
 | - Αυθεντικός Τίτλος: Don`t Look Now
- Μεταφρασμένος Τίτλος: Μετα τα Μεσανυχτα
|
· Είδος: Μυστηρίου · Παραγωγής: 1973 · Πρεμιέρα στην Ελλάδα: 9 Ιουλίου 2004 · Διάρκεια: 110' · Διανομή: Artfree · Χρώμα: Έγχρωμο · Ήχος: Mono · Γλώσσα: Αγγλικά · Δείκτης Καταλληλότητας:  · Αξιολόγηση:        (8.35/10)
· Aντιφατικότητα ψήφων: · Δημοτικότητα: 0.12 %
· Κριτική (από μέλη του Cine.gr):
Υπόθεση: Η μικρή Κριστίν, κόρη του Τζον και της Λόρα Μπάξτερ, πνίγεται, παίζοντας στη λίμνη κοντά στο σπίτι τους. Σύντομα μετά το θάνατό της το ζεύγος Μπάξτερ μετακομίζει στη Βενετία όπου ο Τζον, ως αρχιτέκτων έχει αναλάβει την αναστήλωση ενός ναού. Εκεί τυχαία, η Λόρα συναντά δύο περίεργες Αγγλίδες αδελφές, εκ των οποίων η μία (που είναι τυφλή και μέντιουμ) της λέει ότι το πνεύμα της κόρης τους προσπαθεί να επικοινωνήσει μαζί τους. Η Λόρα σοκάρεται αλλά και ταυτόχρονα ενθουσιάζεται με την ιδέα. Προσπαθεί να μεταδώσει τον ενθουσιασμό της στον Τζον, ο οποίος όμως αντιδρά έντονα. Προσπαθεί να αποτρέψει τη σύζυγο του να έρχεται σε επαφή με τις δύο αδελφές. Αψηφά εντελώς τα προειδοποιητικά τους μηνύματα για κάποιο επερχόμενο κακό, αλλά κυρίως, το ότι - όπως εκείνες λένε – διαθέτει και ο ίδιος το χάρισμα της ενόρασης. Τελικά, και παρά τις αντιστάσεις του, ο Τζον παρασύρεται άθελα του στη δίνη των ενοράσεων και προσπαθεί να ακολουθήσει ένα μικροκαμωμένο πλάσμα που φοράει ένα κόκκινο αδιάβροχο, σαν εκείνο που φορούσε η κόρη του όταν πνίγηκε.
Η γενική αίσθηση: Ένα ιδιότυπο εστέτ θρίλερ – σταθμός στην ιστορία του βρετανικού κινηματογράφου- στο οποίο ο τρόμος αναπαράγεται κάθε φορά στο μυαλό του θεατή, περισσότερο απ’ όσο προβάλλεται καθαρά στην οθόνη.
Σενάριο: Πρόκειται για την κινηματογραφική μεταφορά του διηγήματος «Romantic Sludge» της Daphne du Maurier. Οι σεναριογράφοι Chris Bryant και Allan Scott έχουν καταφέρει να αποδώσουν την άποψη (που συχνά υφέρπει στα κείμενα της du Maurier), ότι η φυσική διάσταση μπορεί κι αυτή, να δημιουργήσει πολύ καλές «κρυψώνες» για τον τρόμο, εξίσου «θεαματικές», αποτελεσματικές και περίεργες, με εκείνες που δημιουργούν η παραφυσική και μεταφυσική διάσταση.
Σκηνοθεσία: Ωστόσο, η τεράστια φήμη του έργου και η διαχρονική αξία του ανάμεσα στα αριστουργηματικά θρίλερ, οφείλεται περισσότερο στη σκηνοθεσία του Nicolas Roeg που διαχέει μια σκοτεινή, δυσοίωνη, ασαφή αλλά βέβαιη απειλή, ακόμα και στις σκηνές εκείνες από τις οποίες λείπει η γκριζάδα της Βενετίας και κυριαρχεί μια αισιόδοξη διάθεση, με φόντο μια λαμπρή χειμωνιάτικη λιακάδα πάνω από τα κανάλια. Η σκηνοθετική δεξιοτεχνία του Roeg βρίσκεται στο ότι καταφέρνει συγχρόνως δύο πράγματα: (1) να πείσει τον θεατή, ότι η αιωρούμενη μακάβρια θλίψη γεννάται από το πνεύμα ενός νεκρού (της κόρης) που βρίσκεται ανάμεσα στους πρωταγωνιστές και το οποίο διατηρεί το ρόλο ενός δισυπόστατου καταλύτη, που συγχρόνως τους ωθεί προς το πεπρωμένο, αλλά και τους απωθεί απ’ αυτό, (2) να πείσει τον θεατή να ταυτιστεί με τον Τζον Μπάξτερ (Donald Sutherland), που, ως ορθολογιστής τεχνοκράτης, αρνείται εντελώς αυτήν την πνευματιστική διάσταση, έτσι ώστε στο τέλος, όταν πια παρασυρθεί από αυτήν, να την βιώσει με ακόμα πιο εφιαλτικό τρόπο. Οι σκηνές από το μέλλον που μπλέκονται με τις σκηνές από το παρόν, σκιαγραφούν τέλεια τη διαδικασία της ενόρασης και «κλώθουν» την αίσθηση του τρόμου που γεννά το πεπρωμένο. Οι επαναλαμβανόμενες σκηνές με τα περιστέρια, που ξαφνικά πετούν προς μια κατεύθυνση και έπειτα μοιάζουν σαν να επιστρέφουν στην αρχική τους θέση, καθώς και οι περιπλανήσεις σε μια «λαβυρινθώδη» για τους ήρωες Βενετία, που τους είναι ταυτόχρονα οικεία και άγνωστη, πλάθουν την αίσθηση της ανεξήγητης ανησυχίας και ταραχής. Όσο για τις σκηνές τρόμου στην υπό αναστήλωση εκκλησία και τη διφορούμενη φιγούρα του αρχιεπισκόπου, που σχεδόν μοιάζει να επικρίνει την πραγματιστική στάση του Τζον Μπάξτερ, καταφέρνουν να επιτείνουν την αίσθηση του δέους προς το χάρισμα της ενόρασης.
Δεν υπάρχει ούτε ένα πλάνο στην ταινία, στο οποίο να μην εμφανίζεται κατά αριστοτεχνικό (δήθεν) ανύποπτο τρόπο, ένα στοιχείο ή κάποια λεπτομέρεια με έντονο κόκκινο χρώμα. Σαν ο Τζον να μην μπορεί να αποφύγει ποτέ τη θέα του γυαλιστερού κόκκινου αδιάβροχου που φορούσε η κόρη του Κριστίν, την ημέρα που πνίγηκε (και το οποίο τελικά ο Τζον ακολουθεί προς το τέλος της ταινίας).
Το έργο έχει μια σοβαρότητα και ένα αργό ρυθμό, που είναι και τα δύο χαρακτηριστικά της εποχής του (αρχές της δεκαετίας του 1970). Πρόκειται για δύο στοιχεία που αναδεικνύουν μιαν ευγένεια ύφους, από εκείνο το είδος που λείπει εντελώς από τους σημερινούς απογόνους του genre. Ωστόσο, αυτή η αφηγηματική βραδύτητα μπορεί να βαρύνει τους νεότερους θεατές, που δεν είναι συνηθισμένοι στις αργόσυρτες απολαύσεις.
Οι ηθοποιοί: Πολλοί θεωρούν ότι ο Τζον Μπάξτερ ήταν ο καλύτερος ρόλος που έπαιξε ο Donald Sutherland σε ολόκληρη την καριέρα του. Η αλήθεια είναι ότι ως ρόλος ταιριάζει απόλυτα στις εκφραστικές του δυνατότητες και ότι πολύ δύσκολα θα μπορούσε να τον αποδώσει καλύτερα κάποιος άλλος ηθοποιός. Εντελώς αντάξια του είναι η (εξαιρετικά όμορφη και σέξι) Julie Christie που κατάφερε να διατηρήσει μια απολύτως πειστική ψυχραιμία, ισορροπώντας ανάμεσα στην απελπισία της μητέρας που έχασε το παιδί της και στην ελπίδα ότι μπορεί να έρθει ξανά σε επαφή μαζί του μέσω του πνευματισμού, αφήνοντας σε πολλά σημεία αριστοτεχνικές αιχμές για το πόσες ευθύνες επιρρίπτει στο σύζυγο της. Καταπληκτικές είναι και οι δύο Αγγλίδες αδελφές με τις συμπληρωματικές ερμηνείες τους. Η Hilary Mason, στο ρόλο της τυφλής με το φυσικό χάρισμα της ενόρασης, εμφανίζεται «γεμάτη αυτοπεποίθηση και σχεδόν πανίσχυρη» σε όλες τις σκηνές που «βλέπει» το μέλλον, ή επικοινωνεί με τα πνεύματα, χωρίς να προσθέτει ούτε ίχνος επιλήψιμης υπερβολής στην ερμηνεία της. Αντίθετα μάλιστα, σε μερικές σκηνές, όπως εκείνη όπου βρίσκεται μόνη της, κρατούμενη στην αστυνομία, γίνεται εξαιρετικά πειστική για το πόσο ευάλωτη είναι. Παράλληλα, η Clelia Matania, με τα διφορούμενα γέλια και βλέμματα της προσθέτει με εξίσου πειστικό τρόπο, ένα στοιχείο υπερβολής, που ορίζει τον ύποπτο και περίεργο χαρακτήρα τους ως δραματουργικό ζεύγος.
Αλήθειες και ψέματα για την ταινία
Η σκηνή σεξ (Donald Sutherland - Julie Christie) ήταν η πιο μελετημένη και στυλιζαρισμένη από όλες τις σκηνές του έργου. Ψέματα. Η σκηνή αυτή «προέκυψε» ως έμπνευση της τελευταίας στιγμής, επειδή ο Nicolas Roeg αισθανόταν ότι το έργο «βασανιζόταν» από τις διαμάχες του ζευγαριού. Στην πορεία, κατέληξε να γίνει σχεδόν εμβληματική του έργου. Η σκηνή του σεξ και οι εναλλαγές της με τις σεκάνς, όπου το ζευγάρι –σαν ξένοι πια μεταξύ τους- ντύνεται, θεωρήθηκε επίσης ιδιοφυής και εξαιρετικά τολμηρή και πρωτοποριακή για την εποχή της.
Ο Renato Scarpa που παίζει το ρόλο του αστυνομικού επιθεωρητή έχει πάρει με άριστα το proficiency του στα Αγγλικά. Ψέματα. Δεν γνώριζε λέξη αγγλικά και επαναλάμβανε τις ατάκες τους χωρίς να γνωρίζει τι ακριβώς λέει. Διάβαζε ακατανόητες γραμμές στα ιταλικά, που απέδιδαν φωνητικά τα λόγια του στα αγγλικά. Θεωρείται ότι αυτή η προσέγγιση έκανε ακόμα πιο διφορούμενο και μυστηριώδη το ρόλο του και ως εκ τούτου ακόμα πιο επιτυχή.
Η μουσική της ταινίας θυμίζει «Εμανουέλλα». Αλήθεια. Για περισσότερες πληροφορίες και τεκμηρίωση, παρακαλούμε επικοινωνήστε μέσω μέηλ με τον cinάδελφο Θράσο Τσουρουλά.
Τα ξύλινα κρις κραφτ και βαπορέττα της Βενετίας είναι οι πιο «ενδιαφέροντες κομπάρσοι» της ταινίας. Αλήθεια. Και φυσικά την παράσταση κλέβουν τα βαπορέττα νεκροφόρες.
Βαθμολογία:         (8.5/10) γιατί όπως έχουμε πει είμαι αυστηρούτσικος
Γιάννης Κωνσταντινίδης
|