• ΕΠΙ ΤΟΥ ΠΙΕΣΤΗΡΙΟΥ...

  • Αριθμός ταινιών: 22315
  • Αριθμός συν/τών: 759967
  • Πρόγραμμα 300 Κινηματογράφων και 18 τηλεοπτικών σταθμών
Περιεχόμενα

Τρί 27 Απρ 2010

Ο Βασιλιάς

Τρί 16 Ιουν 2009

Κλειστοί Δρόμοι

Τρί 02 Ιουν 2009

Ο Χαμένος τα παίρνει όλα

Τρί 19 Μαϊ 2009

Το Μετέωρο Βήμα Του Πελαργού

Παρ 15 Φεβ 2008

Κράτησε με (2006)

CineΕλληνικον


Σάβ 20 Σεπ 2003

Το σινεμά των ελλήνων της Διασποράς




Η Πελαγία ήταν μία κοπέλα που ατύχησε, αλλά και ευτύχησε, στη ζωή της. Ξεκίνησε με το μεταναστευτικό κύμα της δεκαετίας του ’50 από την Ελλάδα, όπου δούλευε στο επαρχιακό μπουρδελάκι της κυρα-Πανωραίας, στη Θήβα, αναζητώντας μία καλύτερη τύχη στη Γερμανία, ως βιομηχανική εργάτις. Τελικά, εντάχθηκε στη βαριά βιομηχανία του Αμβούργου: βιτρίνα σε οίκο ανοχής στο λιμάνι. Αυτά μπορούν να θεωρηθούν τα δυσάρεστα κεφάλαια της ζωής της. Τα ευχάριστα προέκυψαν ένα σουρεαλιστικό βράδυ, όταν η Πελαγία βρέθηκε στο κρεβάτι με έναν ηλιοκαμένο πενηντάρη ναυτικό, που βαστιόταν ακόμη καλά, αν και, με σημερινά δεδομένα, ένα μπότοξ θα του το χτύπαγες.
-Βι χάιστ ντου; Την ρωτάει ο ηλιοκαμένος προμποτοξικός ναυτικός.
-Μάρλεν, του λέει εκείνη όλο μυστήριο, κρατώντας αινιγματικά το τσιγάρο της και κοιτάζοντας το φωτάκι πάνω από το κρεβάτι που την φώτιζε κάθετα.
-Α, είσαι και σινεφίλ, πουλάκι μου, της πετάει, όλως απροσδόκητα ο ναυτικος! Η Πελαγία τα χρειάστηκε. Προσπάθησε να κρύψει την έκπληξή της που κοιμήθηκε με έναν συμπατριώτη της. Από την άλλη πλευρά, δεν ήταν της ιδιοσυγκρασίας της να συνεχίσει να κρύβεται και του αποκάλυψε ότι ήταν κι αυτή Ελληνίδα.
-Και πως σε λένε, πουλάκι μου, στην Ελλάδα;
-Αλίκη, είπε η Πελαγία, βάζοντας έναν ιβίσκο από το βάζο του κομοδίνου στο αυτί της. Ο ναυτικός που ήταν κι αυτός σινεφίλ, κατάλαβε πως η Πελαγία ήταν ανίατη περίπτωση. Πήρε κοντά του το ναυτικό του σάκο και της είπε πως, εκτός από την πληρωμή που θα έδινε στο αφεντικό της, είχε και ένα δώρο για την ίδια, μιας και γνωρίστηκαν. Η Πελαγία απόρησε και στραβομουτσούνιασε. Συνήθως κάτι τέτοιοι της άφηναν δώρο ένα ευζωνάκι ή μια ελληνική σημαιούλα-πρες παπιέ. Η έκπληξή της, όμως, ήταν τεράστια, όταν ο συμπατριώτης της έδειξε τι θα της προσέφερε. Επρόκειτο για μία μικρή κινηματογραφική κάμερα super-8 της Kodak!
-Κα-τα-πλη-κτι-κή!, είπε η Πελαγία. Αμέσως πήρε στα χέρια της την κάμερα. Από μικρό κορίτσι ονειρευόταν ότι είχε τη δυνατότητα να αποτυπώσει κινούμενες εικόνες. Ο ναυτικός της έδειξε πώς να φορτώνει την μικρή τετράλεπτη μπομπίνα στην κάμερα και πώς να εστιάζει. Η Πελαγία σύντομα εξοικειώθηκε με την μηχανή και σε μερικές μέρες άρχισε να γυρίζει το πρώτο της ντοκιμανταίρ για τα κορίτσια που εκδίδονταν στο Αμβούργο. Ήταν η πρώτη ταινία του απόδημου ελληνισμού. Μόνο που όλη αυτή η ιστορία είναι αποκύημα μιας κάπως νοσηρής φαντασίας.

Η ένδοξη ιστορία των ελλήνων κινηματογραφιστών της αλλοδαπής πρέπει να ξεκινάει με τον Σκούρα στα στούντιος της MGM, όπου εφηύρε το σινεμασκόπ. Η κατηγορία «Έλληνες της Διασποράς» είναι μια μεγάλη χοάνη όπου βρίσκονται σχεδόν όλα τα κινηματογραφικά είδη και όλες οι εποχές, και το μόνο κοινό σημείο είναι ένα “–opoulos” ή κάτι παρόμοιο στην κατάληξη του επωνύμου του σκηνοθέτη. (Ας μείνουμε στο σκηνοθέτη, γιατί, αν βάλουμε και τις άλλες κατηγορίες δημιουργών, τότε στον κινηματογράφο της ομογένειας θα ενταχθεί και το Notorius). Η πρώτη κατοχυρωμένη χρήση του όρου «κινηματογραφιστές της Διασποράς» ξεκίνησε πριν από εννιά χρόνια, ως τμήμα του προγράμματος στις Νύχτες Πρεμιέρας και παραμένει ως σήμερα μία από τις δημοφιλείς κατηγορίες ταινιών. Αν και δεν πρόκειται για κατηγορία ταινιών, αλλά για μία προσπάθεια επικοινωνίας των ιθαγενών ελλήνων θεατών με τις δημιουργίες των απόδημων. Πράγμα ιδιαιτέρως συγκινητικό σε ορισμένες περιπτώσεις, αλλά σίγουρα αδιάφορο από πλευράς κινηματογραφικής θεωρίας. Η «κατηγορία» αυτή δεν μπορεί να διεκδικήσει τη ειδικότητα που της προσδίδεται, καθώς οι ταινίες αυτές, όσο κι αν θέλουμε να τις θεωρούμε ελληνικές, ή όσο κι αν υπάρχει πράγματι το στοιχείο της ελληνικότητας μέσα τους, δεν παύουν να είναι κινηματογράφος. Και ο κινηματογράφος είναι μία διεθνής «χώρα», ένας τόπος του επιστητού πέρα από σύνορα και όρια. Οι εθνικές κουλτούρες διεκδικούν την πίττα της «εθνικής κινηματογραφίας» από την παγκόσμια παραγωγή, αρκετές φορές βάσιμα, κυρίως στα πιο οριεντάλ παραδείγματα. Όμως, δεν θα αρνηθώ ότι ένας κινέζος σκηνοθέτης, συνεργαζόμενος με έναν ισπανό παραγωγό και έναν αφρικανό σεναριογράφο, κάνοντας γυρίσματα στην Αμερική, μπορούν να γυρίσουν μια ταινία με ελληνική ψυχή. Και δεν υποννοώ τίποτα για τα γυρίσματα της Τροιας στο Μαρόκο. Άλλωστε, μία από τις πιο «ελληνικές» ταινίες όλων των εποχών, το Ποτε την Κυριακη, γράφτηκε και γυρίστηκε από έναν αμερικάνο: τον Jules Dassin.

Οι ταινίες των ελλήνων της Διασποράς και οι επιμέρους υποκατηγορίες τους (που είναι πραγματικές κατηγορίες, όμως), αρκετές φορές έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Μία υποκατηγορία είναι ο ανεξάρτητος κινηματογράφος ελλήνων της διασποράς. Θέματα όπως η αναζήτηση της ταυτότητας σε μία ξένη χώρα, ένα ζήτημα που ανάγεται –εύλογα- σε υπαρξιακό, ο σύγχρονος ρόλος της ελληνικής «ρίζας» στην ζωή ενός ομογενούς, η αγωνία της ένταξης, ο ρατσισμός, η αισθητική ανατριχίλα μπροστά στο χαρακτηρισμό του ως «ελληνάρα» επανέρχονται συνέχεια σε αυτόν τον ανεξάρτητο κινηματογράφο. Ένας κοινός τόπος των ταινιών είναι, συνήθως, και η αναζήτηση της σεξουαλικότητας. Το «Κατά μέτωπο» (Head On) της Άννας Κόκκινος είχε κάνει ιδιαίτερη αίσθηση, πριν από μερικά χρόνια, στην κινηματογραφική Αθήνα. Οι έλληνες της Αυστραλίας, ο 18χρονος ήρωας που επιζητεί τις ακραίες ερωτικές εμπειρίες, ως διέξοδο από το υπαρξιακά και κοινωνιολογικά του ερωτήματα, η απόρριψη ενός περιβάλλοντος προσκολλημένου στα ελληνοχριστιανικά ιδεώδη που «πρέπει» να τηρηθούν ως κόρη οφθαλμού, έδωσαν μία ταινία που θέλει μεν να προκαλέσει, αλλά όχι μόνο. Είναι η πρώτη φορά στο σινεμά που ο αποκλίνων ερωτισμός ενός (θετικού) ήρωα συνδέεται άμεσα με την ανάγκη του να αντιδράσει σε έναν αποπνικτικό εθνοτικό περίγυρο. Το Head On της Κόκκινος είναι μία ταινία που θα εντασσόταν άνετα σε μία υποτιθέμενα αποδεκτή κατηγορία ταινιών με τίτλο «Έλληνες της Διασποράς», ίσως ως ορισμός της, ή αλλιώς σε περίοπτη θέση.

Μία άλλη υποκατηγορία είναι εκείνη του φολκλορικού ξεκατινιάσματος, όπως το Φοβου τους Ελληνες του Tatoulis (σε συνεργασία με Λαζοπουλο), ο The Wog Boy - Ο Ελληναρας του Nick Giannopoulos και φυσικά το My big fat greek Wedding - Γαμος αλα Ελληνικα, της Nia Vardalos. Αυτοί οι δημιουργοί επιστρατεύουν την φωτογένεια της μιζέριας ως θεματικό του ατού. Ευχαριστώ, δεν θα πάρω. Τα φτηνιάρικα best seller μπορούν να προκαλέσουν ναυτία και μόνο από την ανάγνωση του εξωφύλλου. Ειδική κατηγορία είναι και οι απόδημοι που επαναπατρίζονται, όπως ο Κωνσταντινος Γιανναρης.

Χτες είχε έρθει στην παρουσίαση της ταινίας του «Ο Περιηγητής», στον Απόλλωνα, ο κύριος Michel Negroponte. Μια ωραιότατη ταινία με πρωταγωνίστρια την Νέα Υόρκη και κυρίως την 9/11/2001. Ο σκηνοθέτης, ένας αρκετά έξυπνος και ενδιαφέρων ομιλητής, δήλωσε, στα αγγλικά, ότι «δεν είναι τόσο περήφανος που είναι Αμερικάνος», (λογικό), «όσο είναι περήφανος που είναι Νεοϋορκέζος». Μάλιστα. Όπως ο συμπολίτης του ο Woody Allen, ο οποίος βάζει, όμως, και κανένα οιδιπόδειο που και που στις ταινίες του. Καλή πατρίδα, σύντροφε…


 
 
Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια. Στείλτε το πρώτο!

Αυτή τη στιγμή δεν είστε συνδεδεμένος. Συνδεθείτε ή κάντε εγγραφή για να σχολιάσετε.