• ΕΠΙ ΤΟΥ ΠΙΕΣΤΗΡΙΟΥ...

  • Αριθμός ταινιών: 22307
  • Αριθμός συν/τών: 759912
  • Πρόγραμμα 300 Κινηματογράφων και 18 τηλεοπτικών σταθμών
Ταινίες - Κριτική από το Cine.gr


Boyhood (2014)

- Μεταφρασμένος Τίτλος:
Μεγαλώνοντας

Δραματική | 166' | Ακατάλληλο κάτω των 15
Πρεμιέρα στην Ελλάδα: Πεμ 11 Σεπ 2014
Ημερομηνία κυκλοφορίας DVD: 2/2/2015
Ημερομηνία κυκλοφορίας BluRay: 2/2/2015
Διανομή: UIP
Χρώμα: Έγχρωμο
Ήχος: Dolby Digital
Γλώσσα: Αγγλικά - Ισπανικά
Δημοτικότητα: 0.22 %
Αξιολόγηση: 7.41/107.41/107.41/107.41/107.41/107.41/107.41/107.41/10   (7.41/10)
Aντιφατικότητα ψήφων: Μέση (Συμφωνία ψήφων μεταξύ 50 και 75%)




- Υπότιτλος:

12 χρόνια γυρισμάτων.

- Gallery:



 

- Κριτική από το Cine.gr:


Τρίτη 9 Σεπτεμβρίου 2014

Ένα βλέμμα που χάνεται στον ουρανό καθώς τα σύννεφα περνούν. Ένα ποτήρι που σπα σε χίλια κομμάτια. Η λάμψη στα ματιά μιας ανέλπιστης συνάντησης. Η αμήχανη σιωπή ενός έρωτα που μόλις γεννιέται και θέλεις να κρατήσει για πάντα. Η απόγνωση της ανικανότητας μπροστά στο ατέλειωτο, το αχανές. Η αντίληψη, η συνειδητοποίηση της μαγείας του σινεμά. Η παραδοχή ότι στο τέλος κάνεις αυτό που καλύτερα μπορείς. Στιγμές που έρχονται, αφήνουν ή δεν αφήνουν αποτυπώματα πάνω στα σώματα, στις ψυχές, και ύστερα χάνονται στη λάμψη του ασυνειδήτου. Μυστηριακά, φυσιολογικά και περίπλοκα όσο τίποτε, το αριστούργημα του Ρίτσαρντ Λινκλέιτερ θέτει βασικά, θεμελιώδη και τόσο δύσλυτα ερωτήματα γύρω από το βάθος, τη μεγαλοπρέπεια και την αναπόφευκτη σημαντικότητα του χρόνου. Υλοποιώντας ένα πειραματικό κινηματογραφικό σχέδιο που ξεκίνησε το μακρινό 2002, γυρίζοντας την ταινία σε 39 συνολικά μέρες, άλλα σε βάθος 12 χρόνων, ο σκηνοθέτης της τριλογίας «Before Sunrise/Sunset/Midnight» θυμίζει στους εμβρόντητους θεατές πόσο η πορεία προς το τέλος, τον θάνατο, είναι «ο δρόμος προς το δέος».

Η ταινία περιγραφεί, όσο πιο άπλα και καθημερινά γίνεται, το ταξίδι ενός παιδιού, του Μέισον (Έλαρ Κολτρέιν), από τα έξι μέχρι την πρώιμη ενηλικίωση του, με το αγόρι να μεγαλώνει κυριολεκτικά μπροστά στα μάτια μας. Μαζί με αυτό μεγαλώνουν οι χωρισμένοι του γονείς (Ίθαν Χοκ/Πατρίσια Αρκέτ), η αδερφή του (Λόρελεϊ Λινκλέιτερ, κόρη του σκηνοθέτη), ο κόσμος γύρω του, εμείς οι ίδιοι. Χωρίς να εκβιάζει σεναριακά τίποτε, με διακριτικά αλλά ευδιάκριτα δραματικά ξεσπάσματα, κατορθώνει να ενσταλάξει μια αυθεντικότητα που όμοια της δύσκολα έχουμε ξαναδεί. Για πρώτη ίσως φορά, η αίσθηση ότι τα πράγματα δεν διαρκούν για πάντα όχι άπλα υπαινίσσεται ή υπονοείται, αλλά ζωγραφίζεται πάνω και ενσωματώνεται μέσα στο θεατή. Γίνεται ο ίδιος μέτοχος της ζωής και του θανάτου, βάζοντας την ψυχή του στο ίδιο το παιδί, στην οικογένεια. Ένα ιδιότυπο δέντρο της ζωής μεγαλώνει, ανθίζει και βγάζει καρπούς μπροστά μας. Οι ίδιοι οι ηθοποιοί αλλάζουν (ο σκηνοθέτης μάζευε κάθε χρόνο τους βασικούς πρωταγωνιστές για λίγες μέρες γυρισμάτων, αφού πρώτα συζητούσαν τι τους συνέβη τη χρονιά που πέρασε), ωριμάζουν ερμηνευτικά, αποκτούν εμπειρίες, διαμορφώνουν χαρακτήρες πέρα από τα στενά πλαίσια της κινηματογράφησης και τα σημάδια τους φαίνονται ξεκάθαρα στο φιλμ. Μέσα από φαινομενικά άσκοπες συζητήσεις (είναι όμως πράγματι άσκοπες;), γεγονότα ή μη γεγονότα, ο Λινκλέιτερ αναρωτιέται μεγαλόφωνα ποσόν καιρό χρειάζεται κάθε ένας από εμάς για να γίνει πρωταγωνιστής της ύπαρξης του και ποσό τελικά αδέξια αναλαμβάνει αυτόν τον ρόλο.

Η αφήγηση και η εικονογράφηση είναι τόσο ευφυείς που ξεχνάς την απερίγραπτη δουλειά και τον προγραμματισμό που χρειάστηκε το επικό αυτό εγχείρημα, αλλά αφήνεσαι να σε οδηγήσουν οι στιγμές. Εδώ η αίσθηση δεν κατακάθεται πάνω στις συνέπειες του χρόνου στην πλοκή ή στους ήρωες (πλέον αδόκιμος όρος). Πρωταγωνιστής είναι ο ίδιος ο χρόνος. Ο σκηνοθέτης δεν επιχειρεί να τον δαμάσει, άπλα κάθεται και συνδιαλέγεται μαζί του χωρίς υπερβολές, τραγικότητες ή ευφυολογήματα. Η σοφία, η αμφισβήτηση, η ματαιότητα έρχονται από μονές τους, δίχως να εκβιάζονται. Εκεί είναι, λοιπόν, που η ταινία γίνεται χαμηλόφωνα συγκινητική. Η εννοιολογική της τόλμη κάνει τη συναισθηματική λογική να κυριαρχεί, το ασυνείδητο να θριαμβεύει σχεδόν φροϋδικά και τελικά όλο αυτό να οδηγεί στο μεγάλωμα. Μέθοδοι δεν υπάρχουν, οι ατέλειες (ακόμη και στα τεχνικά ζητήματα) γιατρεύονται σχεδόν φυσικά, κάνοντας τα πάντα σε αυτό το φιλμ να λειτουργούν με συνεπαγωγές. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα η αφήγηση να ρέει με έναν νατουραλισμό ενδογενή, με μια παράξενη εσωτερική διαύγεια, χωρίς ποτέ το εγχείρημα να ξεπέρνα το νόημα.

Ένα από τα (πολλά) μεγάλα κερδισμένα στοιχήματα της ταινίας είναι η ερμηνεία του Έλαρ Κολτρέιν, ο οποίος υποδύεται λίγο τον μικρό Μέισον και λίγο τον εαυτό του. Κανείς -ούτε προφανώς ο ίδιος- δεν ήξερε πώς αυτό το εξάχρονο παιδί με τα μεγάλα μάτια, το γλυκό βλέμμα και τη σιωπηλή παρουσία θα εξελισσόταν με την πάροδο του χρόνου. Κι όμως, το αποτέλεσμα, όπως και τόσα άλλα πράγματα σε αυτήν την ταινία, έρχεται αβίαστα, σχεδόν φυσικά. Καταφέρνει να μεταδώσει την εσωτερική του θλίψη, τη δημιουργική αποστασιοποίηση ενός παιδιού που ακούει, που συλλέγει και εσωτερικεύει, όλα όσα τελικά χρειάζεται για να ωριμάσει. Μοιάζει, καθώς πέρνα ο καιρός, να απορροφά σχεδόν ωσμωτικά τα καλύτερα στοιχειά και των δύο γονέων, σηκώνοντας τα δικά του τείχη απέναντι σε οτιδήποτε δεν του ταιριάζει. Αντιλαμβάνεται βαθμιαία ότι οι συμβουλές, οι νουθεσίες και τα ηθικοπλαστικά μηνύματα δεν είναι τίποτε άλλο από αντανακλάσεις του ίδιου του εαυτού της εκάστοτε φιγούρας εξουσίας. Ψάχνει το νόημα στις σχέσεις, το εσωτερικό του συναίσθημα και αναρωτιέται εάν όντως ο κόσμος είναι τόσο ανταγωνιστικός, ή αν ο μονός ανταγωνισμός είναι αυτός που οι μεγαλύτεροι θα ήθελαν να του προσδίδουν. Υπάρχει, πράγματι, ανάγκη αναζήτησης του φυσιολογικού; Χρειάζεται τελικά να ακούς όλους αυτούς που δεν σε βοηθούν να βρεις απαντήσεις; Μήπως οι άνθρωποι είναι «χημικά ρυθμισμένοι για τακτικές πλύσεις εγκεφάλου»; Ανάμεσα σε μια συμβιβασμένη αλλά διαχρονικά παρούσα μητέρα και σε έναν μποέμ, ελεύθερο πνεύμα, άλλα ελαφρώς ναρκισσιστικό κι ασταθή πάτερα, ο μικρός Μέισον μεγαλώνει και σκέφτεται. Δεν έχει απαντήσεις, άπλα προβληματίζεται, αμφιβάλλει, ανησυχεί. Ίσως τελικά αυτή να είναι και η μεγαλύτερη σοφία. Καθώς τον βλέπεις να περπατά στο χείλος του δρόμου, κοιτώντας τη μακριά γεμάτη στροφές διαδρομή που διήνυσε και έχει να διανύσει, ανακαλύπτοντας τόσα κοινά στοιχειά, παγκόσμια, ουμανιστικά, δεν μπορείς πάρα να αναρωτηθείς, όπως και η μητέρα του: μα πότε πέρασε τόσος καιρός;

Το «Boyhood» είναι ίσως μια ταινία που δεν χρειάζεται να δεις και να ξαναδείς. Ερμηνευμένο ψυχαναλυτικά μοιάζει με μια εμπειρία που βιώνεις ασυνείδητα, σχετίζεσαι μαζί της πέρα από τους κανόνες, τις μανιέρες και τα βαθύτερα νοήματα. Η φευγαλέα φύση της ανθρωπινής ύπαρξης απλώνεται μυστηριώδης μπροστά σου, συμπληρώνοντας τη φιλοσοφική αναζήτηση του Τέρενς Μάλικ και τον πεσιμιστικό λυρισμό του Ντάρεν Αρονόφσκι. Περνώντας οι ώρες, οι μέρες, αρχίζεις να καταλαβαίνεις, μάλλον καλύτερα να νιώθεις στενά, σχεδόν σαρκικά, ποσό μνημειώδες είναι. Χάνονται εύκολα σκηνές/σημεία που θεωρούσες ορόσημα, ενώ άλλα αποκτούν άξια, τονίζοντας τις αμέτρητες μεταβλητές της ίδιας πάντοτε άλυτης εξίσωσης. Γιγαντώνεται μέσα σου καθώς σιγά σιγά ενώνεις τα κομμάτια και ώρες περνούν, κατορθώνοντας να παίξει με τον χρόνο ακόμη και μετά το τέλος του. Δεν γνωρίζουμε αν αυτό το σπαρακτικό δημιούργημα για την απόλυτη άξια των στιγμών (που ίσως τελικά να μετρούν πολύ περισσότερο από όσο νομίζουμε, να είναι αυτές που μας καθορίζουν, που «αδράχνουν εμάς») μπορεί να σταθεί επάξια απέναντι σε ιερές ταινίες του σινεμά, αυτό μόνο ο χρόνος θα το δείξει. Ο χρόνος που κορυφώνεται και ξεγλιστρά ανάμεσα από τα δάχτυλα, που επιβάλλεται μέσα στην ολιστικότητά του, μέσα στην αναπόφευκτη, μοιραία σχέση του με το φθαρτό. Όταν όμως όλες οι αυτοματοποιημένες απαντήσεις τελειώσουν, ο έλεγχος χαθεί και τα πράγματα φυσικά πάρουν τον δρόμο τους, αυτή η εκπληκτική χρονοκάψουλα, η φιλμική μοναδικότητα θα είναι εκεί για να αποδεικνύει ότι τελικά ο κινηματογράφος έχει τρόπους να αντισταθεί στο ποτάμι της ζωής, μπορεί να παίξει τον ρόλο της «πρώτης φωτογραφίας» που δεν μπορείς ποτέ να αποχωριστείς. Το τελετουργικό, ξεκάθαρο πλάνο του τελικού τοπίου, θυμίζοντας το κολάζ των φιλιών του «Σινεμά ο Παράδεισος» ή τα «δάκρυα στη βροχή» του «Μπλέηντ Ράνερ», έρχεται να ολοκληρώσει κάτι που ούτε το ίδιο το σινεμά δεν ήξερε ότι μπορούσε να αναπαραστήσει: τις χορδές της ζωής, που πάλλονται και παράγουν ήχο σε ένα αέναο παρόν που χάνεται.

Βαθμολογία: 5/5 Stars5/5 Stars5/5 Stars5/5 Stars5/5 Stars (5/5)

(0 κακή | 1/5 Stars μέτρια | 2/5 Stars2/5 Stars ενδιαφέρουσα | 3/5 Stars3/5 Stars3/5 Stars καλή | 4/5 Stars4/5 Stars4/5 Stars4/5 Stars πολύ καλή | 5/5 Stars5/5 Stars5/5 Stars5/5 Stars5/5 Stars αριστούργημα)

Παναγιώτης Αχτσιόγλου




Τετάρτη 10 Σεπτεμβρίου 2014

Ο Federico Fellini, μία από τις πιο επιδραστικές προσωπικότητες του ιταλικού νεοαρεαλισμού, είχε πει κάποτε πως «εμπειρία είναι αυτό που παίρνεις όσο ψάχνεις για κάτι άλλο». Στην περίπτωση του Richard Linklater και του βιωματικού του αριστουργήματος «Boyhood», αυτή η φράση συμπυκνώνει όλο το νόημα της μοναδικότητας του εγχειρήματος του τεξανού δημιουργού, καθώς ό,τι κι αν αναζητήσει κανείς από το οπτικοακουστικό αποτέλεσμά του, αυτό που θα πάρει μαζί του μετά το τελευταίο πλάνο, είναι κάτι βαθύτερο κι απείρως πολυτιμότερο: είναι η αιώνια ομορφιά της ζωής, όπως αιχμαλωτίζεται στο πέρασμα του χρόνου και προβάλλεται μπροστά μας, ατόφια και πολύπλευρη μέσω της κινηματογραφικής τέχνης.

O Mason (Ellar Coltrane) είναι ένα εξάχρονος πιτσιρικάς που ζει με τη μητέρα του (Patricia Arquette) και τη μεγαλύτερή του αδελφή Samantha (Lorelei Linklater) σε μια Αμερική που διαρκώς αλλάζει. Με τους γονείς χωρισμένους και τον cool μπαμπά (Ethan Hawke) να αναλαμβάνει τα σαββατοκύριακα τις εξορμήσεις των παιδιών στο τοπικό μπόουλινγκ για παιχνίδι και τηγανητές πατάτες, η ζωή κυλάει μέσα από γενέθλια γεύματα, οικογενειακούς καυγάδες, ερωτικά σκιρτήματα κι εκδρομικές εξορμήσεις. Σαν ποτάμι δίχως επιστροφή, οι ήρωες συνεχίζουν να μεγαλώνουν, να κάνουν λάθη, να αποκτούν εμπειρίες, να αγαπούν και να χωρίζουν, μα πάνω από όλα εξακολουθούν να αναπνέουν, να ζουν και να υπάρχουν σε ένα ατέρμονο, πολύπλοκο σύμπαν.

Το «Boyhood» αποτελεί αναμφίβολα το μεγαλύτερο σκηνοθετικό επίτευγμα στη μέχρι σήμερα καριέρα του Linklater, απαιτώντας από τον ίδιο, αλλά κι από τους ηθοποιούς του πίστη, υπομονή κι επιμονή επί 12 συναπτά έτη, όσα ακριβώς χρειάστηκαν για την ολοκλήρωση της κολοσσιαίας στη σύλληψή της ιδέα του.

Το υπέροχο, όσο κι ετερόκλητο soundtrack (από Coldplay, Flaming Lips και Black Keys, μέχρι Bob Dylan, Paul McCartney, ακόμα κι ένα τραγούδι ερμηνευμένο από τον Ethan Hawke) κρατάει τον ρόλο ενός ακουστικού coming-of-age, συνοδεύοντας ιδανικά τη ζεστή φωτογραφία των Lee Daniel και Shane F.Kelly, καθώς και την ίδια τη σκηνοθεσία του Linklater, που προσκαλεί τους θεατές να γευτούν μια νοσταλγική φέτα ζωής. Ιδιαίτερη αναφορά αξίζει και στη Sandra Adair για την εντυπωσιακή μονταζιακή της δουλειά, μέσω της οποίας ο ρεαλιστικός χρόνος των γυρισμάτων μετουσιώνεται σε μια τρίωρη, σχεδόν, κινηματογραφική εμπειρία γεμάτη πλούτο συναισθημάτων και μια γνώριμη ομορφιά της «διπλανής πόρτας».

Το αποτέλεσμα, όπως αυτό προκύπτει πάνω στη μεγάλη οθόνη, είναι ένας ακαταμάχητος συνδυασμός φιλμικού ρεαλισμού και χρονικής αποτύπωσης που διαχέεται μέσω της κάμερας, προκειμένου να φτάσει στον τελικό αποδεκτή, εμάς, και να μας κάνει να πιστέψουμε και πάλι στο μεγαλείο του σινεμά, ένα σινεμά που μας παραδίδεται εδώ σε όλη την καλλιτεχνική του καθαρότητα κι αρτιότητα, με γνώμονα την μαεστρική δουλειά του Linklater.

To «Boyhood» δεν αποτελεί την καταγραφή της εξέλιξης μιας τυχαίας οικογένειας, που μέσα στην «τυχαιότητά» της και αυτή καταλήγει να εκφράζει μια βαθιά οικουμενικότητα, αλλά μια παρακαταθήκη, μια κινηματογραφική μαρτυρία που συνδιαλέγεται με το παρελθόν, βιώνει το παρόν και διερωτάται για το μέλλον, αντικατοπτριζόμενη στις προσωπικές επιλογές και τις ενέργειες του πρωταγωνιστικού της καστ. Το πέρασμα από τα ποπ ακούσματα των αρχών των ‘00, στους indie ήχους του σήμερα, οι επιταγές της μόδας και οι εκλογές για την προεδρία του Barack Obama, δεν συμπεριλαμβάνονται απλά στο χωροχρονικό σύμπαν του Linklater, είναι το ίδιο το σύμπαν του, είναι η ιστορία μιας ολόκληρης δεκαετίας, είναι η απτή απόδειξη της ύπαρξης και της ανθρώπινης εξέλιξης, όπως καταγράφονται από το χέρι ενός σύγχρονου ουμανιστή.

Ενδεχομένως τα πράγματα να ήταν αλλιώς, αν η πρωταγωνιστική ομάδα ήταν διαφορετική. Ευτυχώς δεν είναι (και ουσιαστικά δεν θα μπορούσε να ήταν), καθώς τόσο ο μόνιμος συνεργάτης του Linklater, Ethan Hawke, όσο και η Patricia Arquette παραδίδουν εδώ ερμηνείες ζωής. Η μεγάλη αποκάλυψη, παρόλα αυτά, είναι ο Ellar Coltrane, ένα όμορφο, ταλαντούχο πιτσιρίκι, που μεγαλώνει μπροστά μας καρέ-καρέ, για να καταλήξει σε σκεπτόμενο νέο ετών δεκαοκτώ, με το μέλλον μπροστά του αχανές και μυστήριο. Λιγομίλητος, αλλά πάντα επί της ουσίας, με βλέμμα διαπεραστικό και ένα φυσικό υποκριτικό ταλέντο, ο Coltrane μπορεί να αποτελέσει έναν από τους καλύτερους ηθοποιούς της νέας γενιάς. Φτάνει μόνο να το θελήσει.

Είναι δύσκολο να κατηγοριοποιήσουμε μια ταινία όπως το «Boyhood», ενδεχομένως επειδή καμία κατηγορία δεν της ταιριάζει, όλες φαίνονται κάπως λίγες μπροστά της. Έτσι γίνεται, όμως, με τον «μεγάλο κινηματογράφο». Δεν χωράει σε καλούπια και δεν δέχεται στεγανά, παρά θρονιάζεται στην ψυχή μας και μας γοητεύει, ίσως επειδή κάπου μέσα της μπορούμε να αναγνωρίσουμε ψήγματα του εαυτού μας. Μερικά πράγματα είναι «larger than life». Το «Boyhood» είναι ένα από αυτά.

Βαθμολογία: 5/5 Stars5/5 Stars5/5 Stars5/5 Stars5/5 Stars (5/5)

(0 κακή | 1/5 Stars μέτρια | 2/5 Stars2/5 Stars ενδιαφέρουσα | 3/5 Stars3/5 Stars3/5 Stars καλή | 4/5 Stars4/5 Stars4/5 Stars4/5 Stars πολύ καλή | 5/5 Stars5/5 Stars5/5 Stars5/5 Stars5/5 Stars αριστούργημα)

Βαρβάρα Κοντονή




Πέμπτη 11 Σεπτεμβρίου 2014

2002. Ξεκινούν τα γυρίσματα ενός άτιτλου, «12χρονου» πρότζεκτ, με πρωταγωνιστές τον 8χρονο Ellar Coltrane και τη συνομήλική του Lorelei Linklater (κόρη του σκηνοθέτη, Richard Linklater), χωρίς υπογεγραμμένα συμβόλαια, καθώς ο αμερικανικός νόμος απαγορεύει την ισχύ τους για πάνω από επτά χρόνια. Ο Linklater γυρίζει κάθε χρόνο από μερικές σκηνές, διάρκειας 10-15 λεπτών, της ταινίας, η οποία στο μεταξύ αποκτά τον τίτλο «12 χρόνια». Το 2013, τα γυρίσματα ολοκληρώνονται, οι δύο νεαροί πρωταγωνιστές είναι ενήλικες, το φιλμ τιτλοφορείται πλέον «Boyhood» και ο Linklater είναι έτοιμος να μας επιβεβαιώσει πως αποτελεί έναν από τους σπουδαιότερους Αμερικανούς σκηνοθέτες αυτή τη στιγμή και πως το στίγμα του πρόκειται να μείνει ανεξίτηλο στην κινηματογραφική ιστορία.

Αν μη τι άλλο, το «Boyhood» αποτελεί ένα τολμηρό και εξαιρετικά ενδιαφέρον πείραμα, το οποίο εντέλει έχει στεφθεί από θριαμβευτική επιτυχία. Απλώς και μόνο για το λόγο αυτό, από την ίδια του τη φύση κατ` ουσίαν, δεδομένης και της προσωπικής σφραγίδας ενός τόσο ευαίσθητου δημιουργού, πρόκειται για μια αληθινά σημαντική κινηματογραφικά δημιουργία. Κι όμως η ταινία του Linklater δεν μένει μόνο σε αυτό.

Παρακολουθούμε δώδεκα χρόνια από τη ζωή ενός ανθρώπου. Ξεπερνάμε όμως το γεγονός ότι βλέπουμε τους ανήλικους –αλλά και τους ενήλικους– ηθοποιούς να μεγαλώνουν μπροστά στα μάτια μας στο πέρασμα των χρόνων και στεκόμαστε στους χαρακτήρες μυθοπλασίας, που μας αφορούν πρωτίστως. Μέσα σε δύο ώρες και τρία τέταρτα λοιπόν, γνωρίζουμε τον μικρό Mason περίπου έξι χρονών και τελικά τον εγκαταλείπουμε ενήλικα. Από την αφελή διαπίστωση ενός παιδιού ότι «οι σφήκες δημιουργούνται όταν πετάμε μια πέτρα στον αέρα» καταλήγουμε στους υπαρξιακούς προβληματισμούς ενός σκεπτόμενου νέου που περνά από το σχολείο στο πανεπιστήμιο κι από την εφηβεία στην ενηλικίωση. Από το ξεφύλλισμα στα μουλωχτά φωτογραφιών μοντέλων με εσώρουχα, στην πρώτη σοβαρή του σχέση. Από τα σπαστικά πειράγματα της μεγαλύτερής του αδερφής, στο αμήχανο και συναισθηματικά φορτισμένο «Καλή τύχη» για τα χρόνια που θα ακολουθήσουν, μετά τη σχολική αποφοίτησή του.

Ο μικρός Mason μάς πιάνει από το χέρι και μαζί του διασχίζουμε όλη αυτήν τη μακρά διαδρομή, που φαντάζει τόσο κοινή και γνώριμη, όσο και απολύτως συναρπαστική. Θαρρείς σαν να ξεφυλλίζουμε ένα παλιό φωτογραφικό άλμπουμ και κάθε αποτυπωμένη πάνω στις σελίδες του στιγμή να μας γεννά μια ολοζώντανη ανάμνηση. Κι ο Linklater παραδίδει, με όλη την αγάπη και τη φροντίδα που μοιάζουν να γεννούν τις δημιουργίες του, ένα σχεδόν τρίωρο ψηφιδωτό αναμνήσεων. Μια βαθιά βουτιά στη νοσταλγία και την αθωότητα της ξεχασμένης αίσθησης του να μεγαλώνεις, αλλά και μια απολαυστική επίσκεψη στην... απτή πραγματικότητα. Έναν θρίαμβο των μικρών καθημερινών «τίποτα» και του déjà-vu από στιγμές που κάπου έχεις... ξαναζήσει.

Κάθε μικρή, συνηθισμένη κι ασήμαντη στιγμή του περίτεχνου αυτού κινηματογραφικού οικοδομήματος λειτουργεί σαν ένα λιθαράκι στο χτίσιμο μιας μεγάλης, σπάνιας και σπουδαίας ταινίας. Κάθε χαρακτήρας της διαθέτει τη δική του υπόσταση κι ακόμα κι αν για κάποιο λόγο αδυνατείς να βρεις ισχυρά σημεία ταύτισης με τον πρωταγωνιστή, τα βρίσκεις στη μητέρα και τον πατέρα του. Ο Linklater ανακαλύπτει κι αναδεικνύει όλο το χιούμορ που μπορεί να κρύβεται μέσα στην καθημερινότητά μας χωρίς να το διακρίνουμε και μας χαρίζει ένα συνεχές χαμόγελο, για να καταλήξει τελικά ταυτοχρόνως στην απόλυτη αισιοδοξία της νεανικής ευτυχίας και στην πικρή διαπίστωση της ματαιότητας όλου αυτού του υπέροχου, κινηματογραφικού και μη ταξιδιού. Μια βαθιά υπαρξιακή ανησυχία, η οποία κάνει συχνά την εμφάνισή της στη φιλμογραφία του, συνοδεύει τις εσωτερικευμένες σκέψεις του Mason και την τρυφερή καρδιά του φιλμ, ενώ το χρονικό «άπλωμα» των γυρισμάτων υπογραμμίζει ακόμα εντονότερα τον δεξιοτεχνικό ρεαλισμό του. Κι έτσι, θυμίζοντας κάτι σαν ένα αμάλγαμα μιας συμπτυγμένης εκδοχής της τριλογίας «Before» και της κινηματογραφικά επικών διαστάσεων ενηλικίωσης της γαλλικής «Ζωής της Αντέλ», το «Boyhood» μπορεί να θεωρηθεί ίσως η επιτομή της κινηματογραφικής δουλειάς του -αυτοδίδακτου- δημιουργού.

Το εντυπωσιακό πείραμα αυτής της 12χρονης δημιουργίας προσφέρει τη μοναδική εμπειρία ενός κινηματογραφικού ταξιδιού μέσα στο χρόνο, μιας υπαρξιακής και απόλυτα ανθρώπινης καταγραφής στιγμών, αναμνήσεων και συναισθημάτων, μιας ταινίας ζωής... για τη ζωή. Του Mason, των γονιών του, του Ellar Coltrane, του Richard Linklater, της δικής μου, της δικής σου.

Βαθμολογία: 4.5/10 Stars4.5/10 Stars4.5/10 Stars4.5/10 Stars4,5/10 Stars (4.5/5)

(0 κακή | 1/5 Stars μέτρια | 2/5 Stars2/5 Stars ενδιαφέρουσα | 3/5 Stars3/5 Stars3/5 Stars καλή | 4/5 Stars4/5 Stars4/5 Stars4/5 Stars πολύ καλή | 5/5 Stars5/5 Stars5/5 Stars5/5 Stars5/5 Stars αριστούργημα)

Δημήτρης Κωνσταντίνου-Hautecoeur


 
Υπάρχει ακόμα κινηματογράφος... - DrStrangelove - Παρ 23 Ιαν 2015 - 15:10
Τι υπέροχη ταινία!! Πόσο λείπουν από τον κινηματογράφο τέτοιες δημιουργίες!!! 
Τελικά υπάρχουν ακόμη σκηνοθέτες που μας αφήνουν με το στόμα ανοιχτό...Ρεαλισμός, συγκίνηση και άψογη σκηνοθεσία!!! 
 
Boyhood κριτική ταινίας - ofellia91 - Δευ 29 Σεπ 2014 - 18:16
 
"Boyhood" Review by Movie Heat - AngelCyke - Κυρ 14 Σεπ 2014 - 17:57
 
"Βoyhood" κριτική ταινίας - ofellia91 - Κυρ 14 Σεπ 2014 - 16:11
 
Βλέπετε τα πρώτα 4 σχόλια. Πατήστε εδώ για να εμφανιστούν όλα.

Αυτή τη στιγμή δεν είστε συνδεδεμένος. Συνδεθείτε ή κάντε εγγραφή για να σχολιάσετε.