινία είναι παράφραση γνωστού ελληνικού ποιήματος). Η φυγή, το αίσθημα της αποξένωσης, είτε του μικρού πρόσφυγα είτε του Αλέξανδρου, που είναι ερημίτης. Χαρακτηριστική επίσης είναι και η σεκανς στο νησί όπου ο Αλέξανδρος πάει να βρει την Άννα, προφανώς μια αναφορά στο «L`Avventura» του Αντονιόνι.(Είναι πολύ πιθανό ο δημιουργός να επέλεξε στο όνομα «Άννα» μόνο για να κάνει αυτή την αναφορά).

Ιδιαίτερη μνεία αξίζει στις ερμηνείες του Πέτρου Φυσσούν και της Πέμυς Ζούνη (Όχι, δεν θα τους δείτε στην ταινία, μόνο θα τους ακούσετε). Είναι οι φωνές τους που δίνουν το απαιτούμενο βάθος και πειστικότητα στις ερμηνείες του Bruno Ganz και της Isabelle Renauld. Η σκηνοθεσία τους επίσης αξίζει ιδιαίτερης αναφοράς.

Στα αρνητικά της ταινίας είναι η ερμηνεία του μικρού, κάτι που περισσότερο έχει να κάνει με την σκηνοθεσία του παρά με τον ίδιο τον ηθοποιό. Ιδίως η ερμηνεία του στο νεκροτομείο είναι υπέρ του δεόντως Αγγελοπουλική – δεν νομίζω ότι υπάρχουν μικρά παιδιά που να συμπεριφέρονται έτσι. Επίσης, η εξποσισιον της κόρης του Αλέξανδρου (προφανώς σε εμάς το κοινό) σχετικά με το επάγγελμα του πατέρα της είναι μάλλον κακή.

Η ταινία βραβεύτηκε με το Palme d`or του Φεστιβάλ των Καννών το 1998. Εν μέρει, ίσως για πρώτη φορά ο Αγγελόπουλος μας παρουσιάζει ένα δημιούργημα που είναι πανανθρώπινο και όχι αποκλειστικά ελληνικό σε θεματολογία και ιστορική γνώση. Η συνήθης κριτική που ασκείται σε δημιουργούς όπως ο Αγγελόπουλος (Ταρκοφσκι, Bela Tarr, κτλ) είναι ότι ο κινηματογράφος τους είναι περισσότερο στοχαστικός, ότι δεν ανήκει σε μια ρεαλιστική σφαίρα απεικόνισης της καθημερινής ζωής και ως συνέπεια οι χαρακτήρες τους δεν λειτουργούν με βάση τους δραματικούς κανόνες. Ενώ εν μέρει η κριτική αυτή είναι βάσιμη και αποτελεί αφορμή για κινηματογραφικές αναζητήσεις η «Μια Αιωνιότητα και μια Ημέρα» είναι μια σημαντική εξαίρεση στο έργο του δημιουργού. Ο Αλέξανδρος είναι πιο ολοκληρωμένος από τους παλαιότερους χαρακτήρες του σκηνοθέτη και αντιμετωπίζει αυτό που λίγο ή πολύ όλη η ανθρώπινη γενιά θα αντιμετωπίσει κάποια στιγμή: το αναπόφευκτο τέλος. Το αν θα διαρκέσει μια αιωνιότητα δεν είναι βέβαιο. Το μόνο σίγουρο είναι ότι θα είναι κάποιο μέρος μιας ημέρας.

Δημήτρης Πούλος


 
Legacy - gmi - Unverified - Σάβ 30 Οκτ 1999 - 23:33
Ο μεγαλος ελληνας δημιουργος Θοδωρος Αγγελοπουλος, για αλλη μια φορα μας χαριζει μεγαλες στιγμες κινηματογραφου, τετοιες που δυσκολα θα επαναληφθουν στον 21ο αιωνα. Παρολο που δεν μπορει να συγκριθει με το μεγαλειωδες "Βλεμμα του Οδυσσεα" η Αιωνιοτητα αποτελει οροσημο προσφεροντας μια αυτοβιογραφια -ουσιαστικα- του Αγγελοπουλου που ενδοσκοποντας παρουσιαζει μια συγκλονιστικη τομη της συγχρονης Ελλαδας και του τροπου σκεψης των ανθρωπων της. Όπως συμφωνησαν και ολες οι μεγαλες ευρωπαϊκες εφημεριδες (Monde, Times, Liberation, El Pais) ο Αγγελοπουλος δειχνει αλλη μια φορα τον βαθια ανθρωπιστικο χαρακτηρα του. Με αγωνια περιμενουμε την επομενη δουλεια του...

gmi
 
Αυτή τη στιγμή δεν είστε συνδεδεμένος. Συνδεθείτε ή κάντε εγγραφή για να σχολιάσετε.