• ΕΠΙ ΤΟΥ ΠΙΕΣΤΗΡΙΟΥ...

  • Αριθμός ταινιών: 22295
  • Αριθμός συν/τών: 759806
  • Πρόγραμμα 249 Κινηματογράφων και 18 τηλεοπτικών σταθμών
Ταινίες - Κριτική από το Cine.gr


I Vitelloni (1953)

- Μεταφρασμένος Τίτλος:
Οι Βιτελόνοι
- Γνωστό και ως:
Οι Βιτελλόνι
Spivs

Δραματική | 107' | Απαραίτητη γονική συναίνεση
Ημερομηνία κυκλοφορίας DVD: 12/12/2006
Χρώμα: Ασπρόμαυρο
Ήχος: Mono
Γλώσσα: Ιταλικά
Δημοτικότητα: 0.16 %
Αξιολόγηση: 8.61/108.61/108.61/108.61/108.61/108.61/108.61/108.61/108.61/10   (8.61/10)
Aντιφατικότητα ψήφων: Χαμηλή (Συμφωνία ψήφων > 75%)




- Gallery:



 

- Κριτική από το Cine.gr:


Παρασκευή 15 Ιουλίου 2005

Ο κινηματογραφικός φόρος τιμής του maestro στην παλιοπαρέα της νιότης του. Τα πέντε «παχιά μοσχάρια» της ιταλικής κωμόπολης που παραδέρνουν σε μια αιώνια εφηβεία είναι ουσιαστικά οι φίλοι του από το Ρίμινι –αλλά και ο ίδιος ο Φελίνι, που αποφασίζει να αναλάβει τις ευθύνες του με το αξέχαστο τράβελινγκ του αποχαιρετισμού. Ανάμεσα το νεορεαλισμό και την ωρίμανση της προσωπικής του ποίησης, ο δημιουργός ισορροπεί μεταξύ της γλυκιάς νοσταλγίας και της κριτικής θεώρησης του παρελθόντος.


Βαθμολογία: 8/10 Stars8/10 Stars8/10 Stars8/10 Stars8/10 Stars8/10 Stars8/10 Stars8/10 Stars (8/10)

Κωνσταντίνος Σαμαράς (Cine Tv)





Με δυό λόγια: Οι Vitelloni, είναι η δεύτερη ταινία μεγάλου μήκους του δημιουργού και η πρώτη στην οποία διακρίνουμε καθαρά όλα τα στοιχεία που καθόρισαν το βάρβαρο κωμικοτραγικό Fellini-ο σύμπαν : το παρελθόν που σβήνει, τις αναμνήσεις που μένουν, την ελαφρότητα, το μπουφφόνικο στοιχείο, τη μελαγχολία, τη γελοιοποίηση και τη διακωμώδηση, το χλευασμό και την παρωδία. Συγχρόνως διαφαίνεται η σαγήνη που εξασκούσε στον Fellini, η ιδέα της ζωής, χωρίς ρίζες και άγκυρες.

Είναι ένα ασπρόμαυρο έργο, που εξιστορεί έναν ελαφρώς ηθικοπλαστικό μύθο, με τον οποίο προσεγγίζονται διαισθητικά διάφοροι τύποι ανθρώπων, αλλά κυρίως οι Vitelloni. Αποτελεί σημαντικό σταθμό στην ιστορία του ιταλικού σνεμά. (Και γιαυτό είναι ένα έργο, που απλά κάθεσαι και το μελετάς).

Η υπόθεση: Η ιστορία εξελίσσεται σε μία επαρχιακή πόλη, που το καλοκαίρι μετατρέπεται σε παραθεριστικό κέντρο. Εκεί ζουν πέντε νεαροί άνδρες, που όπως προκύπτει και από τον τίλτο του έργου, δεν είναι παρά «κάτι κοιμήσηδες τριαντάρηδες», που ενώ θα έπρεπε να είχαν απογαλακτιστεί από καιρό, εξακολουθούν να εξαρτώνται από το πατρικό σπίτι και ζουν παχυλογώντας και αναμασώντας τις ίδιες κουραστικές αμπελοφιλοσοφίες. Γελάνε ακόμα με τις εφηβικές τους πλάκες και παραμένουν έτσι, άπραγοι, και άνεργοι αστοί, της «μάνας τους καμάρια».

Οι πέντε αυτοί « vitelloni » είναι : ο Αλμπέρτο (Alberto Sordi) ένας τεμπέλης μπον βιβέρ, ο Λεοπόλντο (Leopoldo Trieste) ένας αποτυχημένος ποιητής και θεατρικός συγγραφέας, που όμως είναι σίγουρος ότι ένα λαμπρό μέλλον τον περιμένει, ο Ρικάρντο (Riccardo Fellini – ο αδελφός του σκηνοθέτη) που είναι ερασιτέχνης τενόρος και ο Μοράλντο (Franco Interlenghi) που είναι ο νεότερος όλων, και το μόνο που κάνει έιναι να αναλώνεται σε μελαγχολικούς μοναχικούς νυχτερινούς περιπάτους. Τελευταίος, αλλά και κατά κάποιο τρόπο αρχηγός τους, είναι ο Φάουστο (Franco Fabrizi) που αφήνει έγκυο την αδελφή του Μοράλντο, τη Σάντρα (Leonora Ruffo) την οποία στη συνέχεια, υποχρεώνεται να παντρευτεί και να μείνει μαζί της στο σπίτι των γονιών της, όπου διαμένει και ο Μοράλντο.

Ωστόσο, μετά το γάμο του, ο Φάουστο δεν εγκαταλείπει τη ζωή του Δον Ζουάν. Παρά τη θέληση του, πιάνει δουλειά ως πωλήτης σε ένα κατάστημα θρησκευτικών ειδών, όπου το πρώτο πράγμα που προσπαθεί να κάνει είναι να κατακτήσει τη σύζυγο του ιδιοκτήτη και αφεντικού του. Εκείνος τον απολύει και ο Φάουστο για να εκδικηθεί, κλέβει από το μαγαζί ένα αγαλματίδιο αξίας, που αναπαριστά έναν άγγελο και το οποίο προσπαθεί να πουλήσει με τη βοήθεια του Μοράλντο και του Τζουντίσιο, του χαζού του χωριού, που τους χρησιμεύει μόνο για να σέρνει το καροτσάκι, με το οποίο μεταφέρουν το αγαλματάκι από μοναστήρι σε μοναστήρι, καθώς προσπαθούν να το πουλήσουν.

Η απάτη αποκαλύπτεται αλλά οι ένοχοι συγχωρούνται και γυρνούν στο σπίτι τους επιστρέφοντας συγχρόνως και τη λεία τους.

Την άνοιξη η Σάντρα γεννάει το μωρό τους, αλλά ο Φάουστο ασταθής κι ανερμάτιστος καθώς είναι, την απατά με μιά χορεύτρια του μιούζικ χώλ. Η Σάντρα το μαθαίνει και το σκάει με το παιδί. Ο Φάουστο με τη βοήθεια των υπόλοιπων vitelloni την ψάχνει απεγνωσμένα και τελικά προς το τέλος της ημέρας την ξαναβρίσκει. Το ζευγάρι συμφιλιώνεται, ενώ ο Μοράλντο κουρασμένος από την τεμπέλικη και παθητική επανάληψη της καθημερινότητας αποφασίζει να εγκαταλείψει την πόλη του φεύγοντας με το τρένο, σχεδόν στα κρυφά, πολύ νωρίς το πρωί, την ώρα που οι υπόλοιποι κοιμούνται.

Η παραπάνω περιγραφή της υπόθεσης ίσως να δίνει την εντύπωση ότι το έργο είναι απλά μιά μελοδραματική ταινία του ‘50. Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί, ότι περισσότερο από την δράση και τη σεναριακή πλοκή, εκείνο που ενδιαφέρει το σκηνοθέτη είναι να αποδόσει την καθημερινότητα σε μιά επαρχιακή πόλη, το χρόνο που γλυστράει και χάνεται μέσα στη ρουτίνα, αλλά και τα μεγάλα κενά, τις ώρες της βαρεμάρας, που δεν γεμίζουν ποτέ και με τίποτα, και που τελικά πλακώνουν τους πρωταγωνιστές.

Ακόμα και η ιστορία του Φάουστο και της Σάντρα που φαινομενικά είναι η ραχοκοκκαλιά της ταινίας, μπαίνει συχνά σε δεύτερο πλάνο για να προβληθούν οι ιστορίες του Αλμπέρτο και του Μοράλντο. Τελικά αυτό το οποίο μένει, ξεπερνάει την απλή και απτή ροή της πλοκής, και μεταδίδει ένα κλίμα μελαγχολίας και ένα νωχελικό ρυθμό, απ’ όπου αναβλύζει και η ποιητικότητα της καθημερινότητας της εποχής εκείνης.

Κοινωνιολογία: Το έργο καταγράφει τις έγνοιες, τις φιλοδοξίες, τις ανησυχίες και τους φόβους μιά γενιάς Ιταλών, που αντιστοιχεί σε αυτό που είναι ευρέως αντιληπτό ως pre-boom generation.

Το Ρίμινι: Η ταινία έχει γυριστεί στην Όστια έξω από τη Ρώμη, εκεί που ο Fellini θεωρούσε ότι ξαναβρήκε το Ρίμινι. Το Ρίμινι είναι ο τόπος καταγωγής του σκηνοθέτη απ΄όπου έφυγε το 1937. Το ξαναεπισκέφθηκε το 1946, και ένιωσε μεγάλη απογοήτευση, ανακαλύπτοντας ότι η πόλη του δεν είχε πιά τίποτα από εκείνα που θεωρούσε ότι την καθόριζαν. Ωστόσο, το προπολεμικό Ρίμινι παρέμεινε πάντα στο μυαλό του μεγάλου κινηματογραφιστή ως «έννοια», ως ένα έμβλημα της ανέμελης και αργόσυρτης ζωής στην επαρχία.

Για την Όστια έλεγε ότι είναι ένα μέρος στο οποίο το Ρίμινι αναπαράγεται με έναν ενετελώς «τεατράλε» τρόπο. Σκηνογραφικά και ανώδυνα. Μιά αναπαράσταση του Ρίμινι, όπως εκείνο παρέμενε ζωντανό στη μνήμη του, και στην οποία αναπαράσταση, μπορούσε να εισέρχεται χωρίς συναισθηματικές περιπλοκές, σαν να ήταν ένας τουρίστας.

Για τον Fellini η επαρχία, αντιπροσωπεύει τη γοητεία που ασκεί στον άνθρωπο, οτιδήποτε το παλιομοδίτικο, τον γαλήνιο ρυθμό που ακολουθεί τη φυσικότητα των εποχών του έτους, συγχρόνως όμως αντιπροσωπεύει και το καταπιεστικό και αρτηριοσκληρωτικό κλίμα, που μπορεί να εξωθήσει σε κάθε είδους παραβάσεις και κατεργαριές.

Η ηθική μιάς κοινωνίας που κυβερνάται από την θρησκεία και τη θρησκευτικότητα: Οι χαρακτήρες του έργου χωρίζονται σε δύο ομάδες. Η πρώτη ομάδα είναι οι γονείς, και οι ολοκληρωμένες προσωπικότητες, που γνωρίζουν τί θέλουν και πού πηγαίνουν (όπως είναι η Σάντρα). Η ομάδα αυτή αναγνωρίζει τις ίδιες ηθικές αξίες, τις οποίες, ή αποδέχεται, ή τις παραβαίνει, νιώθοντας όμως, τύψεις, ενοχές και ντροπή. Οι ηθικές αυτές αξίες είναι η εργασία, η οικογένεια και η εκκλησία (ας σημειωθεί εδώ, η δηκτική ειρωνεία του σεναρίου, που θέλει την εργασία που επιβάλλεται στον Φάουστο, για να συμμορφωθεί με το πρότυπο του καλού οικογενειάρχη, να είναι πωλητής σε κατάστημα εκκλησιαστικών ειδών) Όλο το έργο εκφράζει την εκδοχή του καθολικισμού «αλά Ιταλικά» (δηλ. στην καθαρότερη του μορφή) : όλοι ξέρουν ποιό είναι το καθήκον τους, αλλά δεν το εκπληρώνουν πάντα. Αμαρτάνουν. Ζούν στη συνέχεια τη φάση της μετάνοιας. Υπομένουν με πόνο την τιμωρία και τέλος πέρνουν άφεση των αμαρτιών τους και συμφιλιώνονται, έτσι ώστε ο κύκλος αυτός να μπορέσει να ξεκινήσει πάλι από την αρχή.

Η δεύτερη ομάδα είναι οι vitelloni, που προτιμούν να αγνοούν αυτές τις ηθικές αξίες, αναβάλλοντας την ενηλικίωση τους.

Το προτεινόμενο ιδανικό είναι εκείνο του ζευγαριού, που θεμελιώνει την αφθαρσία του στην αμοιβαία αγάπη και τη συζυγική πίστη. Το ιδανικό αυτό, που αποτελεί και την πεμπτουσία της πουριτανικής ηθικής του 19ου αι., και το οποίο πλήττεται από την παθητική ύπαρξη των vitelloni, διατυπώνεται ξεκάθαρα από τα κηρύγματα του πατέρα του Φάουστο και του εμπόρου θρησκευτικών ειδών στον οποίο πιάνει δουλειά.

Εργασία και χαρά: Όσον αφορά το ιδανικό της εργασίας, αυτό επαναφέρεται συνεχώς, ως η μόνη απόδειξη, ως η μόνη ειδοποιός διαφορά, το όριο μεταξύ των ενηλίκων που έχουν αναλάβει τις ευθύνες τους και εκείνων που τις αποφεύγουν για να παραμείνουν σε ένα “status dilettante”Φάουστο υπόσχεται από την αρχή μέχρι το τέλος του έργου ότι θα βρει μιά κανονική δουλειά, ενώ ο Λεοπόλντο σκέφτεται συνεχώς το πόσο θα ήθελε να είναι συγγραφέας χωρίς βέβαια να καταπονείται, αρκετά με την τέχνη της συγγραφής)

Αντιθέτως, ο μικρός εργάτης της εταιρίας των σιδηροδρόμων, με τον οποίο γίνεται φίλος ο Μοράλντο κατά τις βραδυνές περιπλανήσεις του, αποτελεί το αντίστροφο παράδειγμα. Είναι η εμβληματική εικόνα του εργαζόμενου, που γεμίζει από τη χαρά της ζωής και την ελπίδα. Ενδεχομένως πρόκειται για μιά εικόνα, που αναπαριστά τις επιρροές που δέχτηκε ο Fellini από τον μαρξιστικό περίγυρο του. Ωστόσο ο σκηνοθέτης δεν στέκεται σε αυτή τη πλευρά του μικρού εργάτη (που είναι ιδιατέρως σημαντική φιγούρα του έργου, μιά και αποδίδει το αισιόδοξο μήνυμα του τέλους, ένα ιδιοσυγκρασιακό happy end touch!). Φαίνεται πως μάλλον τον συγκαταλέγει στο σύνολο των «αέρινων χαρακτήρων» (των ισορροπιστών, των σχοινοβατών, των σαλών και των προσώπων που άγγιξε η θεία χάρη) που σε όλες τις ταινίες του αντιπροσωπεύουν την anima (τη θετική και θηλυκή υπόσταση των πραγμάτων)

Οι καρικατούρες του αρσενικού και του θηλυκού: Στο έργο αυτό φάνηκε καθαρά η αγάπη και το ενδιαφέρον του Fellini για το στυλιζάρισμα και την ανάδειξη των αιχμών στους χαρακτήρες που πραγματεύεται . Η μητέρα του Μοράλντο και της Σάντρα αποδεικνύεται ξεκάθαρα μέσα από το μικρό αυτό ρόλο, ως δεσποτική, καταπιεστική, κτητική και σκληρή. Ανάλογα, η μητέρα του Αλμπέρτο, είναι ανήμπορη και μοιρολατρική, αλλά απαιτεί επίσης τα πάντα απο τα παιδιά της, κλαίγοντας και εξασκώντας τους ψυχολογικό εκβιασμό.

Αντίστοιχα ο Fellini σκιαγραφεί τη θελκτική και σαγηνευτική αδελφή του Αλμπέρτο, σαν σύμβολο της απελευθερωμένης γυναίκας, που διεκδικεί τον άνδρα που επιθυμεί, χωρίς αναστολές. Εργάζεται και στηρίζει την οικογένεια της και δεν διστάζει να πάρει ουσιαστικές και δραστικές αποφάσεις που θα την απελευθερώσουν από τη στενότητα της επαρχιώτικης ζωής της. Από την άλλη μεριά η Σάντρα είναι η σύζυγος-παιδί. Η πεμπτουσία της τρυφερότητος όπως απεικονίστηκε από τους ζωγράφους της Αναγέννησης. Ο έρωτας, απογυμνωμένος από τη σεξουαλικότητα. Είναι αθώα, ευαίσθητη και αιωνίως θύμα.

Συμβολίζει τη θηλυκή φύση που έχει το κουράγιο να αναζητά πάντα τη συμφιλίωση και που προτίθεται να θυσιαστεί, για να το πετύχει.

Στον αντίποδα της Σάντρας, τα κορίτσια του μιούζικ χώλ, η ηθοποιός, που είναι η επίσημη προσκεκλημένη του διαγωνισμού για την ανάδειξη της Μις Σειρήνα στην αρχή του έργου, και η κυρία, που ο Φάουστο συναντά και φλερτάρει στο σινεμά σκιαγραφούν τη φιλήδονη πλευρά της θηλυκής φύσης.

Όσον αφορά τους άνδρες, ο χαρακτήρας του πατέρα του Φάουστο, αναπαριστά νέττα, σκέτα και σταράτα, τον καλό πολίτη, τον καλό καθολικό, το χήρο, που μένει πιστός στη μνήμη της συζύγου του, το φτωχό, που είναι πάνω απ’ όλα αξιοπρεπής, και τον πατέρα που αντιπροσωπεύει την ενσάρκωση του αρχέγονου νόμου, την αίσθηση της ορθής τάξης των πραγμάτων. Τον πατέρα που δεν θα διστάσει να τραβήξει το ζωνάρι του για να τιμωρήσει τον παραστρατημένο γιό του.

Στον αντίποδα του βρίσκονται οι vitelloni (που ουσιαστικά είναι ένας χαρακτήρας, με πολλές όψεις). Μεγάλα παιδιά, φρούτα παραγινομένα πριν καν ωριμάσουν. Τα παράγωγα μιάς κοινωνίας και μιάς ηθικής που ενσταλάζει στα μέλη της τα συναισθήματα της ενοχής, χωρίς όμως να μπορεί να εμφυσήσει αντίστοιχα, την αίσθηση της ευθύνης.

Η σχέση με το νεορεαλισμό και η πορεία προς το μοντέρνο σινεμά: Όσο κι αν κάποιος αναζητήσει και βρεί στοιχεία, που θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως «νεορεαλιστικά», το σύνολο του έργου δεν ανταποκρίνεται στις προτεραιότητες που τέθηκαν από τους θεωρητικούς αυτού του κινήματος.

Ήδη με την πρώτη του ταινία (τον Λευκό Σεϊχη) ο Fellini είχε αποπροσανατολίσει τους κριτικούς και τους ερασιτέχνες του νεορεαλισμού, μιά και με τη φαντασία και τη δεξιοτεχνία του, είχε περιγράψει την πραγματικότητα, σαν να επρόκειτο για όνειρο.

Με τους Vitelloni, ο Fellini ξεφεύγει περισσότερο από την αισθητική και την ηθική του νεορεαλισμού καθώς επικεντρώνει την προσοχή του σε πέντε τεμπέληδες, που δεν είναι ούτε αλτρουιστές, ούτε στρατευμένοι, ούτε προοδευτικοί. Αντιθέτως είναι «αραγμένοι» στην εγωκεντρική τους ομφαλοσκόπηση, και παραμένουν ανίκανοι να συνειδητοποιήσουν την κατάσταση τους, ή να κάνουν τις συγκρίσεις και τους υπολογισμούς, που θα τους επέτρεπαν να βρουν το δρόμο τους. Αυτούς τους τύπους λοιπόν, ο Fellini όχι μόνο δεν τους επικρίνει, αλλά τους περιγράφει, με μιά κάποια συμπάθεια και φιλοφρόνηση.

Όπως είχε δηλώσει ο ίδιος ο δημιουργός, δεν ήθελε να περιγράψει, όπως θα μπορούσε να φανταστεί κανείς, την παρακμή μιάς τάξης, αλλά στόχευε μόνο στην προσέγγιση αυτής της ανθρώπινης αναισθητοποίησης, της αποχαύνωσης, και του ληθάργου της ψυχής.

Συγχρόνως, η επιμονή του Fellini σε ορισμένα σημεία, που θα τα έλεγε κανείς κενά δράσης, αλλά τα οποία θεωρούνταν από το σκηνοθέτη πιο αποκαλυπτικά από τα άλλα, στα οποία υπήρχε σαφής εξέλιξη της ιστορίας, αποτελεί ένα από τα πιό χαρακτηριστικά διακριτικά σημάδια, που οδήγησαν στο μοντέρνο σινεμά, των μεγάλων «auteurs» της δεκαετίας του ’60.

Οι Vitelloni είναι η ρίζα ενός «γενεαλογικού δέντρου» ταινιών (απο το οποίο αργότερα προέκυψαν τα φιλμ 8 ½, Κλόουνς, Roma, Amarcord, και Intervista) που απελευθερώνονται από την κλασσική δραματουργία και τη «δικτατορία» της πλοκής και μπαίνουν μέσα στο διερυμένο πλαίσιο μιάς ανοικτής δομής, που στη συνέχεια αποτέλεσε το πεδίο, όπου έγιναν όλα τα πειράματα και οι έρευνες για ένα νέο σινεμά.



Αλήθειες και ψέμματα για την ταινία

Οι Vitelloni ήταν και η πρώτη μεγάλη εμπορική επιτυχία του Fellini και η πραγματική αρχή της καριέρας του. Αλήθεια. Επίσης, η ταινία αυτή κέρδισε τον Αργυρό Λέοντα στη Μόστρα της Βενετίας το 1953 και πέντε χρόνια μετά, το 1958, ήταν υποψήφια για Όσκαρ σεναρίου.

Οι Vitelloni είναι ένα αυτοβιογραφικό έργο. Ψέμματα. Ο Fellini όταν γύρισε την ταινία αυτή ήταν τριαντατριών ετών. Είχε δηλαδή την ίδια ηλικία με τους πρωταγωνιστές του. Η ταινία βασίζεται περισσότερο σε αναμνήσεις του από την εποχή της ζωής του στο Ρίμινι. Δηλαδή σε αναμνήσεις του από την εποχή που ήταν περίπου 18 χρονών. Εκεί βρίσκεται και ο νοσταλγικός χαρακτήρας και η ρομαντική διάθεση που διέπει το έργο.

Η διεύθυνση φωτογραφίας είναι εντυπωσιακή. Αλήθεια. Υπογράφεται από τους Carlo Carlini, Otello Martelli, και Luciano Trasatti και θεωρείται ότι ανέβασε σε ένα νέο επίπεδο αυτήν την τέχνη, που οι επόμενοι δημιουργοί δυσκολέυτηκαν να προσεγγίσουν.

Εξίσου εντυπωσιακή είναι και η μουσική της ταινίας . Αλήθεια . Ήδη από την πρώτη του ταινία μεγάλου μήκους (Λευκός Σεϊχης – 1952) ο Fellini εμπιστεύεται τη μουσική των έργων του στην ιδιοφυία του Nino Rota. Ο συνθέτης δούλεψε με το σκηνοθέτη σε 15 συνολικά ταινίες μεγάλου μήκους. Η συνεργασία τους διακόπηκε από το θάνατο του Nino Rota το 1979.

Το καρναβάλι είναι η κεντρική σεκάνς του έργου. Αλήθεια. Περισσότερο όμως από το ίδιο το καρναβάλι ο Fellini ενδιαφέρεται για την «επομένη της γιορτής». Τη χλωμή αυγή μετά τη φιέστα, που γοητεύει, με τον τρόπο που γοητεύουν τα παρασκήνια και τα καμαρίνια. Με τον τρόπο που είναι γοητευτικό το θέρετρο, κατά τη χειμερινή περίοδο, όταν ερημώνει και οι άνθρωποι βρίσκονται μόνοι αντιμέτωποι με τον εαυτό τους. Στη σεκάνς αυτή που διαρκεί 4,5 λεπτά και αναλύεται σε περίπου 20 πλάνα, κυριαρχεί ένα θέμα-φετίχ στη φιλμογραφία του Fellini, το οποίο είναι, ότι έχει να κάνει με τους κλόουν, το τσίρκο, τη μεταμφίεση και το μακιγιάζ (δηλαδή μερικά από τα πιο βασικά συστατικά του Felliniesque) Στη σεκάνς αυτή λοιπόν, με φόντο τα απομεινάρια του καρναβαλιού, ο Fellini αναλύει και αποκαλύπτει το βαθύτερο εαυτό του Αλμπέρτο. Πίσω από τον αλλαζώνα γόη, αναδεικνύεται το προφίλ ενός χονδρού ανδρόγυνου μωρού, που του είναι αδύνατον να αντιδράσει στο χτύπημα της μοίρας (εν προκειμένω, στο ότι η αδελφή του, που τους συντηρεί, εγκαταλείπει αυτόν και τη μητέρα τους, για να φύγει με τον αγαπημένο της) Το μόνο το οποίο είναι σε θέση να κάνει, είναι να τρέξει στη μαμάκα του, για να μυξοκλάψει.

Η σεκάνς αυτή είναι αρκετά χαρακτηριστική για το σύνολο του φιλμ. Ένα δράμα ξεσπάει αλλά δεν έχει συνέχεια. Τελειώνει εκεί, στο ξέσπασμα του. Στην αδυναμία του πρωταγωνιστή να το αντιμετωπίσει. Τίποτα δεν αλλάζει για τον Αλμπέρτο, που η συμπεριφορά του παραπέμπει στην άτολμη συμπεριφορά πολλών ανδρών, των οποίων η ζωή δεν είναι παρά μιά σειρά στιγμών γελοιοποίησης, που αντικατοπτρίζουν το κενό της ύπαρξης τους.

Το βλέμμα του Μοράλντο αναπαριστά μιά συνείδηση και μιά συνειδητοποίηση της κατάστασης και δεν είναι παράξενο, που μόνο ο Μοράλντο είναι τελικά εκείνος, που θα βρει το κουράγιο να δραπετεύσει από την ασφυκτική κατάσταση που καταπνίγει τους Vitelloni.

Στη σεκάνς αυτή αξίζει να προσέξει κανείς και δύο πλάνα, που θεωρούνται χαρακτηριστικά της σκηνοθετικής ιδιοφυίας του Fellini. Πρόκειται για τα πλάνα όπου, ο Μοράλντο και ο εραστής της αδελφής του Αμλμπέρτο βρίσκονται σε συμμετρικές θέσεις πίσω από τον Αλμπέρτο και την αδελφή του, αντίστοιχα. Η σιωπή και η ουδέτερη στάση τους δημιουργούν μιάν αντίθεση με το δράμα που εξελίσσεται μεταξύ του Αλμπέρτο και της αδελφής του και κάνουν τη σκηνή ακόμα πιο καθηλωτική.

Αρχικά ο ρόλος του ξεπεσμένου ηθοποιού του μιούζικ χώλ, που τρομάζει τον Λεοπόλντο με την ομοφυλοφιλία του, επρόκειτο να ανατεθεί στον Vittorio De Sica. Αλήθεια . Κατόπιν της παρότρυνσης του παραγωγού Pegoraro, που είχε ήδη υποστεί την ψυχρολουσία της εμπορικής αποτυχίας της πρώτης ταινίας του Fellini, του Λευκού Σεϊχη και που θεωρούσε ότι η νέα ταινία δεν είχε κανένα «όνομα» που θα τραβούσε θεατές (ο Pegoraro θεωρούσε ότι ο Alberto Sordi ως πρωταγωνιστής, δεν θα έφερνε κανένα θεατή στις άιθουσες) Έτσι, για να τον καθησυχάσει, ο Fellini πρότεινε το ρόλο στον De Sica. Τελικά ο ρόλος ανατέθηκε με μεγάλη επιτυχία στον Majeroni.

Η ταινία έχει κάνει σχεδόν παντού καριέρα με τον αυθεντικό ιταλικό τίτλο Vitelloni. Αλήθεια . Αν θέλαμε να τον μεταφράσουμε στα Ελληνικά, θα επιλέγαμε μάλλον τον τίτλο «τα Ρεμάλια». Αν όμως θέλαμε να μείνουμε πιό πιστοί στην Ιταλική λέξη θα έπρεπε να επιλέξουμε τον τίτλο «Τα Μοσχάρια» που ίσως να εκφράζει πιό άμεσα, το βοοειδή λήθαργο της καθημερινότητας των πρωταγωνιστών.

Στην Αγγλία το φίλμ κυκλοφόρησε με τον τίτλο Spivs, που στην βρεττανική αργκό σημαίνει "slacker," δηλαδή χαλαρός, άτονος, βραδύς, νωθρός αμελής, στάσιμος. Ο όρος slacker χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον από τους boomers, όταν ήθελαν να αναφερθούν περιφρονητικά στους νεότερους τους που δεν έδειχναν κανένα πάθος για τους αγώνες τους.

Οι «γριές-Βισκόντι» βλέπουν Fellini. Αλήθεια. Όσες δεν έχουν αποδημήσει για καλοκαίρι, πάνε στην προβολή 9-11.

Βαθμολογία: Αυτή τη φορά θα είμαι αυστηρούτσικος μόνο με αυτούς που αναζητούν πάντα, μόνο τη βαθμολογία της ταινίας : δεν θα βάλω καθόλου νούμερο. Δείτε το, νιώστε το και μελετήστε το. Συγχρόνως, βάλτε στο πρόγραμμα να δείτε και τα υπόλοιπα έργα του Fellini και κάντε το με την ευγενή μανία ενός συλλέκτη. Αξίζει.

Γιαννης Κωνσταντινιδης




Εν έτει 1953, σε ηλικία 33 χρόνων ο Fellini νιώθει αρκετά έτοιμος και ώριμος να ειρωνευτεί την ανία και την μικρότητα των ανθρώπων της ηλικίας του στην επαρχία. Διαλέγει για τον σκοπό αυτό την πόλη που μεγάλωσε, το πολυαγαπημένο του Ρίμινι (που εμφανίζεται και σε πολλές ακόμη μεταγενέστερες ταινίες του). Η ταινία γυρίζεται μόλις έναν χρόνο μετά από τον Λευκό Σεΐχη, ταινία που στρέφεται ειρωνικά κατά των επιδερμικών ρομάντζων του θεάματος. Είναι φανερό ότι ο μεγάλος σκηνοθέτης έχει μπει σε μια νέα πορεία κατά την οποία θα σατιρίσει άλλοτε καυστικά και άλλοτε με συμπάθεια τον κόσμο γύρω του.

Αρκετά χρόνια μετά από το I Vitelloni, ο Fellini θα γυρίσει το 8 ½ το οποίο θα μπορούσε να χαρακτηριστεί συνέχεια του έχοντας υπόψη ότι στο μεν πρώτο καυτηριάζει την απραξία, τη νωθρότητα και την φυγοπονία, ενώ στο δεύτερο εξετάζει το αποτέλεσμα και κυρίως τις δυσκολίες της αντίθετης νοοτροπίας. Ενώ λοιπόν το I Vitelloni είναι ημιβιογραφικό, το 8 ½ είναι βιογραφικό και ενώ το πρώτο είναι αποστασιοποιημένο από τον ίδιο το δεύτερο είναι προσανατολισμένο προς την ψυχολογία του Fellini. Είναι προφανές ότι το συλλογικό έργο του Fellini μεγαλώνει μαζί με τον ίδιο και δρα ως κοινό σημείο συνάντησης του δημιουργού με το κοινό του, στο οποίο εκθέτει τις σκέψεις του, άλλοτε σπαρακτικά και άλλοτε ουδέτερα (ίσως διδακτικά).

Η ταινία είναι γυρισμένη στο Ρίμινι, τα μοτίβα που αργότερα θα κυριαρχήσουν στο έργο του κάνουν σιγά σιγά την εμφάνισή τους, ενώ αξίζει και πάλι να προσεχθεί ότι η μουσική είναι κλασσικά του Nino Rota, που επένδυσε τις περισσότερες ταινίες του. Η ταινία κέρδισε το Αργυρό Λιοντάρι στο Φεστιβάλ της Βενετίας.

Oh Yeah! : Το γεγονός ότι αν και νεαρός ο Fellini είναι σε θέση (και η θέση του απορρέει από το έργο που έχει παραγάγει) να κατακρίνει πολλούς συνομήλικούς του όχι με κακία, πάντως με κριτική. Και επίσης να έχει το θάρρος να δηλώσει ότι η διαφορετικότητα καταπνίγεται όταν συνοδεύεται από ανωτερότητα.

Oh No! : Η ταινία δεν αποτελεί αντιπροσωπευτικό έργο του Fellini και πάντως κινείται σε αργούς ρυθμούς. Ειδικά αν έχετε δει τις μεταγενέστερες ταινίες του, αυτή από άποψη δυσκολίας θα σας φανεί απλή, καθώς όλα της τα θέματα τα επεξεργάζεται και τα παρουσιάζει με μεγαλύτερο βάθος στη συνέχεια.

TV Σχόλιο: Η ΕΤ1 μας καλομαθαίνει προβάλλοντας για τρίτη συνεχόμενη Κυριακή Fellini. Υποθέτω ότι το αφιέρωμα θα συνεχιστεί, μείνετε συντονισμένοι.

Βαθμολογία: 7.5/10 Stars7.5/10 Stars7.5/10 Stars7.5/10 Stars7.5/10 Stars7.5/10 Stars7.5/10 Stars7,5/10 Stars (7.5/10) (σε σχέση και με το υπόλοιπο έργο του)


Κωσταντίνος Στυλιανού




Τετάρτη 29 Δεκεμβρίου 2010

Σχεδόν 30 χρόνια πριν, ο Φελίνι υπογράφει την απόλυτη σπουδή επάνω στη ζωή στην επαρχία και πάνω στη μοναδικότητα τής ανθρώπινης προσωπικότητας. Μια παρέα αντρών ζει και κινείται στην ιταλικά επαρχία, αγαπάει, μισεί, παθιάζεται, διασκεδάζει με τον δικό της μοναδικό τρόπο. Ο ερωτύλος, ο ντροπαλός, ο κουλτουριάρης, ο ανήσυχος, ο συμβιβασμένος είναι όλοι εδώ κι αναπτύσσονται σε όλο τους το μεγαλείο. Αναπτύσσονται, όμως, γύρω από έναν κοινό άξονα, τη διάθεση τους για μια καινούρια ζωή, μακριά από τη μιζέρια και τη μονότονη ζωή της μικρής τους πόλης. Ο ήρωας θα φύγει, θα εγκαταλείψει όλα αυτά που δεν αντέχει και για τους υπόλοιπους η ζωή συνεχίζεται... όμοια κι απαράλλακτη.

Δεν είναι, όμως, μονάχα η απαράμιλλη ανάλυση των χαρακτήρων, είναι και η λυρική σκηνοθεσία. Σίγουρα, δεν πρόκειται για την πιο ποιητική του ταινία, όμως ο λυρισμός ξεχειλίζει κι εδώ. Τα τοπία της μικρής μας πόλης, συνδυασμένα με τους ασπρόμαυρους χρωματισμούς, σε γεμίζουν νοσταλγία για μια πατρίδα στην οποία δεν έζησες ποτέ και ούτε θα ζήσεις. Όχι, όμως, μονάχα νοσταλγία, αλλά και συμπόνια για τη μονότονη ζωή των πρωταγωνιστών και υποστήριξη στο ταξίδι τους για την ανεύρεση της μοναδικής τους διεξόδου.

Αυτό που τραβά ιδιαίτερα την προσοχή, είναι και ο μοναδικός τρόπος που ο Φελίνι χειρίζεται το χρόνο. Έχουμε να κάνουμε με ιστορίες σχεδόν αυτόνομες, που τελικά συνδέονται και δημιουργούν μια μαγική αλυσίδα που μας οδηγεί αβίαστα στο «ζήσαμε εμείς καλά και αυτοί καλύτερα». Επιπλέον, ο χρόνος επιμηκύνεται μέσα από την καθημερινότητα των ηρώων μας και τη ζωή τους που μέσα από τη μονοτονία της μοιάζει απίστευτα γοητευτική. Η αίσθηση της περιπλάνησης και της αέναης αναζήτησης για το καλύτερο κυριαρχεί και μας δίνει την αίσθηση πως η διέξοδος τελικά είναι ακόμη πολύ μακριά.

Βαθμολογία: 5/10 Stars5/10 Stars5/10 Stars5/10 Stars5/10 Stars (5/5)

(0 κακή | 1/5 Stars μέτρια | 2/5 Stars2/5 Stars ενδιαφέρουσα | 3/5 Stars3/5 Stars3/5 Stars καλή | 4/5 Stars4/5 Stars4/5 Stars4/5 Stars πολύ καλή | 5/5 Stars5/5 Stars5/5 Stars5/5 Stars5/5 Stars αριστούργημα)

Σοφία Γουργουλιάνη


 
Legacy - Άρης Μαυρέλλης - Unverified - Παρ 18 Δεκ 2009 - 11:04
Μεταπολεμικη Ιταλια σε μια επαρχια οι Βιτελονι (ρεμαλια) ειναι μια παρεα νεαρων που καθως εχουν ανωτερη μορφωση απο τον μεσο ορο περναν την ωρα τους εμπαιζοντας τους ανημπορους και βολταροντας απο εδω κι απο εκει. Το ονειρο τους ειναι να ξεφυγουν απο την μιζερια της επαρχιας, να ανοιξουν τα φτερα τους προς την πολη και να γινουν επιτυχημενοι.
Κλασικη πικρη και συγκινητικη κωμικη τραγωδια της νεορεαλιστικης περιοδου του Φελινι και το πρωτο αριστουργημα του. Οι Βιτελονι ειναι μια απο τις καλυτερες και ευθειες ταινιες του Ιταλου δημιουργου ισως γιατι και ο ιδιος εζησε ως Βιτελονι στα νιατα του. Έτσι με την ανεση και την οικειοτητα που διακρινει τον Φελινι σε σχεση με το θεμα του καταφερνει να αποδωσει φοβερα οχι μονο τον χαρακτηρα των νεαρων αλλα και τον μικροκοσμο της επαρχιακης πολης σε μια ατμοσφαιρα βαρια η καποτε κακογουστα πανηγυριωτικη κατω απο γκριζους ουρανους, μεσα σε υγρους δρομους.

Πηρε το Αργυρο Λιονταρι στην Βενετια το ’53.

Άρης Μαυρέλλης
 
Αυτή τη στιγμή δεν είστε συνδεδεμένος. Συνδεθείτε ή κάντε εγγραφή για να σχολιάσετε.