• ΕΠΙ ΤΟΥ ΠΙΕΣΤΗΡΙΟΥ...

  • Αριθμός ταινιών: 22307
  • Αριθμός συν/τών: 759912
  • Πρόγραμμα 300 Κινηματογράφων και 18 τηλεοπτικών σταθμών
Συντελεστές - Διάφορες Πληροφορίες


- Eπώνυμο, Όνομα:

Σουγκλάκος, Απόστολος






- Φύλο: Aνδρας
- Τόπος Γέννησης: Μανιάτικα, Πειραιάς
- Hμερομηνία Θανάτου: 05 Σεπτεμβρίου 2006




- Διάφορες Πληροφορίες:


Παρασκευή 17 Φεβρουαρίου 2006
Ο άρχοντας του κατς, το παιδί του λαού Απόστολος Σουγκλάκος εμφανίζεται στο 4ο Φεστιβάλ Cult Ελληνικού Κινηματογράφου. Με αυτή την αφορμή αλλά και με δεδομένη την τεράστια καριέρα του στα ρινγκ, το πανί, την τηλεόραση και, εσχάτως, το τραγούδι, οι συνεργάτες του Cine.gr τον συνάντησαν στα γραφεία της Astra (του Νίκου Τριανταφυλλίδη) και του απέσπασαν πληροφορίες για τη ζωή του και την εμφάνιση που θα κάνει την Παρασκευή 17/2 στο Gagarin 205 κι όταν τον στρίμωξαν λίγο παραπάνω, είχαν… κακά ξεμπερδέματα μαζί του (δείτε τις φωτογραφίες που το αποδεικνύουν). Θα είχαν ξεχάσει φαίνεται ότι… όσα χρόνια κι αν περάσουν, ο Σουγκλάκος ποτέ δεν φοβήθηκε και δεν φοβάται κανέναν, ο Σουγκλάκος δεν είναι δειλός!

Συνέντευξη στους: Στάμο Δημητρόπουλο, Γιάννη Δηράκη












Σε ξέρουμε τέσσερις δεκαετίες;

Όχι τέσσερις, είναι πολλές. Τουλάχιστον 30 χρόνια, στον κινηματογράφο και στην πάλη. Στην πάλη ξεκίνησα από 11 χρονών. Από μικρό παιδί.

Στη γειτονιά;

Ναι, στα Ταμπούρια που έμενα, στα Μανιάτικα, στον Πειραιά, γιατί είμαι και Πειραιώτης, ήταν ένας μεγάλος χώρος, ένα θέατρο που φιλοξενούσε θιάσους και συν τοις άλλοις γίνονταν παλαιστικοί αγώνες, άλλες μέρες. Όταν λέμε θιάσους, εννοούμε τους καλούς τότε ηθοποιούς. Ιστορικό θέατρο. Και πήγα εγώ μια φορά, είδα εκεί που παλεύανε, πιτσιρικάς, και μάλιστα χώθηκα μέσα στο τσάμπα, και είδα τότε τον Καρυστινό κι όλους αυτούς οι οποίοι έμελλε μετά να είναι αντίπαλοί μου. Στο πρόσωπο αυτών, είδα τον Σουγκλάκο. Ότι γουστάρω να γίνω παλαιστής. Είχα όμως ήδη περάσει από πυγμαχία, ποδόσφαιρο, έπαιζα στον Άρη Πειραιώς τερματοφύλακας, στον Εθνικό Πειραιώς τερματοφύλακας, μου άρεσε να είμαι τερματοφύλακας. Πέταγα σφαίρα με τον Λεμονή του Ολυμπιακού, δηλαδή είχα κάνει πολλά πράγματα. Στην ηλικία από 9 μέχρι 11 είχα κάνει πολλά πράγματα αλλά δεν την έβρισκα. Μέχρι που είδα αυτούς κι έδεσε το γλυκό, πήγα ρώτησα πού γράφεσαι, πήγα στο Καραϊσκάκη μετά και γράφτηκα στον Ολυμπιακό, στην Ελληνορωμαϊκή και μετά με πήρε ο αείμνηστος ο Καρπόζηλος, μια μεγάλη δόξα της εποχής και μ’ έβαλε στο χώρο του κατς. Ήταν πολλοί παλαιστές, μεγάλες φίρμες, εγώ όμως ήμουν πιτσιρικάς. Αλλά την άρπαξα την πάλη αμέσως. Μου άρεσε το κατς. Πώς σ’ αρέσει εσένα η δουλειά που κάνεις; Βάλε τώρα 100 φορές πάνω. Και με το που μπήκα στο κατς, καπέλωσα φίρμες και παλαιστές οι οποίοι ήταν 15 και 20 χρόνια. Δηλαδή από μικρός μπήκα κατευθείαν στο βωμό της δόξας. Και συγχρόνως έπαιζα και σε ταινίες.

Αυτό πώς προέκυψε;

Ο κινηματογράφος προέκυψε πάλι εκεί στη γειτονιά. Όλα απ’ τη γειτονιά ξεκινάνε. Γυρίζανε μια Ιταλική ταινία εκεί στο Σχιστό, στα σκουπίδια, «Οι Στρατιωτίνες» λεγόταν. Και πήγα εκεί στο χώρο που γυρνάνε την ταινία και μου φωνάζει ένας βοηθός, ένας Ιταλός και μου λέει «έλα εδώ, κάτσε εδώ πέρα μ’ ένα ξύλο και κάνε αυτό». Θέλανε να παραστήσουν ότι έχει πέσει βόμβα και κάθονται οι πιτσιρικάδες και μ’ ένα ξύλο πιέζουν τα σκουπίδια, το χώρο που έπεσε η βόμβα. Με είδανε κάτι έλληνες κομπάρσοι και ξέρεις, ήμουνα κι εγώ παιδάκι, γυμνασμένος, με γουστάρανε αυτοί, μου λένε «θες να ‘ρθεις πάνω σε ένα σωματείο κομπάρσων, την Κυρα-Στέλλα;». Κι έφευγα εγώ από τα Ταμπούρια κι ανέβαινα πάνω στο σωματείο κομπάρσων κι έκανα κάποια γυρίσματα. Τότε βάζανε κομπάρσους με κοστούμια σε μπουζούκια και κάνανε τους πελάτες. Δούλευε πολύ η κομπαρσαρία τότε. Ήταν οι ωραιότερες στιγμές της ζωής μου, μπορώ να σου πω. Γιατί μετά φεύγαμε μετά από ένα γύρισμα νυχτερινό και γινόμασταν «μίξη», ξέρεις, εγώ με μια κοπέλα, η κοπέλα… Δηλαδή ήταν και ερωτικά ωραία. Ενώ υπήρχε πείνα στο σεξ, στα Ταμπούρια δεν υπήρχε γκόμενα, τίποτα… Τότε για να πιάσεις μια γκόμενα, έπρεπε να την παντρευτείς. Εγώ με το κομπαρσιλίκι πέρασα κι ωραία στο θέμα της γυναίκας. Και επειδή ήμουνα φιλόδοξο άτομο, ήθελα να μην παίζω μόνο σε μια-δυο σκηνές να χτυπάω παλαμάκια και ψαχνόμουνα να κάνω κάνα ρολάκι. Ώσπου έτυχε να παίξω σε μια ταινία του αείμνηστου του Κώστα Καραγιάννη (που μετά έπαιξα σε 60-70 ταινίες του), με είδε, του άρεσα, γίναμε φίλοι… Ο Καραγιάννης τότε ήταν μεγάλη εξουσία. Ξέρεις, πώς ήταν ο Φίνος; Έτσι. Και πήγαινα στο γραφείο του και μ’ έστελνε σε γυρίσματα. Και πήγαινα κι έκανα διάφορα ρολάκια σε ταινίες με τη Βουγιουκλάκη, με τον Αυλωνίτη… Με μεγάλες δόξες. Και μετά περάσανε τα χρόνια, έκανα περίπου 160 ταινίες, μαζί με τις ξένες – γιατί γυρίζονταν και πολλές ξένες τότε. Για όλη αυτή την ιστορία, αυτό που προέχει είναι ότι ήμουνα χαρακτηριστικό άτομο. Ήμουν διαφορετικός οπτικά από έναν άλλο πιτσιρικά της ηλικίας μου, ήμουνα ωραίο παιδί, ήμουνα και ψωνισμένος με την πάλη… Και με τα χρόνια έκανα και στον κινηματογράφο μια καριέρα και βλέπει σήμερα ο άλλος στις ταινίες μου της δεκαετίας του ’60 τα Εξάρχεια ή την Ομόνοια πώς ήταν κι είμαι κι εγώ μέσα. Σκέψου ότι έχω παίξει σε μια ταινία που είναι ο Αυλωνίτης, ο Φέρμης, ο Δάνης, ο μεγάλος αυτός ηθοποιός κι είναι όλοι πεθαμένοι. Ο Αυλωνίτης κανε τον Μπαρμπαγιώργη. Εγώ έκανα μαζί με τη φτερού, τη φημισμένη φτερού, το φρουρό του Πασά που ήταν ο Δούκας -αυτός που έπαιζε με τον Χατζηχρήστο τον Μπακαλόγατο, ο χοντρός. Και η φτερού είχε ένα φτερό κι έκανε όπως κάνουν στα χαρέμια… Δε ζει κανένας. Ψέματα, ζω εγώ που ήμουνα ο πιο μικρός, η φτερού που είναι βέβαια μεγάλη σε ηλικία και η Ντίνα η Τριάντη, η γυναίκα του Κομνηνού. Θέλω να σου πω ότι είχα την τύχη από μικρό παιδί να ανακατευτώ με όλη αυτή τη διαδρομή και δεν ντρέπομαι να σου πω ότι δυο μεγάλες αγάπες είχα στη ζωή μου, εκτός από τη μητέρα μου και τον πατέρα μου. Ήτανε η πάλη και ο σινεμάς.









Οι άλλοι παλαιστές πώς έβλεπαν την καριέρα σου στο σινεμά;

Είχα και κόντρες. Όταν εγώ έπαιζα στο σινεμά, οι παλαιστές οι άλλοι, της ηλικίας μου και μεγαλύτεροι από μένα, επειδή ήμουνα αστεράκι και φαινόταν ότι θα λάμψει, γιατί με την πάλη έγραψα ιστορία, γύρισα όλο τον κόσμο, στο Παναθηναϊκό έκανα 20-30 χρόνια αγώνες… Είχα και τις ζήλιες. Ενώ εγώ τους έφερνα στα γυρίσματα και κάνανε τους μπράβους και τους φουσκωτούς, εκείνοι με σνομπάρανε. Μου λέγανε στα Ταμπούρια «πού ήσουνα Αποστόλη;», τους έλεγα «είχα πάει για γύρισμα» και μου λέγανε «α, είχες πάει να γυρίσεις κανένα κοστούμι;» και γελάγανε και μου κάνανε πλάκα (γελάμε κι εμείς αλλά ο Απόστολος δε γελάει…). Σήμερα βέβαια είναι ασπρομάλληδες και γερόντια, με μια γυναικούλα και εγγόνια και μου λένε «Απόστολη», «Ποιος είστε κύριε;». Τους τιμωράω με άλλο στυλ. Είχα και αυτά αλλά αν υπάρχει το ψώνιο, η καψούρα, η αγάπη… Εγώ έβλεπα τη μάπα μου στο σινεμά κι έλεγα «Παναγίτσα μου!». Σκέψου ότι είχα πάει σ’ ένα σινεμά στο Αιγάλεω και στο διάλειμμα έκανα βόλτα για να με δούνε κι ο κόσμος είχε τρελαθεί. Σου λέει, από πού βγήκε αυτός; Νομίζανε ότι βγήκα απ’ την οθόνη, απ’ τον τοίχο. Και μου άρεσε, ήταν μια μαγεία. Δεν κρύβω ότι και να ξαναγεννιόμουνα το ίδιο θα έκανα. Με την πάλη όχι τόσο πολύ, γιατί δεν υπάρχει υποδομή, γιατί θα παλεύω μόνος μου. Αλλά με το σινεμά θα ασχολιόμουν.

Ποιος είναι ο πιο δύσκολος αγώνας που θυμάσαι;

Εκεί που είχα φάει πολύ ξύλο κι ήταν να με εκτελέσουν κιόλας ήταν στη Νιγηρία με το Μάικ Πάουερ. Αυτός στη Νιγηρία ήτανε Θεός. Δηλαδή αν ρωτήσεις ένα Νιγηριανό απ’ αυτούς που πουλάνε τα cd για τον Μάικ Πάουερ, τον ξέρουν όλοι. Τώρα έχει τζιν ρούχα, εργοστάσια κλπ. Παλεύαμε και κατάλαβα ότι αν δεν καθόμουνα να χάσω… Την ώρα που τον κοπάναγα, μου βάλαν ένα όπλο στο κεφάλι. Ήταν ένας αγώνας δύσκολος, με την έννοια ότι ήμουν έφηβος και είχα την αγωνία αν θα κατέβω από το ρινγκ και δεν με καθαρίσουνε. Ώσπου τελικά, αναγκάστηκα και έχασα. Ήταν αγώνας με πολύ σασπένς.

Με την τηλεόραση πώς ασχολήθηκες;

Τη χρησιμοποιούσα σαν μέσο επικοινωνίας. Έτυχε να κολλήσω με τον Μικρούτσικο και να κολλήσει κι αυτός μ’ εμένα, στο “Χαμογελάτε, είναι μεταδοτικό” στο MEGA και μετά ακολούθησαν άλλες εκπομπές. Το είχα για προβολή δική μου, να μην ξεχνιέμαι.

Τι να ξεχαστείς; Στο 1ο Φεστιβάλ Cult που έγινε και είχες βραβευτεί, είχε γίνει χαμός!

Όταν λέω να μην ξεχνιέμαι, εννοώ… το «ψωνάκι», ξέρεις. Και τη χρησιμοποιούσα και μέσα από την πάλη. Όταν έχεις κάνει τηλεόραση και κάνεις κι έναν αγώνα, όταν είναι να κόψεις ας πούμε 500 εισιτήρια, κόβεις 700. Αυτό είναι γεγονός. Δεν έχεις προσέξει που η Αλεξίου και ο Νταλάρας και όλοι μόλις βγάλουν ένα καινούργιο cd πλακώνουν τα κανάλια; Το χρησιμοποιούσα κάπως έτσι. Δεν έχω καμιά σοβαρή σχέση. Έχω σοβαρή σχέση όμως με την ΕΡΤ και την ΥΕΝΕΔ που με παίρνανε σαν παλαιστή και τότε, θυμάμαι ένα γεγονός, που είχαν γίνει τα «μονά και τα ζυγά». Και έπαιρνα ένα αυτοκίνητο και το διαλούσα με γροθιές… Χρόνια πριν βγει η ιδιωτική τηλεόραση. Όλος ο κόσμος έβλεπε έναν αγανακτισμένο πολίτη… Αυτά όλα ήταν μια σχέση… οι συνεντεύξεις που έδινες, σε έβλεπε όλη η Ελλάδα… Ξέρεις, δεν είναι αυτή η ασυδοσία και η ξεφτίλα που γίνεται σήμερα. Τώρα, στις «Αϋπνίες» που πήγα, στην Πάνια, έτυχε. Με πήρε η Ανίτα, μου είπανε «Αποστόλη, έλα» και κόλλησα σαν επιτροπή και τους έλεγα «πάρτε ένα δεκαράκι». Έχω όμως και ένα καλό. Σε όλα έχω και ημερομηνία λήξεως. Τώρα σταμάτησα ας πούμε. Ενώ φέτος το ξεκίνησα, σταμάτησα. Έχω να πάω 9 εβδομάδες κι ούτε θα ξαναπάω. Δεν έχω κανένα παράπονο και με πληρώνανε οι άνθρωποι. Αλλά θέλω να σου πω ότι περισσότερο είναι αυτή η σχέση. Μόλις βγάλω ένα μήνυμα και δω ότι ο κόσμος το γουστάριζε αυτό που έκανα, παίρνω τον πούλο.

Και πώς εξηγείς όλο αυτό τον πανικό που γίνεται κάθε χρόνο στο Cult Festival;

Να σου πω κάτι; Η νέα γενιά βλέπει τις ταινίες τις παλιές και βλέπει τη διαφορά. Γιατί σήμερα πια ο κινηματογράφος ο Ελληνικός είναι για την πάρτη αυτών που φτιάχνουν τις ταινίες. Ξέρεις, η κουλτούρα, αυτή η ασυδοσία. Και βλέπεις τώρα τον τότε εμπορικό κινηματογράφο, την πιο ξεφτίλα ελληνική ταινία, τη βάζει στον ΑΝΤ1 και βάζει στο MEGA ποδόσφαιρο. Και βλέπεις ότι η διαφορά είναι μικρή και πολλές φορές η Βλαχοπούλου περνάει και το ποδόσφαιρο. Ο κόσμος και ειδικά οι μεγάλοι, έχουν μεγαλώσει κι έχουν γαλουχηθεί κι έχουν ζήσει και γεράσει και πεθάνει με τις ταινίες. Βλέποντας όμως και τις άλλες ταινίες, τις πατάτες -γιατί είναι όλες πατάτες, όλες ξεφτίλα είναι, χαλιούνται εκατομμύρια- παραμένουν ερασταί. Και λένε στα παιδιά τους. Τα παιδιά τώρα, πάνε επειδή τους αρέσει η κουλτούρα, ανήσυχα νιάτα αλλά σου λέει κάποια στιγμή δε γαμιόμαστε; Βλέπουμε ένα μαλάκα και περπατάει δυο ώρες στο δάσος… Για τέτοιες ταινίες σου λέω (γέλια). Για να κερδίσεις κάτι, πρέπει να αγωνιστείς, να κουραστείς. Κι έρχονται αυτοί και ξαναγυρνάνε στον ελληνικό κινηματογράφο, τον παλιό. Βλέποντας σκηνές ή γειτονιές ή ηθοποιούς, βλέπουν ότι ενώ δεν είχαν τα μέσα, τα λεφτά, έχει κάνει μια καλύτερη ταινία ο παλιός απ’ το σημερινό που του έχουν 50 άτομα συνεργείο, τρώνε-πίνουνε-γλεντάνε και κάνει μια ταινία για πάρτη του. Και γι’ αυτό η νεολαία γυρνάει στον παλιό κινηματογράφο και ιδιαίτερα στον ερωτικό, γιατί του λέει ο πατέρας του ότι «χάρη στον Γκουζγκούνη, πλακωνόμουνα στη μαλακία και δεν τρελάθηκα». Γιατί ξέρεις, λένε τώρα ότι σε κράτη που είναι αυστηρά και δεν υπάρχει η οπτική μεριά της τσόντας και το πορνό είναι απαγορευμένο, τα εγκλήματα είναι αυξημένα. Έγινε ένα γκάλοπ στην Αμερική για τα τηλέφωνα, τα 090 και σου λέει ότι έπεσε η εγκληματικότητα. Γιατί ο άλλος ηρεμεί. Δεν έχει γκόμενα ρε παιδί μου, γιατί δεν αξίζει ή δε γουστάρει ή ο χρόνος δεν του το επιτρέπει. Πάει και βλέπει μια τσόντα και ηρεμεί. Τα παλιά χρόνια πηγαίνανε κάποιοι και κατεβάζανε τα σώβρακά τους. Οι άνθρωποι είχαν φάει φλας και λέγανε ότι είναι τρελοί. Δεν είναι τρελός, απωθημένα έχει. Πιστεύω ότι το μόνο πράγμα που δε θα τελειώσει ποτέ, ενώ το τραγούδι τελειώνει και μένει μια ανάμνηση, είναι ο σινεμάς. Όσα χρόνια και να περάσουνε θα υπάρχει και ειδικά η νεολαία, το παιδί το δικό μου, το δικό σου, θα βλέπει κινηματογράφο. Γιατί ο κινηματογράφος είναι μια μαγεία. Γι’ αυτό και λέγεται έβδομη τέχνη. Σε μεταφέρει από δω που συζητάμε κατευθείαν και σε πάει στο φεγγάρι. Ο σινεμάς είναι άλλο πράγμα. Έχει πέσει όμως σε άσχημα χέρια. Σε ξεφτίλες ανθρώπους. Σε σκουληκάνθρωπους που μπήκανε στο χώρο για να τα πάρουνε, είχανε ένα μέσο, ένα υπουργό, πήρανε απ’ το κέντρο κινηματογράφου και μειώσανε τον κινηματογράφο και κλείσανε κινηματογράφοι. Η καλή ταινία, ο καλός σινεμάς, θα δουλεύει πάντοτε. Και να σου πω και κάτι άλλο. Αν βάλουμε σε κινηματογράφους σημερινούς, στα Village κλπ., ταινίες ελληνικές, ερωτικές κλπ. και κάνουνε εβδομάδα ελληνικού κινηματογράφου, ξέρεις τι έχει να γίνει; Της πουτάνας! Πού το ξέρω; Από το γκάλοπ που κάνω εγώ, που προχωράω και ένα χρόνο μου λένε «τι θα γίνει, πότε θα γίνει…».









Είναι και αντίδραση στην τηλεόραση και σε όσα είναι «στη μόδα»; Θυμάμαι πέρσι που βραβεύτηκε ο Γκουζγκούνης και είπες ότι «είναι μια μεγάλη στιγμή, όχι από αυτές που λένε οι τηλεοράσεις…» κι από κάτω έγινε χαμός.

Αγόρι μου, ο Γκουζγκούνης είναι η αιτία -στο λέω και ανατριχιάζω- που μεγαλώσανε γενιές και γενιές, δηλαδή ο πατέρας ο δικός σου, ο πατέρας ο δικός μου -ο πατέρας μου όχι, γιατί ήτανε πιο μεγάλος- ένας άλλος πατέρας, ένας πενηντάρης… Μεγάλωσε με τον Γκουζγκούνη. Ο πρώτος άνθρωπος που έβγαλε μπούτι ήταν εκείνος στην ταινία «Χωρίς Ιδανικά», με την καράφλα του κιόλας κι έβλεπες τότε που μεσουρανούσε ο Κούρκουλος, οι Θεοί του κινηματογράφου και σκάει ο καράφλας ο Γκουζγκούνης στο Χολαργό και γινόταν της π******ς στους κινηματογράφους. Η τηλεόραση τώρα είναι ψεύτικος κόσμος, είναι όλα ψεύτικα. Στην προκειμένη περίπτωση, είναι αντίδραση. Ο Γκουζγκούνης έχει επιτελέσει έργο! Αυτό που σου λέω είναι σοβαρό! Ξέρεις πόσοι έχουν εκσπερματώσει με τον Γκουζγκούνη και με τη σκέψη ακόμα ότι θα πάνε να δουν την Τίνα Σπάθη… Σοβαροί να ‘μαστε! Πολύς κόσμος! Μη βλέπεις που δεν το λένε… Οι σαραντάρηδες που δεν έρχονται τώρα εδώ και είναι απόμακροι, σε πληροφορώ ότι έχουν βαρέσει πολύ μαλακία γι’ αυτούς τους ανθρώπους.

Στην εποχή μας ποιοι χρειάζονται ξύλο;

Σε ποιον τομέα;

Στην πολιτική ας πούμε. Αν μπορούσαμε να σου φέρουμε κάποιον εδώ να τον δείρεις, ποιος θα ήθελες να είναι;

Δεν έχω αντιπάθειες. Νομίζω ότι είναι γνωστό πια. Οι Έλληνες πολιτικοί έχουν μάθει ότι αυτοί κάνουν μια δουλειά, ένα επάγγελμα, διεκδικούν μια καρέκλα και μόλις την κερδίσουνε σταματάνε να ασχολούνται με την καρέκλα και κάθονται κι απολαμβάνουν τα αγαθά που τους προσφέραμε εμείς. Κι αυτοί ψάχνουν δουλειά. Πώς είναι αυτοί που κάνουν αίτηση να πάνε στον ΟΤΕ, στο Δημόσιο; Έτσι κι αυτοί. Να δεις τώρα με τις εκλογές, θα παρακαλάνε, θα παίρνουνε τηλέφωνα… Μην τα ψάχνετε. Μπαίνουν στη δουλειά τους και μόλις μπαίνουν, μας γράφουν στ’ α*****α τους. Αυτό δεν έχει καμιά σημασία όμως, δεν μπορείς να πεις ότι «θα τον πλακώσω». Το ξέρεις ότι είναι έτσι.

Ο Σουγκλάκος δε φοβάται τίποτα;

Δεν είναι απόλυτο. Τα πάντα φοβόμαστε στη ζωή. Παλιά έλεγα δεν φοβάμαι τίποτα. Τώρα που ωριμάζω, φοβάμαι… Τι φοβάμαι; Τίποτα δε φοβάμαι. Κανέναν δεν φοβάμαι. Την έχω βρει με τον εαυτό μου, περπατάω, είμαι «αρίμπα», γυρνάω, ότι θέλω λέω κι ας είναι μαλακία… Το μόνο που φοβάμαι… Εντάξει, δε γουστάρω ρε παιδί μου να πεθάνω -κούφια η ώρα- θέλω να ζήσω 850 χρόνια. Γιατί η ζωή είναι ωραία. Άμα την έχεις βάλει με το μυαλό σου, είναι ωραία. Άμα την έχεις βάλει με την άποψη να μοιάσεις στον άλλον που έχει ρολς ρόις και να μοιάσεις στον άλλο, τον δήθεν κύριο, είναι κακιά η ζωή γιατί βάζεις στόχους ζηλοτυπίας. «Γιατί εσύ να έχεις αυτοκίνητο κι εγώ να μην έχω…», φεύγει η ζωή σου και δεν την παίρνεις χαμπάρι. Κατάλαβες; Εγώ περνάω καλά γιατί με τον κόσμο τα έχω καλά, με την οικογένειά μου τα έχω καλά, με τον εαυτό μου… είμαι βαρεμένο άτομο, ξέρεις, «αλλού γι’ αλλού» κι εκεί είναι καλά, τα βρίσκω, μπαίνω σε κάνα τραίνο… Ξέρεις, είμαι μοναχικός. Πάω σε καμιά παραλία, περπατάω ώωωωρες, μ’ αρέσει το περπάτημα κι εκεί βρίσκω το Σουγκλάκο. Σχεδιάζω τη διασκέδαση, είμαι κοσμικό άτομο, διασκεδάζω, δεν κάθομαι σπίτι ποτέ, πάω εδώ, πάω εκεί, πάω παντού. Τρώω καλά, μ’ αρέσουν τα ταξίδια, έχω πάει πολλά ταξίδια, έχω γεμίσει πέντε διαβατήρια με την πάλη. Και μου ‘χει μείνει η ρετσινιά. Λέγε.

Και πώς απομονώνεσαι; Δεν γίνεται χαμός όταν βγαίνεις στο δρόμο;

Είμαι ο μόνος που έχω πει πολλές φορές και με τον Μικρούτσικο μαζί, όποιος νομίζει ότι είναι επώνυμος… Να βάλουμε ας πούμε ένα γνωστό κι εμένανε. Να πάμε στο Κολωνάκι, στο Μπραχάμι, σε καλές γειτονιές και να βάλουμε δυο ανθρώπους με κασετόφωνα και να κάνουν γκάλοπ. Και να δούμε σε ποιον θα λένε «γεια σου, μεγάλε» και ποιον θα αγκαλιάζουνε. Γιατί εμένα μ’ αγκαλιάζουνε. Εγώ έχω δει πολλές φορές άντρα που είναι με τη γυναίκα του και της λέει «φίλησε τον!», «μα ρε Μάκη…», «φίλησέ τον, είναι ο Σουγκλάκος!». Θέλω να σου πω ότι έχω συμπάθειες, γιατί αυτό που έκανα, το έκανα καλά και το ‘βλεπε ο κόσμος. Θα σου πω μια απλή ιστορία και θα γελάσεις. Κι είναι αληθινό. Ο κουνιάδος μου έχει ένα αυτοκίνητο ξεσκέπαστο. Και πήρε τηλέφωνο τη γυναίκα μου και της είπε «ρε Πόπη, πες στον Απόστολο να πάρει το αυτοκίνητο απ’ το καράβι…» και λέω ας πάω, να του το φέρω σε ένα πάρκινγκ στην Αχαρνών, μεσημέρι, Κυριακή. Και παίρνω το ξεσκέπαστο απ’ το καράβι κι έρχομαι στην Πειραιώς. Στα φανάρια οι ταξιτζήδες μου λέγανε «καλά, δε ντρέπεσαι ρε Σουγκλάκο; Εσύ με ξεσκέπαστο;». Κι έψαχνα να βρω το κουμπί για να κλείσει και δεν το έβρισκα. Για να μη με δούνε. Δεν μπορούν να με δουν εμένανε χλιδάτο και μπουρζουά. Εμένα αν με δούνε αβέρτα οικονομικά, θα πούνε ότι πουλήθηκα. Έτσι και να μου κάτσει στη ζωή να κάνω λεφτά, που δεν το επιδιώκω, πάλι θα είμαι στην κακομοιριά, γιατί έτσι με γουστάρουνε. Εγώ είχα ένα λάντα για χρόνια, αυτά που έχουνε οι γύφτοι, ένα κίτρινο που για μένα ήταν «αρχηγός», έβαζα τους παλαιστές και πήγαινα περιοδεία, μου έχει μείνει ακόμα το «λαντάκιας». Ενώ έχω πάρει ένα άλλο, τώρα μου λένε «πού είναι το λάντα»; Είμαι λαός, είμαι γύρω από κει, δε ζηλεύω κανέναν, όλοι να περνάνε καλά, όλοι να ‘χουν λεφτά κι εγώ να μην έχω… Είναι σοβαρά αυτά που σου λέω. Δεν έχουν συνειδητοποιήσει αυτοί οι βλάκες ότι όταν φεύγεις από εδώ, δεν παίρνεις τίποτα.

Κι εκεί που λέγαμε ότι το Cult πέθανε, ξαφνικά είδαμε καινούργια παιδιά να γυρίζουν ταινίες…

Μακάρι τα παιδιά να κάνουνε… είναι ωραίο. Γιατί μπορεί απ’ αυτούς όλους να βγει κάποιος που να ξεφύγει απ’ τους άλλους και να γίνει πρώτος ας πούμε και να ‘χει σαν πρότυπο τις ταινίες αυτές.

Τι έχεις να τους πεις;

Να αντέχουνε στα οικονομικά, γιατί για να κάνεις μια ταινιούλα, όσο να ‘ναι… Και το παιδί αν δεν έχει και λεφτά, πρέπει να τα μαζέψει σαν τον Φωκίωνα (Μπόγρη)… Ξέρεις, κάναμε την ταινία (Επιστροφή των Καθαρμάτων) και σκέψου ότι εγώ κράταγα το μικρόφωνο όταν δεν έπαιζα. Εμένα μ’ αρέσουν αυτά γιατί τα θυμάμαι από μωρό. Θέλει να έχεις το πάθος, να έχεις την κ***α να κάνεις κάτι τέτοιο αλλά αυτό που σε κωλώνει είναι το οικονομικό. Εάν κάποιοι μπορούν να το ξεπερνάνε αυτό με χορηγίες κλπ, να προχωρήσουνε γιατί δεν υπάρχει πιο ωραίο πράγμα απ’ το να κάνεις μια ταινία και να κάθεσαι να τη βλέπεις και να λες «αυτή την έκανα εγώ». Νομίζω ότι από τη μεριά του σκηνοθέτη, μέσα τους έχουν μια άλλη κουλτούρα. Βλέπουν εμένα ή τον άλλο και λένε «αυτό είναι δημιούργημα δικό μου». Ανεξάρτητα αν εγώ έχω γράψει ιστορία. Να προχωρήσουνε και να μην κωλώσουνε με τίποτα, να κάνουνε ταινίες. Είναι ό,τι καλύτερο και για μας και για όλους. Δε βλέπεις τα σήριαλ τι κάνουνε; Παίρνουν τους παλιούς ηθοποιούς για να «σηκωθούν». Άμα κάνει κάποιος ταινίες, κάποια στιγμή θα παίξω κι εγώ. Εγώ δεν περιμένω πότε θα κάνει αυτός ταινία, εγώ έχω παίξει κι έχω κλείσει. Αλλά θέλω να σου πω ότι και αυτό μου αρέσει εμένα. Γιατί θα μου βγάλει ένα ψώνιο, γιατί εγώ είμαι ψωνάρα! Το να πάω να κάνω τώρα μια ταινία σε τέτοιο στυλ με πιτσιρικάδες, το γουστάρω, μ’ αρέσει. Και μόνο που θα μου λέει «θα κάνεις αυτό, θα κάνεις εκείνο…», επειδή τα έχω κάνει αυτά σε πολλές ταινίες, είμαι σε θέση να κάτσω απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ, χωρίς να φάω, δεν μ’ ενδιαφέρει και να κάτσω σε μια καρέκλα και να περιμένω να μου πει ο σκηνοθέτης. Ξέρεις ποια είναι η ομορφιά της ταινίας, η ηδονή; Τώρα έχει βγει το βίντεο και το βλέπεις κι είναι άσχημο για μένα που έχω κάνει με το φιλμ. Δεν το ‘βλεπες τότε. Το φιλμ είναι η αγωνία, πώς είσαι, τι είσαι, θα σου κρατήσουν τα πλάνα αυτά που νόμιζες ή θα τα κόψει ο γ******ς ο σκηνοθέτης… Και πήγαινες στο σινεμά και καθόσουν και περίμενες κι έβλεπες τη φάτσα σου κι έλεγες «Παναγίτσα μου!». Είναι μεγάλο πράγμα ο σινεμάς! Κι εγώ που δεν έχω αλλάξει τη διαδρομή της ζωής μου και κάνω μόνο πράγματα γύρω απ’ αυτά, το ψώνιο μου είναι πολύ αυξημένο και δε θα γίνω καλά ποτέ. Και θα γουστάριζα να κάνω μια άλλη ταινία με έναν άλλο Φωκίωνα ή με τον Φωκίωνα. Και με το παιδί έχουμε συζητήσει, μου λέει «Αποστόλη δεν έχω λεφτά»… Αλλά κι αυτός έχει την ψωνάρα μέσα του, έκανε μια δουλειά στην αρχή, ήταν μια τελείως χύμα ταινία αυτή που έκανε, για τελείως «χεβυμεταλάδες»… Καλή δουλειά, μ’ άρεσε και δημιούργησε κι ένα κοινό. Τώρα πιστεύω ότι στις επόμενες ταινίες του θα είναι πολύ καλύτερος.









Έχουν ήδη περάσει 4 χρόνια. Τελικά η ιδέα του Νίκου (Τριανταφυλλίδη) για το Cult Festival ήταν καλή;

Βέβαια. Εγώ θέλω να τον ευχαριστήσω το Νίκο μέσα από το “νταλαβέρι” αυτό που κάνουμε γιατί με είχε πάρει ένα τηλέφωνο και μου λέει «Αποστόλη, ξέρεις, θα κάνω καλτ φεστιβάλ και θέλω να σε βραβεύσω». Του λέω «τι να με βραβεύσεις;». Και μετά μπήκα στο πετσί. Όλα αυτά ήταν ιδέα του Νίκου. Εγώ απλά συμμετείχα και θέλω να τον ευχαριστήσω γιατί έφερε ανάσταση και γύρισε τα πράγματα τα πάνω-κάτω. Από αυτό το κατεστημένο, την κακομοιριά, τη δυστυχία, από την τηλεόραση, τις ταινίες και τις μαλακίες, ο Νίκος έφερε νεολαία στο χώρο αυτό και έβαλε σε άλλους οράματα και σκέψεις και ιδέες να προχωρήσουν και να κάνουν κι αυτοί μια ταινία. Να μιλήσουν για το σινεμά αυτό. Και ξέθαψε πολλούς. Ξέθαψε ας πούμε εμένα. Ποιος ήξερε ότι έχω κάνει τη δεκαετία του ’80 το «Ρεμάλι της Αθήνας» ή τα «Καθάρματα»;

Είχα πάθει σοκ στο Ρεμάλι της Αθήνας.

Στην προβολή είχε γίνει χαμός με τα εισιτήρια τότε. Κι ήταν ταινία λιτή. Εγώ δεν είχα ρούχα! Ένα τζιν και μια μπλούζα. Και λέγανε οι σινεματζήδες στον παραγωγό, τον Σπέντζο, «καλά, ο πρωταγωνιστής δε μπορεί να βάλει τίποτα ρούχα;». Εγώ ήμουνα αυτός που ήμουνα. Και τώρα ο Νικολάκης με ξαναγυρνάει πάλι πίσω.

Τι να περιμένουμε την Παρασκευή;

Θα παίξει κομμάτια από διάφορες ταινίες μου και θα βγω εγώ, θα κάνω κάτι χάπενινγκ, θα προλογίσω, θα τραγουδίσω κάτι ραπ τραγούδια με τη χρυσή φωνή μου που είναι για τους κουφούς, έχω βγάλει κι ένα τραγούδι που λέει «άδικο, δεν είναι άδικο, αυτή η Ελλάδα να θυμίζει ένα τρελάδικο;», θα το πω σαν πρώτη εκτέλεση, θα παρουσιάσω και διάφορους. Τον μεγάλο παρουσιαστή και τραγουδιστή Κώστα Βενετσάνο που θα πει την «Στέλλα». Ο Βενετσάνος είναι ο παρουσιαστής του Καρναβαλιού του Μοσχάτου. Και στην παλιά εποχή ήταν ο Οικονομίδης, ο Μαστοράκης κι ο Βενετσάνος. Θα έχω τον φίλο μου το Λουιτζέλο που θα κάνει ταχυδακτυλουργικά, θα πει ένα τραγούδι ο Ταμπάκης… Ό,τι μου ‘ρθει! Ένα μπάχαλο! Θα μπαίνει ο ένας, θα βγαίνει ο άλλος, θα ‘ναι ωραία γιατί δε θα ‘ναι εκείνο το στημένο, το «πάρτε κύριε λαχεία». Θα ‘ναι τα λαχεία χύμα και πας και παίρνεις.
Γιάννης Δηράκης, Στάμος Δημητρόπουλος



Βραβεύθηκε το 2003 στο 1ο Φεστιβάλ Cult Ελληνικού Κινηματογράφου για τη συνολική του προσφορά στον ελληνικό κινηματογράφο.


 
Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια. Στείλτε το πρώτο!

Αυτή τη στιγμή δεν είστε συνδεδεμένος. Συνδεθείτε ή κάντε εγγραφή για να σχολιάσετε.