• ΕΠΙ ΤΟΥ ΠΙΕΣΤΗΡΙΟΥ...

  • Αριθμός ταινιών: 22307
  • Αριθμός συν/τών: 759912
  • Πρόγραμμα 300 Κινηματογράφων και 18 τηλεοπτικών σταθμών
Ταινίες - Κριτική από το Cine.gr


The Great Gatsby (2013)

- Μεταφρασμένος Τίτλος:
Ο Υπέροχος Γκάτσμπυ
- Γνωστό και ως:
The Great Gatsby (2013)

Εποχής | 143' | Απαραίτητη γονική συναίνεση
Πρεμιέρα στην Ελλάδα: Πεμ 16 Μαϊ 2013
Ημερομηνία κυκλοφορίας DVD: 18/9/2013
Ημερομηνία κυκλοφορίας BluRay: 18/9/2013
Διανομή: Village Films
Χρώμα: Έγχρωμο
Ήχος: DTS (Digital Theater Sound)
Γλώσσα: Αγγλικά
Δημοτικότητα: 0.29 %
Αξιολόγηση: 7.27/107.27/107.27/107.27/107.27/107.27/107.27/107.27/10   (7.27/10)
Aντιφατικότητα ψήφων: Χαμηλή (Συμφωνία ψήφων > 75%)




- Gallery:



 

- Κριτική από το Cine.gr:


Τετάρτη 15 Μαΐου 2013

Στο Λονγκ Άιλαντ του 1922, στη μια μεριά ενός κόλπου είναι το «παλιό χρήμα» που εδώ αντιπροσωπεύουν το ζεύγος Μπιουκάναν (Ντέζι και Τομ) και στην απέναντι μεριά κάποιος μυστηριώδης νεαρός νεόπλουτος ονόματι Γκάτσμπι έχει χτίσει ένα μέγαρο στο οποίο συρρέει κάθε τόσο τα βράδια όλη η κοινωνία της περιοχής για τα τρελά φρενιτιώδη και χλιδάτα πάρτι υπό τους ήχους του τσάρλεστον που διοργανώνει, χωρίς ο ίδιος να εμφανίζεται και να μετέχει. Πλάι στο αρχοντικό του έχει νοικιάσει ένα ταπεινό σπιτάκι ο Νικ Κάραγουεϊ, ένας απόφοιτος του Γέιλ, ξάδελφος της Ντέζι, που δοκιμάζει την τύχη του στη Γουόλ Στριτ. Στόχος του Γκάτσμπι είναι να γίνει φίλος με τον Νικ ώστε να προσεγγίσει την παλιά του αγάπη, την Ντέζι, που είχε γνωρίσει κι ερωτευθεί όταν ως αξιωματικός του στρατού (αδήλωτα πάμπτωχος τότε) έφευγε Ευρώπη για τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο.

«Τα πλούσια κορίτσια δεν παντρεύονται φτωχά αγόρια» θα πει τρεμάμενη η Ντέζι κάποια στιγμή, αφού οι δυο τους έχουν επανενωθεί και ξεκινήσει ρομάντζο, κρυφά από τον άντρα της που άλλωστε είναι γυναικάς. Η Ντέζι είναι το κλασικό πλουσιοκόριτσο που έχει γεννηθεί και μεγαλώσει σε μια γυάλα. Είναι αναγκαστικά ρηχή, ένα κατοικίδιο πολυτελείας και ως ένα βαθμό το ξέρει. Αλλά το παλιό φτωχόπαιδο εξαρχής έχει θαμπωθεί δια παντός από τη λαμπερή κι ευαίσθητη εικόνα της και δεν το καταλαβαίνει. Εκείνη αντιπροσωπεύει για αυτόν κάθε αξία, κάθε ποίηση της ζωής. Ένας βαθύτατα ρομαντικός εν μέσω μιας κοινωνίας που καταναλώνει πολυτέλεια, τρέχοντας ολοταχώς προς το μεγάλο κραχ που θα επέλθει μετά από επτά χρόνια.

Το κορυφαίο βιβλίο του Σκοτ Φιτζέραλντ είναι και μια τοιχογραφία της εποχής, που κρύβει μια βαθύτατη περιφρόνηση για αυτή την αβάσταχτη ελαφρότητα τού είναι και μια μελέτη χαρακτήρων με υπόγεια ταξική ανάλυση που περνάει σε δεύτερο πλάνο. Η μόνη διαφορά μεταξύ του παλιού και του νέου χρήματος είναι μόνο χρονική. Και τα δυο παράγονται παράνομα ή και ανήθικα. Αλλά ο Γκάτσμπι δεν το παρήγαγε (με το λαθρεμπόριο ποτού) για να κολυμπάει στα λούσα. Το παρήγαγε για να είναι αντάξιος της Ντέζι, για να αποκτήσει την Ντέζι. Αφελής; Ναι, αλλά όχι χυδαίος όπως οι άλλοι, κάτι που του το αναγνωρίζει ο Νικ στο τέλος.

Και… ξαφνικά έχουμε τον Μπαζ Λούρμαν (Moulin Rouge!, Australia, Ρωμαίος και Ιουλιέτα, Τα Βήματα που Γοητεύουν) να μας προσφέρει ένα μιούζικαλ χωρίς τραγούδι, πνιγμένο στη λάμψη, με τα βιολιά να πηγαινοέρχονται και με μια χορογραφία πλάνων σε ντελίριο καρτούν και μάλιστα σε 3D. Εννοείται ότι οι Λεονάρντο ΝτιΚάπριο και Κάρεϊ Μάλιγκαν περισσεύουν, ότι κι αν κάνουν, όπως κι αν ερμηνεύουν. Περισσότερο βάθος βρίσκουμε στον Τόμπι ΜακΓκουάιρ (που παίζει τον Νικ και εντέλει τον… ΜακΓκουάιρ του «Θέα στον Ωκεανό»). Όλα τα καταπίνει η φαντασμαγορία σαν να πρόκειται για σοβαρό blockbuster τύπου «Batman Begins» ή ότι άλλο. Το να υπεισέλθει κανείς σε λεπτομέρειες είναι περιττό.

Ανεξάρτητα από το βιβλίο, αν επρόκειτο για πρωτότυπο σενάριο, ναι, είναι ένα ωραίο «θέαμα με συνοπτικά μηνύματα» και δικαιούται μιας διάκρισης. Εκείνο που με εντυπωσίασε είναι ότι το σενάριο αναφέρεται ως «των Λούρμαν και Κρεγκ Πιρς», ενώ πρόκειται, με ελάχιστες διαφοροποιήσεις (προσθέτουν ευκόλως εννοούμενα, αφαιρώντας κάθε ατμόσφαιρα υπαινικτικής δραματουργίας, εκλαϊκεύοντας το πακέτο), για αυτό που έγραψε ο Κόπολα στη μεταφορά του 1974 με τους Ρόμπερτ Ρέντφορντ και Μία Φάροου, που εξακολουθεί να είναι και η πιο σοβαρή δραματοποίηση.

Βαθμολογία: 2/5 Stars2/5 Stars (2/5)

(0 κακή | 1/5 Stars μέτρια | 2/5 Stars2/5 Stars ενδιαφέρουσα | 3/5 Stars3/5 Stars3/5 Stars καλή | 4/5 Stars4/5 Stars4/5 Stars4/5 Stars πολύ καλή | 5/5 Stars5/5 Stars5/5 Stars5/5 Stars5/5 Stars αριστούργημα)

Χάρης Καλογερόπουλος




Τετάρτη 15 Μαΐου 2013

Μετά από απουσία πέντε ετών και μια παταγώδη αποτυχία με το «Australia», ο επίσης αυστραλός σκηνοθέτης της στυλιζαρισμένης υπερβολής και του οπτικοακουστικού υπερθεάματος, Baz Luhrman, επιστρέφει με την πέμπτη κατά σειρά μεγάλου μήκους ταινία της καριέρας του, η οποία δεν είναι φυσικά όποια κι όποια μιας που αποτελεί μια ακόμη προσθήκη στις μέχρι τώρα τέσσερις κινηματογραφικές μεταφορές του «Τhe Great Gatsby», ενός από τα μεγαλύτερα λογοτεχνικά αριστουργήματα που γράφτηκαν ποτέ και το οποίο κρατά περίοπτη θέση στην αμερικάνικη κουλτούρα -και όχι μόνο-, αποτελώντας αναπόσπαστο κτήμα των «great American novels». Παρά το γεγονός πως ο F. Scott Fitzgerald απεικόνισε με τα πιο γλαφυρά χρώματα τα ξέφρενα χρόνια των 1920 και της άσωτης πλουτοαστικής τάξης, μέσα από το πρίσμα μιας ασύδοτης οικονομικής ανάπτυξης κι ενός αλκοολικού παραεμπορίου, προκειμένου να δηλώσει με τρόπο ξεκάθαρο την ντεκαντάνς μιας κοινωνικής πραγματικότητας πνιγμένης στις χρηματικές της αυταπάτες κι απολαύσεις, εντούτοις ο Baz Luhrman φαίνεται να σκοντάφτει στην υπέρμετρη φιλοδοξία του για κάτι εντυπωσιακό, μένοντας τελικά στο περιτύλιγμα και αγνοώντας το περιεχόμενο. Δεν λέμε, αρκούντως θελκτικό το πακετάρισμα. Αυτό, όμως, δεν αρκεί.

O Fitzgerald πάτησε και καταπάτησε με την καταγραφή της ιστορικής του πραγματικότητας το πολυπόθητο αμερικανικό όνειρο, κάνοντας το κομμάτια και πετώντας το στον πάτο της χαβουζικής πισίνας του Gatsby. Εκεί που στο βιβλίο το κοινωνικό στίγμα είναι εμφανές, στην ταινιακή μεταφορά το πράγμα χωλαίνει σε μεγάλο βαθμό ώστε μοιάζει τελικά να περιορίζεται σε ένα κατά τα άλλα ονειρεμένο ενδυματολογικό κομμάτι και μια προσπάθεια από το πρωταγωνιστικό καστ να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις του Luhrman. Να είναι δηλαδή όσο πιο κοσμοπολίτες μπορούν.

Με την προσπάθεια των ηθοποιών να ερμηνεύσουν μερικούς από τους έτσι κι αλλιώς πιο εικονικούς χάρτινους ήρωες της παγκόσμιας λογοτεχνίας (και με κάποιους από αυτούς να τα καταφέρνουν όντως καλά), το δυομισάωρο υπερφίαλο αποτέλεσμα του σκηνοθέτη δεν γίνεται παρά να σταθεί λίγο δίπλα στο ορίτζιναλ υλικό, γεμάτο από γκλιτερικό overdose, παγιέτες, φτερά και πούπουλα.

Η σκηνοθεσία του Luhrman προκαλεί περιττή βαβούρα και μπουκώνει στην οθόνη, ενώ τα πλασματικά background φαίνονται στημένα και εντελώς ψηφιακά. Τα φλου τοπία, καθώς και τα εφέ της καρβουνικής καπνιάς και της νυχτερινής ομίχλης ενισχύουν ακόμη περισσότερο την αίσθηση προχειρότητας που μάλλον ξώφαλτσα αποπνέει η ταινία ακόμα και αν το budget της ανέρχεται περίπου στα εκατό εκατομμύρια δολάρια. Υποθέτουμε πως ο Luhrman ξεχάστηκε με τα στριφώματα στις τουαλέτες της Mulligan, αποσκοπώντας σε ένα 3D, το οποίο δεν μπορούμε να σκεφτούμε πως είχε άλλον λόγο ύπαρξης πέρα από την κάλυψη μερικών βασικών σκηνοθετικών αδυναμιών. Τι κρίμα που απλώς τις υπερτόνισε...

Σεναριακά η ταινία προσπάθησε να κρατηθεί όσο γίνεται πιο κοντά στο βιβλίο, με το ρομάντζο του Gatsby και της όμορφης Daisy να κυριαρχεί, αν και οι χαρακτήρες δεν έχουν τη δυναμική που θα περιμέναμε. Ο DiCaprio είναι κλασικά καλός, παραδίδοντας στο κοινό έναν αξιοπρεπή χαρακτήρα, η Mulligan φυσικά αιθέρια, ενώ ο Tobey Maguire τόσο άοσμος κι άχρωμος στον ρόλο του μοναδικού φίλου του Gatsby (ο οποίος στην ουσία αναλαμβάνει τον ρόλο του αφηγητή της ταινίας), ώστε θα μπορούσαμε να σκεφτούμε πολλούς άλλους καλύτερα προετοιμασμένους για τον ρόλο του.

Ο ρευστός ηθικός και στοχαστικός πάνω στην ίδια τη φύση του ανθρώπου F. Scott Fitzgerald, έρχεται στη νέα ταινία του Luhrman σε αμήχανη αντιδιάσταση με την υπερβολική «μεγαλοσύνη» του σκηνοθέτη, ο οποίος μοιάζει να εκτροχιάζεται ανάμεσα στην ορθή μεταφορά του βιβλίου και τα χρυσοποίκιλτα χαρτο-πολεμικά του κόλπα.

Το «The Great Gatsby» πιθανότατα είναι μια ακόμη χαμένη ευκαιρία, η οποία όμως θα έχει εύκολο τον δρόμο της στις αίθουσες επειδή είναι καμωμένη από εντυπωσιακά υλικά. Θα μπορούσε να είναι πολλά περισσότερα πέρα από την εικόνα μιας πολύχρωμης και φαντασμαγορικής 3D καρτ-ποστάλ. Αλλά δεν είναι. Και αυτή, βρε αδελφέ, η μοντερνίστικη ραπ πινελιά ως ενδοαφηγηματικό μουσικό κομμάτι υπό τους ήχους του οποίου το πλήθος χορεύει ξέφρενα, γιατί;

Βαθμολογία: 2/5 Stars2/5 Stars (2/5)

(0 κακή | 1/5 Stars μέτρια | 2/5 Stars2/5 Stars ενδιαφέρουσα | 3/5 Stars3/5 Stars3/5 Stars καλή | 4/5 Stars4/5 Stars4/5 Stars4/5 Stars πολύ καλή | 5/5 Stars5/5 Stars5/5 Stars5/5 Stars5/5 Stars αριστούργημα)

Βαρβάρα Κοντονή




Πέμπτη 30 Μαΐου 2013

Βρισκόμαστε στη Νέα Υόρκη στα περίφημα «roaring twenties» την εποχή της τζαζ, της ποτοαπαγόρευσης και της οικονομικής ευμάρειας. Ο Nick Carraway, ένας νεαρός επαρχιώτης, έρχεται στην πόλη για να δουλέψει στη Γουόλ Στριτ. Δίπλα από το σπιτάκι που νοικιάζει, βρίσκεται η έπαυλη του μυστηριώδους κυρίου Gatsby, ο οποίος διοργανώνει συχνά τα πιο τεράστια και ξέφρενα πάρτι της Νέας Υόρκης. Ο Gatsby και ο Carraway γνωρίζονται, μετά από έντονη επιθυμία του πρώτου, και γίνονται καλοί φίλοι. Αυτό που δεν ξέρει ο Nick, όμως, είναι ότι ο κύριος Gatsby χρειάζεται τη βοήθεια του για να κερδίσει τη γυναίκα με την οποία είναι παράφορα ερωτευμένος, την Daisy Buchanan, η οποία τυχαίνει να είναι και εξαδέλφη του Nick.

Το μεγάλο πρόβλημα αυτής της μεταφοράς του «Υπέροχου Γκάτσμπυ» στη μεγάλη οθόνη, είναι η σκηνοθεσία του Luhrmann. Ο αυστραλός σκηνοθέτης είναι γνωστός για το υπερκινητικό στυλ του και για το γρήγορο μοντάζ των ταινιών του, τα οποία τις κάνουν να μοιάζουν με δίωρα βίντεο-κλιπ. Το ιδιαίτερο στυλ του, λοιπόν, μπορεί να ήταν ιδανικό για το Moulin Rouge και το Romeo + Juliet, αλλά είναι τελείως ακατάλληλο για μια πιο πολύπλοκη, δραματική και «μετρημένη» ιστορία σαν αυτή του Gatsby. Το στυλ του Luhrmann είναι ιδανικό για τις σκηνές των εξωφρενικών πάρτι που διανθίζουν την ταινία, αλλά δεν αφήνει τις πιο δραματικές στιγμές και σκηνές να «αναπνεύσουν».

Ένα άλλο σημείο στο οποίο χωλαίνει η ταινία, είναι η καλλιτεχνική διεύθυνση. Τα πάντα στην οθόνη είναι πολύ πολύχρωμα, πολύ «καθαρά» και πολύ επιτηδευμένα, με αποτέλεσμα πολλές φορές να μοιάζει με live-action καρτούν. Ο «Υπέροχος Γκάτσμπυ» θεωρείται από τα πιο αντιπροσωπευτικά βιβλία για τη δεκαετία του 1920 στην Αμερική και αυτή η μεταφορά δεν καταφέρνει καθόλου να σε ταξιδέψει στον κόσμο του Gatsby και στη Νέα Υόρκη του 1920. Αυτό που θέλω να πω, είναι ότι σε όλη τη διάρκεια του φιλμ μού ήταν ξεκάθαρο ότι αυτό που βλέπω στην οθόνη είναι «ψεύτικο», δηλαδή στημένο σε κάποιο στούντιο και προϊόν του μυαλού κάποιου στυλίστα ή σχεδιαστή παραγωγής. Εδώ να πω πως σε αυτό δεν βοηθά και πολύ το σενάριο, καθώς ο Luhrmann μάς παρουσιάσει την ιστορία σαν ένα πολύπλοκο ρομάντζο και αγνοεί σχεδόν τελείως τα κοινωνικά στοιχεία του μυθιστορήματος. Οφείλω να ομολογήσω, πάντως, ότι τα χρήματα που έπεσαν στην παραγωγή φαίνονται ξεκάθαρα στο πανί, αλλά τελικά αυτό περισσότερο κακό παρά καλό κάνει στην ταινία.

Η σχιζοφρένεια που δίνει στην ταινία το στυλ του Luhrmann, φαίνεται στις σκηνές των πάρτι, όπου βλέπουμε ανθρώπους με ρούχα και κουρέματα της δεκαετίας του 1920, να χορεύουν σουίνγκ και τσάρλεστον υπό τους ήχους του Jay-Z! Ο Luhrmann προσπαθεί να παντρέψει το κλασικό και το μοντέρνο, να κάνει μια ταινία που να διαδραματίζεται το 1922, αλλά με σύγχρονη (όχι μοντέρνα, υπάρχει διαφορά) μουσική και αισθητική. Με άλλα λόγια, θέλει και την πίτα ολόκληρη και τον σκύλο χορτάτο, αλλά αυτό δυστυχώς δεν γίνεται. Εντέλει, μας δίνει μια όντως ξεχωριστή μεταφορά του «Γκάτσμπυ», η οποία όμως δεν έχει καθόλου προσωπικότητα και είναι κλασικό παράδειγμα ταινίας που επικεντρώνεται στο στυλ και παραμελεί την ουσία. Ίσως θα ήταν καλύτερα λοιπόν να μετέφερε στην οθόνη τον «Υπέροχο Γκάτσμπυ» με τον ίδιο τρόπο που μετέφερε και το «Ρωμαίος και Ιουλιέτα».

Όσον αφορά το καστ, σχεδόν όλοι τους παίζουν πολύ υπερβολικά. Για την ακρίβεια, προσπαθούν να αντιγράψουν τον τρόπο με τον οποίο κινούνταν και μιλούσαν - ή καλύτερα τον τρόπο με τον οποίο ο Baz Luhrmann νομίζει ότι κινούνταν και μιλούσαν - οι άνθρωποι της εποχής και συχνά καταντούν καρικατούρες που θυμίζουν περισσότερο χαρακτήρες κινουμένων σχεδίων, παρά ανθρώπους. Παρόλα αυτά, ο Leonardo DiCaprio είναι αξιοπρεπής στον επώνυμο ρόλο, χωρίς όμως να κλέβει την παράσταση. Στο τέλος, όλη η συμπάθεια που νιώθεις για τον Gatsby οφείλεται περισσότερο στο σενάριο και στο πώς είναι γραμμένος ο χαρακτήρας και λιγότερο στην ερμηνεία του DiCaprio. Πολύ καλή είναι και η Carey Mulligan, καθώς με την παρουσία και το παίξιμο της δίνει μια αιθεριότητα στον χαρακτήρα της Daisy, που τονίζει το πόσο ρηχή και εκτός τόπου και χρόνου είναι εντέλει. Την παράσταση πάντως κλέβει ο Joel Edgerton στον ρόλο του Tom Buchanan, ο οποίος είναι ο κακός της ιστορίας. Ο Edgerton φαίνεται να είναι ο μόνος που έχει καταλάβει πόσο καρτουνίστικη είναι η ταινία και φαίνεται να απολαμβάνει ιδιαιτέρως την «κακότητα» του. Ο Tobey MaGuire, από την άλλη, είναι απλά αδιάφορος στον ρόλο του Nick Carraway.

Για να λέμε και του στραβού το δίκιο, πάντως, δεν μπορώ να πω ότι πέταξα δυόμιση ώρες από τη ζωή μου βλέποντας τον «Υπέροχο Γκάτσμπυ» του Luhrmann. Οπτικά, η ταινία είναι πολύ όμορφη (αυτό είναι κι ένα από τα προβλήματα της, άλλωστε) και υπάρχουν στιγμές που το στυλ του σκηνοθέτη πραγματικά την απογειώνει. Επίσης, παρά το γεγονός ότι το σενάριο είναι σχετικά απλοϊκό κι επικεντρώνεται σχεδόν αποκλειστικά στο ρομάντζο, η ιστορία του Gatsby όπως και να την δει κανείς είναι σίγουρα ενδιαφέρουσα και στο τέλος της ημέρας, μια καλή ιστορία παραμένει καλή, ακόμη κι όταν δεν αποδίδεται με τον καλύτερο τρόπο. Τέλος, μπορεί το σάουντρακ να μην δένει πολλές φορές με τις εικόνες στην οθόνη, αλλά παρόλα αυτά είναι αρκετά καλό και καλύπτει όλα τα γούστα, καθώς περιέχει από Jay-Z και Jack White, μέχρι Lana Del Rey και (την αγαπημένη μου) Florence and the Machine.

Μπορεί η κινηματογραφική μεταφορά του «Υπέροχου Γκάτσμπυ» να μην είναι και η καλύτερη δυνατή, αλλά τουλάχιστον με έκανε να θέλω να διαβάσω το βιβλίο, το οποίο ομολογώ πως ποτέ δεν βρισκόταν στη λίστα μου με τα βιβλία προς ανάγνωση. Κάτι είναι κι αυτό...

Βαθμολογία: 2/5 Stars2/5 Stars (2/5)

(0 κακή | 1/5 Stars μέτρια | 2/5 Stars2/5 Stars ενδιαφέρουσα | 3/5 Stars3/5 Stars3/5 Stars καλή | 4/5 Stars4/5 Stars4/5 Stars4/5 Stars πολύ καλή | 5/5 Stars5/5 Stars5/5 Stars5/5 Stars5/5 Stars αριστούργημα)

Θεόδωρος Μαρίνος


 
<Χωρίς Τίτλο> - kon3stam1 - Πεμ 09 Απρ 2015 - 19:53

Κύριε Χάρη Καλογερόπουλο μα και στη παλιά ταινία του 1974 πάλι 2/5 βάλατε. Γιατί την αναζητάτε τώρα;Δεν είναι κακό να αλλάζουμε λίγο την πλαστικότητα που κρίνουμε τα πραγματα (Ταινίες στη προκειμένη)  και να προσπαθούμε να καταλάβουμε "τι θέλει να πει ο ποιητής". Σίγουρα στην έκδοση του Λουρμαν δε βιάζεται το βιβλίο απλά στο παρουσιάζει με διαφορετικό τρόπο. Η δραματοποίηση που τόσο αναζητάτε έχει να κάνει νομίζω με την θεατρικότητα στο παίξιμο κ όχι με την σκηνοθετική άποψη του Λούρμαν. Όπως κ να έχει και οι δυο ταινίες αδικούνται με 2/5. Η κάθε μια γυρίστηκε σε άλλη εποχή, με άλλο καστ και φυσικά άλλες προσεγγίσεις.

4/5 και για τις 2.
 
Ένας Gatsby με άλλο στυλ - kon3stam1 - Πεμ 09 Απρ 2015 - 19:38
 
<Χωρίς Τίτλο> - nikren - Πεμ 05 Σεπ 2013 - 14:14
Σε γενικές γραμμές η ταινία καταφέρνει να σε μεταφέρει νοητά στην εποχή της δεκαετίας του 1920 στην Αμερική. Μια εποχή νεοπλουτισμού και οικονομικής ακμής, αλλά παράλληλα και μια εποχή χαλάρωσης και παρακμής των ηθών.

 
<Χωρίς Τίτλο> - bakos88 - Κυρ 25 Αυγ 2013 - 23:15
το 2/5 είναι ποοοολυυυ αυστηρή βαθμολογία , σίγουρα κάνετε κάποιο τραγικότατο λάθος. Εκτός από κοσμοπολίτικη, η ταινία είναι ουσιώδ ης
 
Βλέπετε τα πρώτα 4 σχόλια. Πατήστε εδώ για να εμφανιστούν όλα.

Αυτή τη στιγμή δεν είστε συνδεδεμένος. Συνδεθείτε ή κάντε εγγραφή για να σχολιάσετε.