• ΕΠΙ ΤΟΥ ΠΙΕΣΤΗΡΙΟΥ...

  • Αριθμός ταινιών: 22160
  • Αριθμός συν/τών: 758812
  • Πρόγραμμα 282 Κινηματογράφων και 18 τηλεοπτικών σταθμών
Ταινίες - Κριτική από το Cine.gr


Il Deserto Rosso (1964)

- Μεταφρασμένος Τίτλος:
Η Κόκκινη Ερημος
- Γνωστό και ως:
Ιλ Ντεζέρτο Ρόσσο
Red Desert

Δραματική | 120' | Απαραίτητη γονική συναίνεση
Ημερομηνία κυκλοφορίας DVD: 20/1/2003
Χρώμα: Έγχρωμο
Ήχος: Mono
Γλώσσα: Ιταλικά
Δημοτικότητα: 0.19 %
Αξιολόγηση: 8.77/108.77/108.77/108.77/108.77/108.77/108.77/108.77/108.77/10   (8.77/10)
Aντιφατικότητα ψήφων: Μέση (Συμφωνία ψήφων μεταξύ 50 και 75%)




- Gallery:



 

- Κριτική από το Cine.gr:


Η υπόθεση

Μιά ομορφη γυναίκα, η Τζουλιάνα (Monica Vitti) περιφέρεται άσκοπα με το μικρό της γιό, Βαλέριο (Valerio Bartoleschi) στους (άσχημους) δρόμους γύρω από ένα εργοστάσιο παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, του οποίου οι εργάτες απεργούν. Είναι παντρεμένη με τον Ούγκο (Carlo Chionetti), που είναι ο διευθυντής του εργοστασίου. Η Τζουλιάνα φαίνεται μονίμως αφηρημένη και αντιμετωπίζει προβλήματα, που, γενικότερα μοιάζουν, να σχετίζονται με την ψυχική της υγεία. Όπως μαθαίνουμε από τις διηγήσεις, είχε ένα αυτοκινητιστικό ατύχημα, που την επηρρέασε πολύ και την οδήγησε μέχρι και σε απόπειρα αυτοκτονίας. Ο σύζυγος της δεν την πιέζει, αλλά δεν ασχολείται και πολύ μαζί της. Ο ίδιος εξομολογείται στον Κορράντο Ζέλλερ (Richard Harris) έναν συνάδελφο του μηχανικό, ο οποίος τον έχει επισκεφθεί αναζητώντας εργάτες για ένα μεγάλο εργοστάσιο, το οποίο πρόκειται να λειτουργήσει στη Νότιο Αμερική, ότι ανησυχεί για τη σύζυγο του. O Κορράντο αναπτύσσει ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την παράξενη, σαφώς ευαίσθητη, αινιγματική και κυρίως πανέμορφη σύζυγο, του συναδέλφου του. Εκείνη ανταποκρίνεται στο ενδιαφέρον του με μιάν αδιάφορη ευγένεια. Του μιλάει για την πρόθεση της να ανοίξει ένα μαγαζί , αλλά συνεχίζει την ακατανόητη περιήγηση της στην περιφέρεια του εργοστασίου. Επισκέπτεται τη σύζυγο ενός εργάτη που πιθανόν να εργαστεί για τον Κορράντο. Περιφέρεται στο χώρο όπου κατασκευάζεται μιά επέκταση του εργοστασίου. Συναντά το σύζυγο της Ούγκο σε μιά ψαράδικη καμπάνα κοντά στο λιμάνι, όπου μαζί με κάποιους φίλους τους επιδίδονται σε ένα είδος “οργίου”. Ο μικρός γιός της υποκρίνεται ότι είναι άρρωστος και εκείνη θορυβημένη φοβάται ότι πρόκειται για πολιομυελίτιδα. Γρήγορα όμως καταλαβαίνει ότι το παιδί προσποιείται και τότε πέφτει ξανά σε κατάθλιψη, αναλογιζόμενη ότι κανείς δεν την έχει πιά ανάγκη, ούτε καν το ίδιο της το παιδί.

Στην εύθραυστη αυτή στιγμή της η Τζουλιάνα φτάνει στο σημείο να προσεγγίσει ερωτικά τον Κορράντο.

Διακρίσεις

Η ταινία απέσπασε το Χρυσό Λέοντα στο Φεστιβάλ της Βενετίας το 1964. Το 2000 το αρχικό φιλμ επανεκδόθηκε μετά από ειδική επεξεργασία και τεχνικές μέσω των οποίων διατηρήθηκαν στην αρχική τους μορφή ο φωτισμός , τα χρώματα, η ομίχλη και οι σκιές που έπαιζαν τόσο σημαντικό ρόλο στο πρωτότυπο. Michelangelo Antonioni – l’ auteur- βιογραφικό και στυλ

Ο Michelangelo Antonioni γεννήθηκε το 1912 στη Φερράρα, θεωρείται ένας από τους πλέον διάσημους και καινοτόμους, σκηνοθέτες και σεναριογράφους της Ιταλικής πρωτοπορίας. Η πρώτη του επαφή με την κάμερα ήταν μερικοί πειραματισμοί του, με φιλμ των 16 χιλιοστών. Στη συνέχεια βρέθηκε στη Ρώμη, όπου άρχισε να γράφει κινηματογραφική κριτική στο φασιστικό περιοδικό Cinema, του οποίου διευθυντής ήταν ο γιός του Μουσσολίνι, Βιττόριο. Γρήγορα όμως εκδιώχθηκε από τη θέση αυτή λόγω των πολιτικών του θέσεων. Το 1940 φοίτησε στο περίφημο Centro Sperimentale di Cinematografia, τη διασημότερη σχολή κινηματογραφίας στην Ιταλία. Η πρώτη του ουσιαστική επαφή με την παραγωγή ταινιών ήταν το 1942, όταν πρωτοεμφανίστηκε ως σεναριογράφος. Στη συνέχεια εργάστηκε ως βοηθός σκηνοθέτη.

Γύρισε την πρώτη του ταινία μεγάλου μήκους του 1950, αλλά η πρώτη εμπορική επιτυχία, που τον έκανε και παγκοσμίως γνωστό, ήρθε το 1960 με το έργο “L’ avventura” και ακολούθησαν τα άλλα δύο έργα της τριλογίας του («La Notte» και «L’ecclise»).

Ο Antonioni είναι γνωστός για τα μακρά αργόσυρτα πλάνα, που εστιάζουν από μακριά σε ανθρώπινες φιγούρες, μέσα σε ένα γυμνό φυσικό τοπίο ή σε ένα φόντο που αντανακλά τη στειρότητα του αστικού τοπίου. Έγραψε το σενάριο για τα περισσότερα εργα του και το 1994 τιμήθηκε από την Αμερικάνικη Ακαδημία Κινηματογράφου για το σύνολο του έργου του. Το 1985 υπέστει καρδιακή προσβολή και εγκεφαλικό επεισόδιο, που τον άφησε μερικώς παράλυτο.

Το σκηνοθετικό στυλ του Antonioni που χαρακτηρίζεται από το συνδυασμό πυγμής και μινιμαλιστικών προτύπων, περιγράφηκε απο τους κριτικούς ως «δομημένη αφαίρεση». Οι Γάλλοι κριτικοί προτίμησαν τον όρο «εσωστρεφής νεορεαλισμός». Αρκετά περιγραφικός για το έργο του θεωρείται και ο όρος «αφηρημένος συναισθηματικός ρεαλισμός».

Βέβαια όπως είναι απολύτως φυσικό σε τέτοιες περιπτώσεις υπήρξαν και οι ορισμοί που στόχευαν στη σκιαγράφηση της καρικατούρας του, όπως ο κατ’ ουσίαν δηκτικός χαρακτηρισμός του, ως «ποιητή του ανεπικοινώνητου».

Το σίγουρο όμως είναι ότι το στυλ του Antonioni, και ο σχεδόν προκλητικός τρόπος με τον οποίο περιφρονούσε τον εκχυδαϊσμό της εμπορευματοποίησης του κινηματογράφου, τον καθιέρωσαν σαν έναν από τους πλέον σημαντικούς και επιδραστικούς σκηνοθετέτες του μετα-νεορεαλιστικού Ιταλικού κινηματογράφου. Αρκετοί κριτικοί θεωρούν ότι υπήρξε για την τέχνη του κινηματογράφου τόσο καινοτόμος όσο και ο Πικάσσο στη ζωγραφική, ή, ο Έλιοτ στην ποίηση (μεταξύ αυτών των κριτικών συγκαταλέγεται και ο Ρολάν Μπάρτ που εξέφρασε τις απόψεις του σε ένα γράμμα που συνέταξε τρεις μέρες πριν το θάνατο του). Σίγουρα είναι ο αγαπημένος σκηνοθέτης των σκηνοθετών και δεν χωράει αμφιβολία ότι ιδιοφυίες σαν τον Τεό Αγγελόπουλο ή τον Lars Von Trier δεν κρύβουν το θαυμασμό τους, ή τις αναφορές τους στο έργο του.

Ο Antonioni κρατάει πολλά στοιχεία που εντάσσονται στο πνεύμα του νεορεαλισμού, όπως για παράδειγμα, το ότι δεν επιμένει σε πολλές και παρατεταμένες πρόβες, ή στο ότι συχνά ακολουθούσε με την κάμερα τους ηθοποιούς του, σε στιγμές που εκείνοι δεν το γνώριζαν, αναζητώντας αυθεντικές στιγμές συναισθηματικής φόρτισης. Άλλο στοιχείο που τον συνδέει με το νεορεαλισμό και μπορεί κανείς εύκολα να αναγνώσει ειδικά στην Κοκκινη Ερημο, είναι η «ανταπόκριση», ή η περίεργη αυτή «αρμονία» της εσωτερικής συναισθηματικής ανησυχίας των χαρακτήρων, με τον περιβάλλοντα χώρο.

Σίγουρα τα έργα του Antonioni δεν είναι φτιαγμένα με την πρόθεση να προσφέρουν διασκέδαση στους θεατές. Ωστόσο είναι τόσο επιμελώς δομημένα και μοντερνίστικα, που σίγουρα ανταμείβουν τους ενεργούς θεατές.

Το νόημα του έργου δεν διακονίζεται με το λόγο, αλλά με την εικόνα. Επίσης το μήνυμα των εικόνων δεν είναι μονοσήμαντο και ξεκαθαρισμένο. Συχνά χρειάζεται ο συγκερασμός πολλών τέτοιων μηνυμάτων, για να διατυπωθεί απλά μιά αμφισβήτηση ή μιά σύνθεση, που χαρακτηρίζεται από την υψηλή πυκνότητα της έκφρασης.
Συχνά μιά ψευδαίσθηση μοιάζει να διεισδύει και να περιπλέκεται με την πραγματικότητα. Κι αυτό γιατί δεν είναι στόχος του να διερευνήσει το όριο μεταξύ των δύο. Τον ενδιαφέρει περισσότερο το αντίκτυπο τους. Προτείνει ένα νέο τρόπο αντίληψης των πραγμάτων.

Μίνι οδηγός εισόδου και εξόδου από την έρημο

Η Κοκκινη Ερημος είναι ένα πυκνό, μεταφορικό και συναισθηματικά αυστηρό πορτραίτο της πνευματικής και ψυχικής απογοήτευσης, της αποσύνδεσης του ατόμου από τη φυσική του υπόσταση, την οποία αποσύνδεση προκαλεί η τεχνολογική ανάπτυξη. Είναι επίσης ένα έργο που αναφέρεται στην δυσαρέσκεια που νιώθει η ευαίσθητη ανθρώπινη φύση, όταν έρχεται αντιμέτωπη με το όλο και πιο βάναυσα καταπατημένο φυσικό περιβάλλον, που υποτάσσεται στη διαδικασία της παραγωγής.

Ο Antonioni μοιάζει να ενδιαφέρεται περισσότερο στο να χρησιμοποιήσει τα πρόσωπα του έργου μεταφορικά, σαν να επρόκειτο για ιδέες, και όχι για ανθρώπινες οντότητες. Συγκεκριμένα, ενσαρκώνουν τις ιδέες, που έχει για τη μοντέρνα ζωή και για τον τρόπο με τον οποίο, είτε προσαρμόζεται κανείς σ’αυτήν, είτε υποκύπτει υπό το βάρος της.

Έτσι, όλα τα πρόσωπα μοιάζουν να είναι μεν εκεί, αλλά κατά κάποιο τρόπο να είναι και εκτός. Σαν όλους να τους κατατρώει κάτι, που συνάγεται, ότι είναι το βιομηχανικό τοπίο στο οποίο βρίκονται. Αυτό άλλωστε, φαίνεται να καταδεικνύεται ως η μόνη αιτία που προκαλεί και τη συναισθηματική απογύμνωση του μοντέρνου ανθρώπου. Η αιτία που τον εξωθεί σε μάταιες προσπάθειες να βρεί τη νέα του θέση. Μια θέση, εκεί, όπου η τεχνολογία αποκτά το προβάδισμα και καθιστά τον άνθρωπο ανίκανο να επικοινωνήσει με τους άλλους .

Η Κοκκινη Ερημος διεκδικεί τον τίτλο του εγκεφαλικότερου φιλμ απ΄οσα γύρισε ο σκηνοθέτης.

Το 1964, ο Γκοντάρ, στη συνέντευξη που πήρε από τον Antonioni για το περιοδικό Cahiers du Cinema, ρωτούσε : «Όταν ξεκινάτε ή ολοκληρώνετε ένα αφηρημένο πλάνο κάποιου αντικειμένου ή μιάς λεπτομέρειας, το κάνετε με το ίδιο πνεύμα που θα το έκανε και ένας ζωγράφος;» Και ο Antonioni απάντησε: «Νιώθω την ανάγκη να εκφράσω την πραγματικότητα με όρους που δεν είναι εξολοκλήρου ρεαλιστικοί».

Πρόθεση του στην Κοκκινη Ερημο είναι και το να περιγράψει την πολυπλοκότητα της έννοιας νεύρωση και την αδυναμία επικοινωνίας που γεννά.

Ωστόσο και παρά την σκηνοθετική άποψη που υποβάλλεται, το ερώτημα παραμένει αναπάντητο και μετέωρο : είναι αληθινά ψυχικά άρρωστη η Τζουλιάνα, ή απλώς είναι μιά ευαίσθητη ψυχή, που αδυνατεί να προσαρμοστεί στο νέο κόσμο της τεχνολογίας;

Όταν η ίδια αποπειράται να αναλύσει το πρόβλημα (ή – τέλος πάντων- μέρος του), παραδέχεται πως νιώθει, «ότι θα έπρεπε να προσπαθήσει να τα αγαπήσει όλα αυτά». Ίσως, η Τζουλιάνα να συμβολίζει τη φυσικότητα του παρελθόντος και να αποτελεί η ίδια ένα μικρόκοσμο στον οποίο συμπεριλαμβάνονται όλες οι αδυναμίες που αφήνει στην κοινωνία η μετάβαση από έναν μαγικό κόσμο, σε έναν καινούργιο ξεραμένο κόσμο.

Όλες αυτές οι αναζητήσεις για την δυνατότητα προσαρμογής του ανθρώπου στην τεχνολογία, αλλά και οι παρελκόμενοι περιβαλλοντικοί και οικολογικοί προβληματισμοί κάνουν την Κοκκινη Ερημο ένα έργο που ήταν πραγματικά πολύ μπροστά από την εποχή του. Έθιγε ζητήματα, που τότε, ο θεατής μπορούσε να προσεγγίσει, σχεδόν μόνο διαισθητικά. Το γεγονός αυτό είναι και η βάση της κυριότερης μομφής που πρωτοδιατυπώθηκε ευθέως τότε, και γενικεύτηκε για όλο το έργο του Antonioni , ότι δηλαδή έκανε ταινίες, για κενούς ανθρώπους, που ασχολούνταν αποκλειστικά με βαρετά πράγματα.

Αξιοσημείωτα σκηνοθετικά τρικ

· Η υπόκρουση (από γρατζουνίσματα, τριξίματα, ήχους βίδας -που λασκάρει και ξελασκάρει-, ηλεκτρονικά μπίπ και εν γένει ο ακαθόριστος και ενοχλητικός θόρυβος μηχανών), είναι σταθερή σε όλο το έργο και προτείνεται ώς το φυσικό σάουντρακ μιάς βιομηχανικής ζώνης και ενός ταραγμένου μυαλού εκείνου της Τζουλιάνα.

· Σκηνές, που εξελίσσονται ολόκληρες σε πραγματικό χρόνο.

· Πειραματισμοί με τη θέση της κάμερας, που βρίσκεται σε εντελώς ασυνήθιστα σημεία με στόχο να αποπειραθεί να αποδώσει τη συμβολική σχέση μεταξύ των προσώπων και του βιομηχανικού τοπίου. Πολύ συχνά η θέση της κάμερας, αποκαλύπτει και τις σκηνοθετικές αναφορές στο εικαστικό έργο (και ειδικά στα τοπία) του Ντε Κίρικο, του ζωγράφου που εκπροσωπεί τον μεταφυσικό σουρεαλισμό.

· Η αντικατάσταση του ευρυγώνιου φακού με τηλεφακό, χάρι στην οποία, ο διευθυντής φωτογραφίας Carlo Di Palma δημιουργεί διδιάστατες προοπτικές και οι πρωταγωνιστές εμφανίζονται χωρίς βάθος πεδίου, σαν να τους καταπίνει το βιομηχανικό τοπίο της Ραβέννας, δηλαδή το φόντο. Αυτό άλλωστε χρησιμοποιείται κατά κόρον, σαν ο βασικότερος συμβολισμός του ποσο μικρός είναι, και του πόσο εύκολα μπορεί να χαθεί, ο άνθρωπος, μέσα στο μοντέρνο κόσμο της τεχνολογικής προόδου και των ανακατατάξεων. Ας σημειωθεί ότι ο Carlo Di Palma πήρε αρκετά αργότερα, μεταγραφή στην Αμερική, όπου από το 1986 και μετά, συνεργάστηκε επί μακρώ με τον Woody Allen. Ας σημειωθεί επίσης, ότι η φωτογραφία είναι εξαιρετικά επιτηδευμένη και εκπληκτική. Πρόκειται για μιά «χρονοκάψουλα» που περιλαμβάνει την πεμπτουσία του μοντερνίστικου στυλ της δεκαετίας του ’60. Δεν είναι παράξενο, ότι στα ιαπωνικά βίντεο κλαμπ, η ταινία φιγουράρει στην κατηγορία «nice interiors». Ωστόσο είναι ελάχιστες οι λήψεις σε εσωτερικούς χώρους, για να δικαιολογείται μιά τέτοια καταχώρηση. Απλώς βλέποντας την κανείς, αντιλαμβάνεται αμέσως, τις αναλογίες της αισθητικής του πλάνου, με την προτεινόμενη σύγχρονη άποψη της μινιμαλιστικής αισθητικής, που προβάλλεται σήμερα, από τα περισσότερα μεγάλα περιοδικά διακόσμησης.

Ψυχολογία των χρωμάτων

Η «Κόκκινη ‘Ερημος» είναι ένα πολύ καλό παράδειγμα, για το πόσο πολύ επηρρέασαν την αισθητική των εικαστικών τεχνών οι μεγάλοι κινηματογραφιστές και οι διευθυντές φωτογραφίας της δεκαετίας του 60. Τότε ο κόσμος ήταν σίγουρος ότι οι μεγάλοι ζωγράφοι του 20ου αι. δεν θα ήταν οι καλλιτέχνες του χρωστήρα αλλά οι σκηνοθέτες και οι διευθυντές φωτογραφίας τους.

Διαφορετικά χρώματα χρησιμοποιούνται σε διαφορετικές σκηνές προκειμένου να δοθεί έμφαση σε κάποια διάθεση, σε κάποια ιδέα, ή στην ψυχική πάλη στην οποία εμπλέκεται ο κεντρικός χαρακτήρας.

Η επιδεξιότητα του Antonioni στο να διαχειρίζεται το χρόνο και το χώρο έτσι ώστε να αποδίδει το μεταφυσικό κόσμο των χαρακτήρων που πρωταγωνιστούν στα έργα του, βρήκε νέα διέξοδο στο πρώτο έγχρωμο του φιλμ : το χρώμα σηματοδοτεί εξελίξεις και ψυχολογικές μεταπτώσεις. Υπάρχουν σημεία όπου δεν αντιλαμβάνεται κανείς κανένα χρώμα στο χώρο, είναι όλα γκρι, και άλλα σημεία όπου επανεμφανίζονται οι ίδιοι χώροι με σαφή και συγκεκριμένα χρώματα. Επίσης υπάρχουν και χώροι των οποίων το χρώμα αλλάζει καθώς εξελίσσεται η σκηνή. Επίσης τα χρώματα «κινούνται» και σε διαστήματα εντυπωσιακής στατικότητας του πλάνου.

Τα χρώματα «μιλάνε» με ένα τρόπο, τόσο ξεκάθαρο και περιγραφικό, αλλά συγχρόνως και τόσο υποβλητικό! (που έχει κανείς την παράξενη εντύπωση, πως ίσως ξαφνικά, να έγινε εγγαστρίμυθος η αμίλητη ηθοποιός!)

Η χρωματική παλέτα του Antonioni παραθέτει γήινους τόνους δίπλα σε τολμηρά και έντονα συχνά «ανεπεξέργαστα» βασικά χρώματα, συμβολίζοντας έτσι το πόσο αφύσικη είναι η μοντέρνα εκβιομηχάνιση, συγκρινόμενη με την φυσική τάξη αλλά και το πόσο ανταγωνιστική γίνεται σχεδόν με αυτεπάγγελτο τρόπο, απέναντι της .

Πολλοί, ακόμη και φανατικοί φαν του Antonioni έχουν πει, ότι η χρήση αυτή των χρωμάτων γίνεται βασανιστική, πολλές φορές επιθετική, όσο βασανιστικός μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι και ο ρυθμός του φιλμ.

Οι περισσότερες σκηνές με φόντο το εργοστάσιο πνίγονται σε ένα ομοιόμορφο άτονο και σχεδόν καταπιεστικό γκρι. Ξαφνικά όμως ένα έντονο κόκκινο εμφανίζεται να «σχίζει» την οθόνη. Είναι αυτονόητο πως όταν κάτι είναι τόσο μονότονα γκρι, η ξαφνική «έκρηξη» ενός χρώματος στην οθόνη αποκτά ένα νέο νόημα : αποδίδει την εσωτερική ταραχή της πρωταγωνίστριας. Με το χρώμα εξωτερικεύονται τα συναισθήματα της Τζουλιάνα. Το γκρι συμβολίζει ότι είναι κενό, αδιάφορο, τρομακτικό και πολλές φορές ότι την καταπλακώνει. Τον διακόπτη θα λέγαμε, που ενεργοποιεί τη νεύρωση. Τα θερμά χρώματα αποδίδουν το μάξιμουμ της εσωτερικής αναστάτωσης και της ταραχής. Και φυσικά το κόκκινο, (που για την ακρίβεια, δεν είναι ένα αληθινό φωτεινό κόκκινο, αλλά ένα ξεπλυμένο γκρενά-χοντροκόκκινο) το θερμότερο όλων, συμβολίζει τις στιγμές που αισθάνεται την ύψιστη απομόνωση και τη μεγαλύτερη θλίψη. Όπως η ίδια δηλώνει στον Κορράντο, στη συνάντηση τους στο μαγαζί που εκείνη προτίθεται να φτιάξει, προτιμά μόνο τα ψυχρά χρώματα που της χαρίζουν την ηρεμία που συνεχώς αναζητά και που συνεχώς διαταράσσεται.

Ας σημειωθεί επίσης πόσο μη-νατουραλιστικά είναι τα χρώματα που επικρατούν στο φόντο στις σκηνές της κύριας αφήγησης, σε σχέση με εκείνα που επικρατούν στις σκηνές που η Τζουλιάνα αναπολεί το ευτυχισμένο της παρελθόν ή φροντίζει το παιδί της, σκηνές στις οποίες τα χρώματα είναι φυσικά και γήινα.

Εξέχουσες ερμηνείες

Η ερμηνεία της Monica Vitti είχε περάσει από το πιο ψιλό κόσκινο της κριτικής την εποχή εκείνη. Σήμερα βέβαια θα κρινόταν άμεμπτη, ωστόσο δεν θα μορούσαμε να πούμε ότι ήταν από τις καλύτερες εμφανίσεις της. Ο ρόλος έχει πολλούς σκοπέλους και ακόμα περισσότερους υφάλους. Καταφέρνει να τους προσπεράσει όλους, χωρίς σημαντικές απώλειες και χωρίς να υποπέσει σε επικίνδυνα γκροτέσκ υπερβολές (π.χ. σαν εκείνες της Αλικης Βουγιουκλακη, ως Αστέρω, μέσα στη σπηλιά, όταν της είχε πιά σαλέψει για τα καλά).

Αντίθετα ο Richard Harris αφήνει να φανούν όλες οι καταβολές του ως ηθοποιός του σημαντικότερου αγγλικού Σαιξπηρικού θιάσου. Μη μιλώντας τα Ιταλικά (δεν ακούμε την φωνή του, είναι ντουμπλαρισμένος) φαίνεται σαν να συσπειρώνει τις υποκριτικές του δυνάμεις, για να ερμηνεύσει το ρόλο του, κυρίως με το σώμα και τις εκφράσεις του προσώπου.

Γιαννης Κωνσταντινιδης




Il Deserto rosso - Κοκκινη Ερημος (1964) - Το γλυκο(πικρο) επος της μοναξιας: Michelangelo Antonioni σε αντιβιομηχανικο-οικολογικο σχολιο, Monica Vitti... unfaithful που λαμπει, Richard Harris σε ρολο-κοντρα, εικαστικη πανδαισια ενος αριστερου κινηματογραφικου μαστορα της αφηγησης στα ταραγμενα χρονια του `60.

Βαθμολογια: 8 (για σκληροπυρηνικους cinefil)

Τακης Γκαρης




Η πιο στρυφνή, δυσνόητη και απρόσιτη ταινία του μεγάλου ιταλού νεορεαλιστή σκηνοθέτη, Michelangelo Antonioni. Η κάμερα παρακολουθεί τις ψυχικές μεταπτώσεις της υπέροχης Monica Vitti με φόντο ένα σύγχρονο βιομηχανοποιημένο τοπίο. Οι χαρακτήρες περνούν και δεν αφήνουν τίποτα, ο ρόλος τους εξαντλείται στους συμβολισμούς και συμπληρώνεται από τις αναφορές στον ψυχικό τους κόσμο που γίνονται με χρήση των χρωμάτων (η ταινία είναι η πρώτη έγχρωμη του Antonioni).

Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι η ταινία δεν στερείται ταυτότητας ούτε και σκοπού. Η διερεύνηση του εσωτερικού κόσμου του ανθρώπου και η ομορφιά που βλέπει ο σκηνοθέτης στο αστικό τοπίο με κοινωνικές προεκτάσεις αποτελούν το κέντρο αυτής της δημιουργίας.

Oh Yeah! : Η καλύτερη ταινία που ξέρω στη οποία το χρώμα χρησιμοποιείται τόσο έντεχνα ως λειτουργικό μέρος της ταινίας. Είναι μουντό και σκληρό, αλλά άλλωστε αυτός δεν είναι ο στόχος; Μήπως η σύνδεσή τους με τους χαρακτήρες δεν αντικαθιστά την ταραγμένη και δυσπρόσιτη εσώτατη ύπαρξη του ανθρώπου;

Oh No! : Πολύ απαιτητική! Αν και είναι γνωστό ότι οι αργές λήψεις είναι χαρακτηριστικό του σκηνοθέτη, εδώ ξεπερνούν κάθε προηγούμενο, καθώς πολλές σκηνές είναι γυρισμένες σε πραγματικό χρόνο.

Βαθμολογία: 7.5/10 Stars7.5/10 Stars7.5/10 Stars7.5/10 Stars7.5/10 Stars7.5/10 Stars7.5/10 Stars7.5/10 Stars (7.5/10) (Δεν μπορώ να βάλω παραπάνω μόνο και μόνο επειδή είναι Antonioni, αλλά ούτε και λιγότερο γιατί για όποιον αντέξει και είναι πρόθυμος να διερευνήσει υπάρχει πολύ υλικό)

Κωσταντίνος Στυλιανού




Υπαρξιακό δράμα που αγγίζει τα όρια ενός… εσωτερικού θρίλερ. Στην πρώτη έγχρωμη ταινία του, και με δεξί του χέρι τον Κάρλο Ντε Πάλμα, ο Αντονιόνι πειραματίζεται με το χρώμα και τις ψυχολογικές σημασίες του. Συνεπικουρούμενη από την έξοχη ηλεκτρονική μουσική του Τζιοβάνι Φούσκο, η ατμόσφαιρα σχεδόν τρομάζει τον θεατή. Εκπληκτικά στιλιζαρισμένα πλάνα στην ομίχλη, αποστασιοποιημένη και από-δραματοποιημένη ερμηνευτική καθοδήγηση. Μια ακυρωτική διαδικασία υπονομεύει την αλήθεια όσων έγιναν και θέτει την αμφιβολία αν πρόκειται για μια προβολή των εσώψυχων της ηρωίδας. Ποια είναι τελικά η κόκκινη έρημος; Διαλέξτε: α) η σχιζοφρένεια β) η οικολογική καταστροφή γ) η πλήρης ανθρώπινη αποξένωση.

Βαθμολογία: 10/10 Stars10/10 Stars10/10 Stars10/10 Stars10/10 Stars10/10 Stars10/10 Stars10/10 Stars10/10 Stars10/10 Stars (10/10)

Κωνσταντίνος Σαμαράς (Cine Tv)


 
Μοναδικό φινάλε , Μεγάλη ταινία - Krisos - Κυρ 24 Δεκ 2017 - 14:30
Την είδα μια μισή φορά ωστόσο θέλει πολύ "διάβασμα" και ψάξιμο , πριν την ξανά δω.Είναι η δεύτερη ταινία του Αντονιόνι που βλέπω. Θέτει μηνύματα οικολογίας  και ψυχιατρικής και όλα αυτά τα παντρεύει και κάνει ένα μοναδικό αριστούργημα .Φυσικά το συγκεκριμένο έργο έχει και πολιτική διάσταση και νομίζω αυτή λογικά θα εκφράζει και τα πιστεύω του σκηνοθέτη.Πολλά θα μπορούσε να πει κάνεις ωστόσο θα εστιάσω και  στο τέλος στον μονόλογο της Βίτι που θα πρέπει να συγκρατήσει  κανείς.

-Δεν μπορώ να αποφασίσω επειδή είμαι μια γυναίκα μόνη.Καμία φορά είμαι σαν σε διάσταση .... τι έλεγα;Ήμουν άρρωστη μα δεν πρέπει να το σκέφτομαι αυτό.Πρέπει να σκέφτομαι όλα όσα μου συμβαίνουν είναι η ζωή μου.


Το επεξεργάστηκε ο/η Krisos συνολικά 2 φορές
 
Legacy - Χρήστος Καλκάνης - Unverified - Παρ 31 Αυγ 2007 - 22:30
Η πανεμορφη Μονικα Βιτι πρωταγωνιστει σε αυτο το "πολυμορφικο" δραμα και ειναι ολα τα λεφτα. Αρκετα καλες οι ερμηνειες, ομως τα σκηνικα με τα εργοστασια, τα μηχανηματα, τα δηλητηριωδη αερια και τα αποβλητα που καταληγουν στη θαλασσα δεν με συγκινησαν! Κατα τα αλλα προκειται για μια ενδιαφερουσα ταινια με την υπογραφη του Μιχελαντζελο Αντονιονι. Βαθμολογια: 8/10
Χρήστος Καλκάνης
 
Αυτή τη στιγμή δεν είστε συνδεδεμένος. Συνδεθείτε ή κάντε εγγραφή για να σχολιάσετε.