• ΕΠΙ ΤΟΥ ΠΙΕΣΤΗΡΙΟΥ...

  • Αριθμός ταινιών: 22184
  • Αριθμός συν/τών: 758958
  • Πρόγραμμα 276 Κινηματογράφων και 18 τηλεοπτικών σταθμών
Ταινίες - Κριτική από το Cine.gr


Dogville (2003)


Σινεφίλ | 178' | Ακατάλληλο κάτω των 15
Πρεμιέρα στην Ελλάδα: Παρ 7 Νοε 2003
Ημερομηνία κυκλοφορίας DVD: 27/3/2004
Διανομή: Ama Films
Χρώμα: Έγχρωμο
Ήχος: Dolby Digital
Γλώσσα: Αγγλικά
Δημοτικότητα: 1.04 %
Αξιολόγηση: 7.96/107.96/107.96/107.96/107.96/107.96/107.96/107.96/10   (7.96/10)
Aντιφατικότητα ψήφων: Υψηλή (Συμφωνία ψήφων μεταξύ 15 και 50%)




- Υπότιτλος:

Μια ήσυχη μικρή πόλη όχι μακριά από εδώ.

- Gallery:



 

- Κριτική από το Cine.gr:


"Σ` ένα θέατρο, δεν μπορούν χίλιοι θεατές να καθίσουν στην ίδια θέση. Επομένως, μπορούμε να βεβαιώσουμε ότι κανένας απ` αυτούς δεν βλέπει το ίδιο έργο [...] Στον κινηματογράφο, δεν υπάρχουν πια χίλιοι θεατές. Υπάρχει μόνο ένας που βλέπει και ακούει ακριβώς ό,τι και η κάμερα και το μικρόφωνο", είχε γράψει στα απομνημονεύματά του ο Marcel Pagnol - διάσημος θεατρικός συγγραφέας της Παρισινής σκηνής του μεσοπολέμου. Κι ενώ τα λόγια αυτά ανήκουν σε μια εποχή που υπήρχε η ανάγκη αναγνώρισης της κινηματογραφικής εμβέλειας, έρχεται στις μέρες μας ένας εκ των "δογματικότερων" (με κάθε ιδεολογικοφιλοσοφική προέκταση) δημιουργών που ανέδειξε η Έβδομη Τέχνη για να αναγραμματίσει τη σχέση αυτής με μια ιδιαίτερη θεατρική παρακαταθήκη, να αφήσει αιχμές και να προκαλέσει διχοστασίες.

Ο λόγος για τον Δανό Lars Von Trier, ο οποίος ξεκίνησε με ορμή το ταξίδι της τρίτης φιλμικής τριλογίας του: μετά τον νεο-εξπρεσιονιστικό εφιάλτη της “Europa Trilogy” (The Element of crime - Το Στοιχειο του Εγκληματος, Epidemic, Europa) και την συναισθηματικά κραυγάζουσα Δογματικότητα της “The Golden-Heart Trilogy” (Breaking the Waves - Δαμαζοντας τα κυματα, The Idiots - Οι ηλιθιοι, Dancer in the Dark - Χορευοντας στο Σκοταδι), το Dogville είναι το ιδιόμορφο πρώτο μέρος της τριλογίας “USA - Land of Opportunities”(με δεύτερο το επερχόμενο Manderlay). Με έναν πρόλογο και εννέα κεφάλαια να στελεχώνουν τη δραματική καμπύλη του νέου του πονήματος, με εξαίσιες ερμηνείες αποδραματοποιημένου αναστήματος και έντονα μινιμαλιστική σκηνογραφική αντίληψη (σκίτσα στο δάπεδο οριοθετούν – δίκην τοπογραφικού σχεδίου – τα σπίτια των κατοίκων του Dogville, ενώ απεικονίζονται μόνο όσα αντικείμενα εμπλέκονται άμεσα στην ερμηνευτική διαδικασία), μετουσίωσε την "αμερικανική πρόκληση" για δεύτερη φορά (την πρώτη έδρασε ως πρωτογενής καταλύτης στη γένεση του Dogma95 μανιφέστου) σε καλλιτεχνική κραυγή, αξιοποιώντας τώρα – μέσα σε ένα εξ όψεως φορμαλιστικό πλαίσιο – τόσο τις επιρροές από το λεγόμενο επικό θέατρο του Brecht όσο τη μυθιστορηματική ελευθερία και την ανυπέρβλητη δυναμική της τέχνης που τόσα χρόνια υπηρετεί.

Στην απομονωμένη κωμόπολη Dogville της Αμερικής του ‘30 και του οικονομικού κραχ καταφθάνει κυνηγημένη από γκάνγκστερ η γοητευτική Grace (Nicole Kidman). O νεαρός Tom Edison (Paul Bettany) - η προσωποποιημένη ιντελιγκέντσια της κοινωνικής μικρογραφίας που επινόησε ο Trier – πείθει τους ντόπιους να της παράσχουν άσυλο, παρότι η παρουσία της μοιάζει να απειλεί τον φιλήσυχο χαρακτήρα του τόπου. Προς ανταπόδοση στην εγκαρδιότητα και αλληλεγγύη που αντικρίζει, η Grace παρέχει απλόχερα την βοήθειά της στις δουλειές όλων. Μέσα από τη συναναστροφή της με τους κατοίκους αποκτούμε σταδιακά μια άποψη για όλους, από την καχύποπτη και ιδιότροπη Ma Ginger (Lauren Bacall) μέχρι τη μνησίκακη σύζυγο (Patricia Clarkson) και τον απομονωμένο τυφλό Jack McKay (η στιβαρή μορφή του Ben Gazzara). Όταν η αναζήτηση της Grace από τους διώκτες της γίνει όμως πιο έντονη, οι άνθρωποι της κωμόπολης θα δικαιολογήσουν με το μέγεθος του ρίσκου που αναλαμβάνουν, την επικείμενη, ιδιαίτερα σκληρή αντιμετώπισή τους. Η καλοήθης Grace θα μετατραπεί σε θύμα των ίδιων των ανθρώπων που την προστάτεψαν και θα κουβαλήσει στωικά κάθε «αμάρτημά» τους, ώσπου να την προδώσει ο μόνος άνδρας που πλατωνικά την ερωτεύτηκε.

Ο Trier συνέλαβε το συνηθισμένο και αυτονόητο μέσω μιας απεικόνισης ασυνήθιστης και ιδιόρρυθμης και βρέθηκε πολύ κοντά στην λεγόμενη μπρεχτική «αποξένωση» (ο όρος αποστασιοποίηση είναι λίγο αδόκιμος). Εδώ όμως απαιτείται μια εξήγηση: η δραματουργία κατά Brecht απευθύνεται στην συνειδησιακή λογική του θεατή και απαιτεί από αυτόν να κατανοήσει τις διαδικασίες της σκηνής στην ολόπλευρη συνάρτησή τους και όχι να παρασυρθεί συναισθηματικά, με κίνδυνο την ταύτισή του με τον ήρωα. Αποτέλεσμα αυτού του γεγονότος θα είναι η διατύπωση ερωτημάτων λογικής συνέπειας και η λήψη αποφάσεων εκ μέρους του. Αυτό διευκολύνεται από την αποξενωτική απεικόνιση του χώρου (με μονίμως ίδια σκηνικά και χρήση εικονικών αντικειμένων), των προσώπων (από απλά λιτή ενδυμασία εως χρήση μάσκας ή ακόμα και κουκλών στη θέση ηθοποιών) και κυρίως των ερμηνειών: στα βήματα του Diderot και στον αντίποδα του Stanislavski, ο Brecht – χωρίς να αποκλείει το συναίσθημα και τη φαντασία ως συμπληρωματικά στοιχεία – απαιτούσε από τον ηθοποιό να υποδύεται το ρόλο του «ψύχραιμα» (κάτι που δεν σημαίνει «ψυχρά»), ώστε τα πάθη και τα συναισθήματα που πρέπει να αποδώσει, να μην τον επηρεάζουν καθόλου. Εν αντιθέσει λοιπόν με τους ήρωες του Pirandello ή του Chekhov, ο ήρωας του Brecht δεν βιώνει καταστάσεις, αλλά συμπεριφέρεται στην ουσία ως ένας δρων θεατής. ΚατΑ αυτόν τον τρόπο, δίνεται έμφαση στη λεγόμενη αυτενέργεια του θεατή.


Γυμνό από συγκινησιακή – για τον θεατή - μέθη
το νέο εγχείρημα του Lars Von Trier, με
ανόθευτες ερμηνείες και μια Nicole Kidman
να στέκει ως στωική, ανοικτίρμων θεά.
Ωμό φινάλε που εξουσιάζει τη σκέψη
για πολύ καιρό μετά την έξοδο από την αίθουσα.
Κάτι δηλαδή που θα το ήθελε κι ο Brecht.


Η αυτενέργεια λοιπόν που χαρίζει στο θεατή της η μπρεχτική αποξένωση αποκτά κατά κάποιον τρόπο με το Dogville την κινηματογραφική της διάσταση. Μπορεί να υπάρχει βέβαια κάποια οργανωμένη επιλογή των δραματικών γεγονότων (από μια απλή ταραχή της ηρωίδας λόγω της ψυχαναγκαστικής προκλητικότητας ενός παιδιού μέχρι τον σωματικό βιασμό της), όμως η πολυεδρικότητα της κινηματογραφικής γλώσσας (του Trier) καταφέρνει να στερήσει από το έργο κάθε τάση συγκινητικής δημαγωγίας. Ο Trier δεν ξέχασε επομένως μέσα στην αυστηρά θεατρική του σύλληψη ότι υπηρετεί την τέχνη του σινεμά. Διατήρησε τη μουσική ως φιλμική επένδυση και την ορθολογιστική συνέπεια της ηχητικής μπάντας (μια πόρτα ακούγεται να κλείνει, έστω κι αν υποτίθεται ότι την βλέπουμε να κλείνει) και κυρίως τη δυναμικότητα της κινηματογραφικής κίνησης, είτε αυτό αφορά τον τρόπο λήψης ενός πλάνου είτε την διαίσθηση ψυχολογικής υποδομής αυτού. Μπροστά στην κινηματογραφική κάμερα, οι ηθοποιοί καταθέτουν τις σχεδόν νατουραλιστικές τους ερμηνείες απαλλαγμένοι από συμβατικούς κανόνες της θεατρικής σκηνής (για παράδειγμα, δεν είναι υποχρεωμένοι να δώσουν έμφαση στην ένταση και τον τόνο της φωνής τους ώστε να ακουστούν στο κοινό), αλλά και – λόγω του τρόπου της κινηματογραφικής δημιουργίας – «προικισμένοι» με τη δυνατότητα να πλάσουν σταδιακά το ρόλο τους. Κάτι τέτοιο βέβαια δεν υπονομεύει την αμεσότητα και ιδιομορφία του θεάτρου ως εκφραστικού μέσου, αλλά εντοπίζει απλά την έλλειψη οποιασδήποτε ακαδημαϊκής ροπής του εν λόγω κινηματογραφικού εγχειρήματος προς τη θεατρικότητα.

Μέσα στα πλαίσια αυτού του αποδραματοποιημένου ύφους, η φωνή του αφηγητή (John Hurt), έμμετρη μέσα στο αντιστικτικό πλέγμα εικόνας-λόγου, αλλά ιδανικά πεζή ως εξήγηση της οπτικής έκφρασης, καταφέρνει (φαινομενικά απλά, αλλά στην ουσία) δεξιοτεχνικά να αποφύγει τον κίνδυνο παράφρασης της εικόνας. Το όλο αποτέλεσμα δίνει την εντύπωση πως ο ιμπρεσιονιστικός αντίκτυπος της τύχης των προηγούμενων τραγικών ηρωίδων του Trier(του μαρτυρικού χαρακτήρα για παράδειγμα της Bjork στο Dancer in the Dark - Χορευοντας στο Σκοταδι) εδώ μετατρέπεται σε νοησιαρχική απευαισθητοποίηση. Κατά πόσο όμως ο σύγχρονος θεατής είναι διατεθειμένος να ακολουθήσει μια τέτοια λογική είναι σίγουρα ένα από τα ζητούμενα.

Επιμύθιο

Ολόκληρο το φιλμ επισκιάζει μια αντιστροφή της σοφόκλειας ειρωνείας: δεν είναι η ηρωίδα που αγνοεί μια τραγική θέση, αλλά ο θεατής. Μάντης Τειρεσίας δεν υπάρχει. Υπάρχει όμως ένας αρχετυπικός ορισμός για το ψυχολογικό υπόβαθρο κάθε κοντικού πλάνου: σε ένα γκρο-πλαν η κάμερα προσπερνά όλα τα στρώματα της φυσιογνωμίας (εν προκειμένω, της ηρωίδας) και δείχνει το κρυμμένο αληθινό πρόσωπο. Η μικροφυσιογνωμία, αυτό το κοινό για όλους κινηματογραφικό κτήμα, γίνεται η διαίσθηση μιας κάτι παραπάνω από τραγικής – απάνθρωπης – ειρωνείας. Κι όμως, το φινάλε, βγαλμένο απΑ την αμερικανική γκανγκστερική φιλμογραφία (θυμηθείτε εξάλλου τον φόνο του Sonny Corleone – James Caan στο αρχετυπικό The Godfather - Ο Νονος), έρχεται με κάθε αντιαριστοτελική συνέπεια να αποκαλύψει, χωρίς ίχνος αίματος επι της οθόνης, την ανθρώπινη κτηνωδία. Μέσα από την τελική «διαμάχη της υπεροψίας» και την κυνική παραβολή του Trier, ξεπηδά ένα έντονα μισανθρωπιστικό μήνυμα, το οποίο όμως πάντα η τέχνη – οφείλει να – μεταφράζει σε ανθρωποκεντρικό ενδιαφέρον. Μπορεί ο Lars Von Trier να θέλει επίσης να προσδώσει, μεταξύ άλλων, μια συγκεκριμένη πολιτική διάσταση στη δημιουργία του (κάτι που φυσικά είναι καλλιτεχνικό του δικαίωμα και υποχρέωση), η συμπαντική ωστόσο διάσταση είναι αυτή που χαρίζει τη διαχρονικότητα. Ο Δανός κύριος εν τέλει έπραξε με το παραπάνω το καθήκον του, κοινώνησε κάθε ανησυχία με την «πλέμπα» και βγαίνοντας από την σκοτεινή αίθουσα, ο καθένας από εμάς θα νιώσει σίγουρα διαφορετικός (συναισθηματικά αλλοτριωμένος, θα έλεγε ο Brecht), όμως η ειρωνεία τού «γαλήνιου του νου μηρυκασμού» (όπως θα έλεγε ο Godard) θα είναι ακόμα πιο τραγική.

Βαθμολογία: 8.5/10 Stars8.5/10 Stars8.5/10 Stars8.5/10 Stars8.5/10 Stars8.5/10 Stars8.5/10 Stars8.5/10 Stars8,5/10 Stars (8+/10)

Κώστας Πάτας




Πέμπτη 6 Νοεμβρίου 2003

Πόσες φορές σας έχει συμβεί να συγκλονιστείτε τόσο από μια ταινία ώστε να νιώθετε αδύναμος όχι να περιγράψετε σε τρίτους αλλά και να συνειδητοποιήσετε εσείς οι ίδιοι τι ήταν αυτό που σας χτύπησε τόσο δυνατά κατά την προβολή; Μάλλον ελάχιστες. Έτσι ακριβώς ένιωσα μετά το πέρας του Dogville του (ό,τι και να πω γι’ αυτόν, είναι αδύνατο να περιγράψω το μεγαλείο του) Δανού Lars Von Trier.

Ένας ποταμός συναισθημάτων, ένα ποίημα με τα πιο ευτελή συστατικά και τις πιο αληθινές προθέσεις. Αυτό είναι το Dogville. Και θέλω να τονίσω απ’ την αρχή ότι είναι ντροπή που ένα τέτοιο μεγαλειώδες αριστούργημα (τολμώ να πω… το πρώτο αυθεντικό του 21ου αιώνα…) πέρασε από το ασελγές μαχαίρι των εταιριών παραγωγής (ίσως και του ίδιου του δημιουργού), προκειμένου να γίνει πιο αρεστό στον (δεν έχω χρόνο λέμε!) σύγχρονο θεατή. Είναι ντροπή και δυστυχώς είναι κάτι παραπάνω από εμφανές και ενοχλητικό κατά τη διάρκεια της ταινίας όπου ο πρόλογος και τα 9 κεφάλαια που την απαρτίζουν (περίπου όπως στο Breaking the Waves του ιδίου, σαν ένα λογοτεχνικό βιβλίο) κόβονται απότομα, χωρίς μάλιστα τη στοιχειώδη προσοχή ώστε οι εικόνες που επιβιώνουν να ταιριάζουν μεταξύ τους… Κάποιοι διαδίδουν ότι το συγκεκριμένο μοντάζ επιλέχθηκε από τον ίδιο τον Trier κι ότι η τρίωρη κόπια που προβλήθηκε στις Κάννες, ήταν αποκλειστικά και μόνο προορισμένη για το φεστιβάλ. Όπως και να ‘χει, λίγη περισσότερη προσοχή στο… μαχαίρι δεν θα έβλαπτε κανέναν…

Στο προκείμενο τώρα, η ιστορία μιλά για την Grace (δεν μοιάζει τυχαίο το όνομα) η οποία στην προσπάθειά της να αποφύγει μια συμμορία γκάνγκστερ, βρίσκει καταφύγιο στην κωμόπολη Dogville. Οι κάτοικοι, ενώ στην αρχή στέκονται αλληλέγγυοι στην κατατρεγμένη Grace, στη συνέχεια ζητούν κάποιες «χάρες», προκειμένου να συνυπάρξουν αρμονικά. Όταν τα πράγματα δυσκολεύουν με την αναζήτηση και στη συνέχεια επικήρυξή της από την αστυνομία (που καθώς φαίνεται έχει διασυνδέσεις με τους γκάνγκστερς), οι κάτοικοι του Dogville ζητούν όλο και μεγαλύτερα ανταλλάγματα για τη σιωπή και την προστασία που της προσφέρουν, φτάνοντας κάποια στιγμή στο σημείο να την εκμεταλλεύονται ψυχικά και σωματικά με τον πιο άγριο τρόπο, σαρώνοντας στο πέρασμά τους κάθε έννοια ανθρωπιάς και αλληλεγγύης. Όμως η Grace τελικά κρύβει ένα μυστικό που αν γνωστοποιηθεί, θα τους κάνει να τρέχουν πανικόβλητοι και φυσικά να μη μπορούν να γλιτώσουν απ’ την καταπιεσμένη οργή της. Θα τους πάρει και θα τους σηκώσει (θυμηθείτε το αυτό…)!

Στο μπρεχτικό σύμπαν που δημιουργεί ο Lars Von Trier στο Dogville, το πρώτο που κάνει εντύπωση, είναι το ευτελές κι όμως εντυπωσιακό σκηνικό του. Το Dogville δεν είναι κάποια πραγματική πόλη και τα σπίτια δεν είναι πραγματικά σπίτια. Όλα διαδραματίζονται σε ένα τεράστιο στούντιο, όπου τα σπίτια, τους δρόμους, ακόμα και τους θάμνους ή το σκύλο του χωριού σηματοδοτούν μερικές γραμμές με κιμωλία και κάποιες ταμπέλες που απλά γράφουν «σκύλος» ή «θάμνοι». Trier - θεατές, 1-0. Οι εκπλήξεις δεν σταματούν εδώ. Οι ερμηνείες των πρωταγωνιστών πλησιάζουν το επίπεδο παιδικής θεατρικής παράστασης, με τους ηθοποιούς να ανοίγουν πόρτες που όμως δεν υπάρχουν, να κρύβονται σε ορυχεία που απλά σηματοδοτούνται με τέσσερις - πέντε σειρές ξύλων σε σχήμα Π, να χτυπούν την καμπάνα σε ένα καμπαναριό χωρίς βάση… κι όλα αυτά με κινήσεις που θα έλεγε κανείς πως ταιριάζουν περισσότερο σε ερασιτεχνικούς θιάσους. Ταυτόχρονα, όλες οι ερμηνείες είναι χαμηλών τόνων, με τον Trier να αφήνει μόνο του το θεατή να φουσκώνει και να ξεφουσκώνει στη θέση του, παρακολουθώντας τους χαρακτήρες τις ταινίας να αντιδρούν σαν να ήταν τα πιο απλά καθημερινά πράγματα όσα βλέπουμε να κάνουν στην οθόνη. Σημειώσατε 2-0 και κάπου εδώ αρχίζουν τα δύσκολα… Η αντιμετώπιση της Grace γίνεται όλο και πιο αισχρή, όλο και πιο απάνθρωπη κι όμως αυτή τα αντιμετωπίζει όλα δικαιολογώντας τα πάντα, σκεπτόμενη ίσως ότι ο οποιοσδήποτε στη θέση των κατοίκων αυτής της κλεισμένης στον εαυτό της πόλης θα έκανε ακριβώς τα ίδια. Και όσο πιο σκληρή γίνεται η κοινωνία του Dogville απέναντί της, όσο η καχυποψία εις βάρος της μεγαλώνει κι όσο της φορτώνονται τα πιο απίθανα παραπτώματα, τόσο περισσότερο δένεται με το Dogville που βαθιά μέσα μας θα θέλαμε να δούμε να καίγεται. Η αφήγηση πριν από κάθε νέο κεφάλαιο, ψύχραιμη, ίσως ειρωνική και εκνευριστικά απλή, εντείνει το άγχος μας για την εκδίκηση που ΠΡΕΠΕΙ επιτέλους να έρθει. Όσο «ξεφυλλίζουμε» την ταινία του Trier, τόσο η οργή μας και ο αποτροπιασμός για τα τεκταινόμενα φουσκώνουν. Πόσο μάλλον όταν υποψιαζόμαστε ότι η εκδίκηση μπορεί τελικά να μην έρθει ποτέ. Σε αυτό το σημείο, οφείλω να ομολογήσω ότι υπήρξαν κάποιες στιγμές που έπιασα τον εαυτό μου να σκέφτεται ότι αν είχα μπροστά μου τον Lars Von Trier, θα τον χαστούκιζα. Το σκορ κάπου εδώ έχει χαθεί φυσικά και ο Trier παίζει μόνος του. Δεν μπορείς παρά να αφεθείς…

Οι ερμηνείες που είναι τόσο σεμνές, τόσο κυνικά απαλλαγμένες από κάθε προσπάθεια δραματοποίησης, είναι συγκλονιστικές. Η Nicole Kidman στο ρόλο της Grace είναι αγνώριστη, απλά θαυμάσια. Είναι η τραγική φιγούρα της ιστορίας και το εξιλαστήριο θύμα κάθε διαταραγμένου νου της κοινωνίας του Dogville. Υπομένει στωικά όλες τις προσβολές και τα μαρτύρια που της επιφυλάσσουν, δικαιολογώντας κάθε συμπεριφορά όσο ακραία κι αν είναι. Στο πλευρό της έχει τον Tom Edison (Paul Bettany) που ενώ καταρχήν πείθει τους κατοίκους του Dogville να της χορηγήσουν άσυλο και δημιουργεί μαζί της μια πλατωνική σχέση, στη συνέχεια την προδίδει με τον χειρότερο τρόπο, παραμένοντας απλός θεατής ή ακόμα και συμβάλλοντας στο Γολγοθά της. Ανάμεσα στους κατοίκους που ο καθένας τους επινοεί και ένα διαφορετικό τρόπο για να προσθέσει ένα λιθαράκι (ή μια κοτρόνα) στα πάθη της Grace, είναι εξαιρετικά δύσκολο να ξεχωρίσεις κάποιον. Απλά και μόνο επειδή οι χαρακτήρες που υποδύονται εξοργίζουν περισσότερο το θεατή, ξεχωρίζουμε τους Ben Gazzara (στο ρόλο του τυφλού Jack McKay) και Patricia Clarkson (η σύζυγος και μητέρα Vera). Ωστόσο, το επίπεδο της ηθοποιίας στην ταινία είναι εντυπωσιακά υψηλό και όλοι οι πρωταγωνιστές έχουν μεγάλο μερίδιο ευθύνης στο (άψογο) τελικό αποτέλεσμα.

Οι συμβολισμοί στο έργο του Lars Von Trier είναι παντού. Όλα έχουν νόημα και δεν ντρέπεται να εκφράσει τη γνώμη του για την Αμερική που τόσο αγαπά να μισεί. Το Dogville είναι η ίδια η Αμερική την εποχή του οικονομικού κραχ (που όμως δεν διαφέρει πολύ από τη σημερινή όψη της) και η συμπεριφορά των κατοίκων του απέναντι στην κατατρεγμένη Grace μοιάζει με αυτή της Αμερικής απέναντι σε κάθε κατατρεγμένο, είτε πρόκειται για μεμονωμένα άτομα είτε για ολόκληρες εθνικές, φυλετικές κ.ά. ομάδες. Το τέλος της ιστορίας δεν μπορεί παρά να είναι βίαιο, ωμό, εκδικητικό. Το αμερικάνικο όνειρο περιέχει το αυγό του φιδιού που όταν σπάσει θα παρασύρει στο διάβα του τα πάντα. Όσο κι αν σε κάποιους αυτή του η εμμονή με την κατάμαυρη πλευρά της «γης των ονείρων» μοιάζει υπερβολική και ίσως ενοχλητική, δεν μπορεί παρά να θαυμάσουν το μεγαλείο του έργου του Trier που υπερβαίνει κάθε ιδεολογία, κάθε προκατάληψη. Κι ας είναι ο ίδιος τόσο προκατειλημμένος…

Το Dogville είναι καταδικασμένο να μείνει στην ιστορία ως ίσως η καλύτερη δημιουργία του Trier και σίγουρα η πιο προκλητική. Το καινό και οι κριτικοί μπορεί να διχαστούν απέναντι στο μεγαλείο του, τα κάθε λογής βραβεία μπορεί να το προσπεράσουν (όπως έγινε σκανδαλωδώς και στις Κάννες), ωστόσο είναι αδύνατον να περάσει στη λήθη. Ίσως είναι πολύ τολμηρό να κάνει κανείς προβλέψεις για τέτοιες ταινίες, όμως με περισσό θάρρος (ή μήπως θράσος;) θα ποντάρω στο ότι αυτή η ταινία θα σας σημαδέψει ανεξίτηλα. Δείτε την!

Βαθμολογία: 9.5/10 Stars9.5/10 Stars9.5/10 Stars9.5/10 Stars9.5/10 Stars9.5/10 Stars9.5/10 Stars9.5/10 Stars9.5/10 Stars9,5/10 Stars (9.5/10) (απλά και μόνο για το μαχαίρι που λέγαμε…)

Γιάννης Δηράκης




CineDVD

Υπόθεση: Η όμορφη φυγάς, Grace, φτάνει στην απομονωμένη κωμόπολη, Dogville, μετά από μια επικίνδυνη καταδίωξη από μια ομάδα γκάνγκστερ. Με εμψυχωτή των Τζον, αυτοδιοριζόμενο εκπρόσωπο της πόλης, η κοινότητα συμφωνεί να την κρύψει και για αντάλλαγμα η Grace δέχεται να δουλέψει για αυτούς. Ωστόσο όταν αρχίζει η αναζήτησή της οι κάτοικοι, απαιτούν μια καλύτερη συμφωνία σε αντάλλαγμα του ρίσκου να περιθάλψουν την άμοιρη Grace, η οποία καταλαβαίνει με σκληρό τρόπο ότι η καλοσύνη σε αυτή είναι σχετική. Αλλά η Grace έχει ένα επικίνδυνο μυστικό. Οι κάτοικοι του Dogville μπορεί να το μετανιώσουν αν κάποτε αποκαλυφθεί…

Κριτική: Αριστούργημα από γεννησιμιού του θα το αδικούσαμε αν περιορίζαμε το βεληνεκές του σε έναν σκληρό αντιαμερικανισμό. Τα μόνα όρια που γνωρίζει είναι αυτά της ανθρώπινης ψυχής που τόσο μεστά επαναπροσδιορίζει. Απορρίπτοντας την κυρίαρχη ηθική της καλοσύνης και της κατανόησης ως αλαζονική, ορίζει την δικαιοσύνη ως απόλυτο οδηγό της ανθρωπιάς. Μια δικαιοσύνη που απαιτεί από καθέναν να λογοδοτεί για τις πράξεις του και να έχει τον εαυτό του ως το μόνο μέτρο σύγκρισης. Μια ανθρωπιά που δεν μετριέται με τη συγχώρεση, αλλά με την αξιοπρέπεια και την ανταπόδοση. Και καθώς η δογματική άποψη του Dogville κορυφώνεται σε όλη την τραγική της διάσταση, το βλέμμα της Grace δεν διστάζει, δεν μετανιώνει, δεν θρηνεί, παρά μόνο για την ανθρώπινη φύση. Η χάρη προσπαθεί απεγνωσμένα να αγγίξει τους ανθρώπους και να τους εκμαιεύσει αυτή την ιδεολογική αγάπη που ελπίζει ότι είναι το πρώτο ακατέργαστο υλικό μας για να ανακαλύψει την απληστία στο βάθος της ουσίας μας και να καταλήξει με οργή σε έναν απαισιόδοξο, μα τόσο σπαρακτικά δικαιολογημένο μισανθρωπισμό. Και όταν ο Trier έχει μιλήσει για κάτι οδυνηρά πανανθρώπινο αποφασίζει να στρέψει την προσοχή εκεί που απαιτούν οι καιροί. Έτσι κλείνει το έργο του με αντιπροσωπευτικές εικόνες της αμερικάνικης κουλτούρας και κατευθύνει την σκληρή δικαιοσύνη του στη νοοτροπία που τόσο περήφανα οι Αμερικάνοι επιδεικνύουν. Οι βάσεις που βάζει για την ηθική του αναζήτηση είναι σαθρές, αφού η απουσία σκηνικών υπονομεύει οτιδήποτε δεδομένο από τον θεατή, αλλά βοηθά τον συμβολισμό. Η θεατρική δομή του σεναρίου με το χωρισμό τη δράσης σε κεφάλαια παράλληλα με τις λογοτεχνικές του διαθέσεις με την παρέμβαση ενός αφηγητή προσπαθούν να κάνουν πιο προσιτή την ιδιομορφία του. Πάντως το αποτέλεσμα δεν λειτουργεί αποθαρρυντικά, αλλά εντείνει το ενδιαφέρον για την αισθητική καινοτομία. Οι χαρακτήρες του έργου, παρά του ότι φέρουν το βάρος του συμβολισμού, σκιαγραφούνται με εκπληκτικό εύρος και ακρίβεια, εντείνοντας έτσι το ψυχόδραμα και επιτρέποντας σε όλους ανεξαιρέτως τους ηθοποιούς να δώσουν υπέροχες ερμηνείες. Κατά τα άλλα η κάμερα στο χέρι και η πρωταγωνίστρια βασανισμένη για να μην λησμονήσουμε τα κύρια χαρακτηριστικά του τρομερού Δανού. Είναι δεδομένο ότι το να ερμηνεύσεις τον προκλητικά συμβολικό κόσμο του Dogville δεν είναι υπόθεση μιας κριτικής, αλλά εξαντλητικής σκέψης. Και αυτό είναι το σπουδαιότερο επίτευγμα ενός πραγματικού αριστουργήματος…

Τεχνικά Χαρακτηριστικά: Η υλική διάσταση της πνευματικού αυτού παλμού είναι μια widescreen 2.35:1 Anamorphic εικόνα και ένας Dolby Digital 5.1 ήχος. Κραυγαλέες αποκλίσεις από το ικανοποιητικό στην ποιότητα δεν έχουμε. Η ψηφιακή κάμερα του Trier μπορεί να γίνεται αντιληπτή, αλλά όχι σε βαθμό που να ζημιώνει το αποτέλεσμα. Αντίθετα τα φειδωλά extras ζημιώνουν αυτή την έκδοση, αφού παρέχονται μόνο βιογραφίες και φιλμογραφίες σκηνοθέτη και ηθοποιών καθώς και τα βραβεία και οι υποψηφιότητες τους, που εξηγούν και με τι γέμισε το DVD. Ο Trier είναι το αγαπημένο παιδί των κριτικών και θα το διαπιστώσετε. Οι φωτογραφίες της Kidman δεν έχουν ιδιαίτερη αξία, παρά μόνο για τους σαδιστές, αφού σε όλο το έργο βασανίζεται ανελέητα. Επίσης trailer από 6 άλλες ταινίες προσπαθούν μάταια να καλύψουν το κενό. Μια ερώτηση για το τέλος: Τα 45 λεπτά που κόπηκαν μόνο για τις Κάννες τα γύρισε; Αυτό το DVD θα ήταν μια καλή ευκαιρία να τα βλέπαμε.

Συμπερασματικά: Αν πω αριστούργημα, χρειάζεται να πω τίποτα άλλο; Μόνο ότι η έκδοση DVD δεν είναι αντάξια…

DVD – 5/10 Stars5/10 Stars5/10 Stars5/10 Stars5/10 Stars (5/10)

Dogville - 10/10 Stars10/10 Stars10/10 Stars10/10 Stars10/10 Stars10/10 Stars10/10 Stars10/10 Stars10/10 Stars10/10 Stars (10/10)


Στάμος Δημητρόπουλος




Παρασκευή 29 Δεκεμβρίου 2006

Ακόμα κι αν υποθέσουμε ότι ο πρώην «Δογματικός» Lars von Trier δεν αμφισβήτησε με αυτήν την ταινία του τα όρια του σινεμά όσο λίγοι τα τελευταία χρόνια, και ότι δεν έκανε το πρώτο βήμα για μια σπουδή όσων στεγάζονται κάτω από το όνομα «Αμερική», το σίγουρο είναι ότι με ελάχιστα υλικά βάδισε στα χνάρια της αμερικάνικης δραματουργίας, την αναποδογύρισε και μας άφησε με το στόμα ανοιχτό. Σε ένα αχανές πλατό όπου αντί για πραγματικό ντεκόρ έχουν χρησιμοποιηθεί γραμμές από κιμωλία, με τις διδαχές του Μπρεχτ κατά νου και μια Kidman που ωθείται στα ερμηνευτικά της άκρα, ο Trier προκαλεί δέος και την ίδια στιγμή γελά σαρκαστικά και απελπισμένα. Δείτε το, ξαναδείτε το και μετά προχωρήστε στο Manderlay.

Βαθμολογία: 9/10 Stars9/10 Stars9/10 Stars9/10 Stars9/10 Stars9/10 Stars9/10 Stars9/10 Stars9/10 Stars (9/10)

Κωνσταντίνος Σαμαράς (Cine Tv)




Πέμπτη 25 Αυγούστου 2011

Ένα αριστούργημα! Ο πρωτοπόρος Δανός σκηνοθέτης ανοίγει με το Dogville την τριλογία του για την Αμερική και η ιδέα του για αυτήν δεν φαίνεται να είναι η καλύτερη. Επηρεασμένος από τον Brecht, τόσο στο ντεκόρ του (δεν υπάρχουν σκηνικά, και τα όρια της πόλης, των σπιτιών και των δρόμων είναι χαραγμένα με κιμωλία) όσο και στην έμπνευση που του δίνει η ιδέα της εκδίκησης. Όμως, στην Αμερική ο Trier δεν βλέπει μόνο τον Αμερικανό του αιώνα της παντοκρατορίας του. Βλέπει τον άνθρωπο στους αιώνες της ύπαρξης του. Η Γκρέις ξεχωρίζει σαν τη μύγα μέσα στο γάλα. Δεν είναι μόνο η λαμπερή της ομορφιά, αλλά και η χάρη της κατανόησης και της συγχώρεσης, της ανθρωπιάς στα όρια του παραλόγου που την κάνουν μοναδική. Είναι ένας Χριστός σε μια ιδεατή δεύτερη παρουσία, σε μια εποχή που μοιάζει πολύ με την Ιουδαία τού τότε, και που οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν την ευκαιρία τους με την ίδια γενική θεώρηση. Όμως, τώρα ο Χριστός δεν έχει μακριά του τον πατέρα του που φτάνει ως από μηχανής και του δίνει την ευκαιρία να σταυρώσει αυτός τους αμαρτωλούς πριν το κάνουν αυτοί πρώτοι. Ένα μήνυμα εν πρώτης μισανθρωπιστικό, αλλά με μια καλύτερη ματιά, αφυπνιστικό. Ο μεγάλος Δανός μας καλεί να διδαχτούμε από τα λάθη μας και να μη ζούμε με την ελπίδα πως αυτά θα μείνουν ατιμώρητα. Καθόλου τυχαία, ο κεντρικός δρόμος της πόλης ονομάζεται Elm Street, αφού σε συνονόματο δρόμο η Αμερική θυσίασε τον ίδιο τον τότε ηγέτη της, τον John Kennedy, στο Ντάλας το 1964.

Ανάμεσα στο θαυμάσιο καστ, το οποίο παρότι κινείται σε καθαρά θεατρικό σκηνικό, δρα σε κινηματογραφικές φόρμες, ξεχωρίζει μια υπέροχη Nicole Kidman που ενώ είναι γνωστό ότι ταλαιπωρήθηκε πολύ από τον σκηνοθέτη στα γυρίσματα, πετυχαίνει ερμηνεία ζωής. Μια ακόμα δοκιμή από τον Trier προς το κοινό, αρεσκόμενος πάντα να το φέρνει ενώπιο της φύσης του. Όλα είναι θέμα άποψης, αλλά η αλήθεια υπερβαίνει αυτής…

Βαθμολογία: 5/5 Stars5/5 Stars5/5 Stars5/5 Stars5/5 Stars (5/5)

(0 κακή | 1/5 Stars μέτρια | 2/5 Stars2/5 Stars ενδιαφέρουσα | 3/5 Stars3/5 Stars3/5 Stars καλή | 4/5 Stars4/5 Stars4/5 Stars4/5 Stars πολύ καλή | 5/5 Stars5/5 Stars5/5 Stars5/5 Stars5/5 Stars αριστούργημα)

Σταύρος Γανωτής


 
<Χωρίς Τίτλο> - LittleGreenBag - Δευ 05 Νοε 2012 - 01:57
Κ-Α-Τ-Α-Π-Λ-Η-Κ-Τ-Ι-Κ-Ο
 
Legacy - tasos - Unverified - Σάβ 25 Οκτ 2003 - 02:16
Προχθες επεσε στα χερια μου το διαφημιστικο φυλλαδιο της ταινιας οπου μεταξυ αλλων τονιζεται εντονα πλην εντεχνα το γεγονος οτι η ταινια διαρκει 131 λεπτα διοτι αυτη την κοπια αποφασισε ο σκηνοθετης να εξαγει. Σε ποιον τα πουλανε αυτα: Τριτοκοσμικο χαλι ...Να περιμενουμε με ανυπομονησια την υποτιθεμενη ταινια της χρονιας και να μας εισαγουν μια κοπια κουτσουρεμενη κατα 45 λεπτα για λογους εμπορικους. Αν δεν μπορουσαν να την αντεξουν ας μην τη φερνανε καθολου. Αισχος.Ουτε το Heaven`s Gate να ητανε !
tasos
 
Legacy - kwstantinos - Unverified - Σάβ 08 Νοε 2003 - 18:00
Δεν ειδα ακομα την ταινια και δεν ξερω ακομα αν θα την δω αμεσα,παροτι φαν του Τριερ.Ειδικα γι`αυτη την ταινια που ειχα ακουσει πολλα καλα (οπως πχ το οτι εμπνευστηκε απο το silent hill για τους σχετικους).
Μα ειναι δυνατον ομως?ΚΟψαν 40 λεπτα?Και ποιος τα εκοψε?Ο σκηνοθετης?Ο μοντερ?Οι παραγωγοι?Οι εισαγωγεις?Ξερει κανεις αν,ποτε και που θα δουμε την κανονικη εκδοση εδω στην Ελλαδα?
Στο σινεμα οχι στο dvd!

kwstantinos
 
Legacy - Paideras - Unverified - Τετ 12 Νοε 2003 - 01:30
Το dogville το ειδα το προηγουμενο Σαββατο.Εχοντας ακουσει μονο καλα λογια πηγα προετοιμασμενος θετικα.Τελικα με κερδιασαν τα θεατρικα σκηνικα που οσο περνα η ωρα σε μαγευουν και αποδεικνειουν οτι δεν χρειαζονται ειδακα εφε για να γινει μια καλη ταινια αλλα και το τελος (απροσμενο για εμενα) που αφηνει τον θεατη με ενα χαμογελο ικανοποιησης και με αισθημα δικαιοσυνης
Paideras
 
Βλέπετε τα πρώτα 4 σχόλια. Πατήστε εδώ για να εμφανιστούν όλα.

Αυτή τη στιγμή δεν είστε συνδεδεμένος. Συνδεθείτε ή κάντε εγγραφή για να σχολιάσετε.