• ΕΠΙ ΤΟΥ ΠΙΕΣΤΗΡΙΟΥ...

  • Αριθμός ταινιών: 22315
  • Αριθμός συν/τών: 759967
  • Πρόγραμμα 300 Κινηματογράφων και 18 τηλεοπτικών σταθμών
Περιεχόμενα

Τρί 27 Απρ 2010

Ο Βασιλιάς

Τρί 16 Ιουν 2009

Κλειστοί Δρόμοι

Τρί 02 Ιουν 2009

Ο Χαμένος τα παίρνει όλα

Τρί 19 Μαϊ 2009

Το Μετέωρο Βήμα Του Πελαργού

Παρ 15 Φεβ 2008

Κράτησε με (2006)

CineΕλληνικον


Δευ 27 Δεκ 2004

Το ελληνικό Χόλυγουντ




Η έννοια της υπερπαραγωγής στον Νέο (ή –καλύτερα- Σύγχρονο) Ελληνικό Κινηματογράφο συστηματοποιεί ταινίες στις οποίες είτε το μπάτζετ υπερκαλύπτει τους συμβατικούς προϋπολογισμούς 3-4 «συνηθισμένου κόστους» ελληνικών ταινιών, είτε, απλώς, τα ονόματα των συντελεστών της είναι τόσο ηχηρά, ώστε η «ποιότητα» της παραγωγής να τεκμαίρεται. Στην πρώτη περίπτωση θα μιλούσαμε για την Πολίτικη Κουζίνα, ενώ, στη δεύτερη, για τις Νύφες.

Από ένα σημείο και μετά, στη δεκαετία του 1980, η κακοδαιμονία του ελληνικού σινεμά εντοπίστηκε στα χαμηλά κονδύλια που ήταν αναγκασμένο να αρκείται. Οι ελληνικές ταινίες δεν ήταν καλές, («μόνο») επειδή ο ήχος ήταν κάκιστος, η φωτογραφία μέτρια, το σενάριο χαοτικό ή νεφελωδώς ποιητικό και πάντως αδιάφορο, οι πρωταγωνιστές και ο σκηνοθέτης άγνωστοι, τα τεχνικά μέσα ελάχιστα και φτηνιάρικα. Όταν έβγαινε μία ταινία που ξεπερνούσε αυτόν τον μέσο όρο της κακομοιριάς, θεωρείτο ένα μικρό αριστούργημα (βλ. εντελώς ενδεικτικά: Λούφα και Παραλλαγή).

Ήδη, όμως, από τότε, η υπερπαραγωγή αναζητούσε και το «κάτι παραπάνω». Ένα σενάριο που να πατάει πάνω σε ένα ιστορικό γεγονός ή πρόσωπο θεωρείτο, εξ ορισμού, βάση για μια «μεγάλη» ταινία. Έτσι, το είδος «ταινία εποχής», εξ αρχής συνδεδεμένο με τον πλούτο που προϋποθέτει η ιστορική αναπαράσταση και η κατασκευή κοστουμιών, αποτέλεσε το αρχέτυπο της έννοιας της ελληνικής υπερπαραγωγής. Και μπορεί η ελληνική ιστορία να μην παρείχε υλικό για «Όσα παίρνει ο άνεμος» ή «Το λυκόφως των θεών», αλλά από εμφύλιους, τσεμπέρια, ξενιτεμούς, μοιρολογίστρες, πολιτικές αντιπαραθέσεις που ορίζουν τη μοίρα ακόμα και απλών ανθρώπων, άλλο τίποτα. Ένας από τους εισηγητές της ελληνικής ταινίας εποχής είναι ο Παντελής Βούλγαρης. Ταινία σταθμός του είδους μπορεί άνετα να θεωρηθεί ο Ελευθέριος Βενιζέλος, υπερφιλόδοξη παραγωγή που απέτυχε στην έξοδό της στις αίθουσες. Εξαντλητική απόπειρα αναπαράστασης της εποχής με ατυχή σεναριακή επεξεργασία. Αντίθετα, οι ταινίες του Αγγελόπουλου, ήδη από τη δεκαετία του 1970 συνδεόμενες με κομβικά κεφάλαια της νεοελληνικής ιστορίας, μετέθεταν εξ αρχής το κέντρο βάρους, το «κουκούτσι» τους, στο σχόλιο και τη διερεύνηση των σχέσεων, χωρίς η αναπαράσταση να είναι αυτοσκοπός. Ενδεικτική συνιστώσα των ταινιών του Αγγελόπουλου ήταν η αφαιρετική προσέγγιση και η μπρεχτική, μη αφηγηματική με την αριστοτελική έννοια, ανάπτυξη της δράσης.

Ταινία εποχής προσπάθησαν αρκετοί να κάνουν, δαπανώντας τεράστια ποσά και με μηδαμινή ανταπόκριση των θεατών. Η γοητεία της ανακατασκευής μιας παρελθούσας πραγματικότητας, όπως μόνο από τον κινηματογράφο μπορεί να επιτευχθεί, αποτέλεσε μια σοβαρή παγίδα για νέους κινηματογραφιστές. Από ένα σημείο, ο μεγαλοϊδεατισμός και η μωροφιλοδοξία ορισμένων δημιουργών αποτέλεσε σήμα για το κοινό. Το οποίο συνέδεσε την ταινία εποχής με την κακογουστιά.

Πέρσι ο Αγγελόπουλος παρέδωσε στο κοινό μια ταινία με έμφαση στα εξωτερικά στοιχεία της αναπαράστασης και της κλασικής αφήγησης, σε βαθμό που δεν μας είχε συνηθίσει. Φέτος, ο Βούλγαρης, με τις Νύφες, πόνταρε στο πρότζεκτ. Με σημαία το όνομα του Σκορσέζε (ο οποίος εμπλέκεται σε πάμπολλες παραγωγές περιφερειακών χωρών όπως η δική μας, κάθε χρόνο), σημαντικούς συνεργάτες και έμφαση στα εντελώς εξωτερικά στοιχεία, αλλά και στο αρχέτυπο «Δύο Ξένοι» (ή Ρωμαίος και Ιουλιέτα) και γιγάντια διαφημιστική υποστήριξη, προσέλκυσε το κοινό. Είναι κουτό να αντιμετωπίζει η κριτική τις Νύφες αφ’ υψηλού, αφού ουδέποτε οι δημιουργοί τους διεκδίκησαν δάφνες υψηλής ποιότητας. Είναι εμπορικός κινηματογράφος που παίζει όλο το σχετικό παιχνίδι της αντίστοιχου χαρακτήρα δημοσιότητας. Ο κριτικός το αναγνωρίζει από μίλια μακριά και ενημερώνει το κοινό σχετικά.

Αυτό που προβληματίζει είναι ότι ο κόσμος δεν φαίνεται ιδιαίτερα ενθουσιασμένος από την ταινία. Το οποίο σημαίνει ότι όλο αυτό το μεγαλόσχημο πρότζεκτ προσέλκυσε, αλλά δεν μίλησε στις ψυχές του ευρέως λαϊκού κοινού στο οποίο απευθύνεται. Και εδώ, μάλλον, βρίσκεται η διαφορά ανάμεσα στον Τιτανικό και τις Νύφες. Στο ότι ο Τιτανικός είναι μια ταινία φτιαγμένη από συστατικά εξ ορισμού προορισμένα να παράξουν ένα αμιγώς λαϊκό, ποπ θα λέγαμε, προϊόν. Ενώ οι Νύφες, πνιγμένες στον μεγαλοϊδεατισμό και τον κακοκρυμμένο ακαδημαϊσμό των δημιουργών τους, όσο κι αν οι τελευταίοι «παίζουν» με όρους λαϊκής δημοσιότητας και απευθύνονται στο πλατύ κοινό, δεν τα πάνε καλά. Γιατί προσφέρουν το «πολυτελές» εκεί που δεν χρειάζεται. Και η ανακατασκευή του πολυτελούς με ευτελή υλικά είναι, ως γνωστόν, ο ορισμός του κιτς. Αυτή είναι η διαφορά του ελληνικού από το αμερικάνικο Χόλυγουντ. Το οποίο αρκείται στα ευτελή υλικά για την κατασκευή του δεδηλωμένα ευτελούς.


 
 
Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια. Στείλτε το πρώτο!

Αυτή τη στιγμή δεν είστε συνδεδεμένος. Συνδεθείτε ή κάντε εγγραφή για να σχολιάσετε.