
 | - Αυθεντικός Τίτλος: The Maltese Falcon
- Μεταφρασμένος Τίτλος: Το Γεράκι της Μάλτας
- Γνωστό και ως: 5 Ενοχοι, 3 Εγκλήματα The Maltese Falcon (1941)
|
· Είδος: Film Noir · Παραγωγής: 1941 · Πρεμιέρα στην Ελλάδα: 21 Σεπτεμβρίου 1946 · Ημερομηνία κυκλοφορίας DVD: 20/6/2000 · Διάρκεια: 101' · Χρώμα: Ασπρόμαυρο · Ήχος: Mono · Γλώσσα: Αγγλικά · Δείκτης Καταλληλότητας:  · Αξιολόγηση:        (8.05/10)
· Aντιφατικότητα ψήφων: · Δημοτικότητα: 0.93 %
· Κριτική (από μέλη του Cine.gr):
Πέμπτη 18 Ιανουαρίου 2007
Το γεράκι της Μάλτας (1941): Κάντο όπως ο Bogart.
Δεν υπάρχει μεγαλύτερη φιλανθρωπία από αυτήν που προτείνουν οι αστυνομικές ταινίες. Μπορεί σε πρώτο επίπεδο να βασιλεύει η μισανθρωπία, αλλά ο γνήσιος ουμανισμός δε θα πρέπει να εξυψώνει την ανθρώπινη φύση, αλλά να δίνει ένα μπούσουλα για την κατανόησή του. Κι ίσως γι’ αυτό δεν έχει κανένα νόημα να προσπαθήσουμε να συνοψίσουμε την πλοκή της ταινίας, που με τη σειρά της αποτελεί μεταφορά του ομώνυμου μυθιστορήματος του Dashiell Hammett. Λίγο πολύ, η ιστορία είναι γνώριμη. Νέα, ωραία, αδέσμευτη μαντμουαζέλ μπαίνει στο γραφείο δύο ιδιωτικών ντετέκτιβ που προθυμοποιούνται να αναλάβουν την υπόθεσή της. Την επόμενη μέρα ο ένας θα είναι στο χώμα και ο άλλος θα προσπαθεί να αποφύγει τη φυλακή. Και ο μίτος ξετυλίγεται. Περισσότερο αξίζει να κάνουμε κοντινό στους ήρωές της.
Το πρωτότυπο trailer της εποχής παρουσιάζει το Sydney Greenstreet σε μαύρο φόντο, να προσκαλεί την κάμερα να πλησιάσει: «Ελάτε πιο κοντά...ελάτε πιο κοντά. Έχω να σας αφηγηθώ μια φανταστική ιστορία. Μια ιστορία για το γεράκι της Μάλτας». Η κάμερα αργά αργά ζουμάρει, ψάχνοντας το απόλυτο κοντινό, το κάδρο όπου θα κυριαρχήσει η φιγούρα του γερακιού. Αμήχανη, στρέφεται τελικά στο πλατύ πρόσωπο του πρωταγωνιστή της ταινίας. Κίνηση απρόβλεπτη όσο κι αναμενόμενη. Κι αυτό, γιατί αυτό το όρνιο θα μείνει στην ιστορία του κινηματογράφου ως ο ορισμός του Mc Guffin: ο άξονας γύρω από τον οποίο περιστρέφεται η πλοκή, αλλά δεν είναι τίποτε άλλο περά ένα έυρημα, μια σύλληψη που έχει αξία περισσότερο δραματουργική παρά συμβολική. Παρενθετικά, όταν ο ίδιος o ‘νονός’ Hitchcock ρωτήθηκε για τον ορισμό του από τον Truffaut στις κουβέντες που έκαναν το 1966, απάντησε πως αυτός έλκει την καταγωγή του από την ιστορία δυο Σκωτσέζων που ταξιδεύουν με τρένο. Ο Μεν ρωτά το Δε για το περιεχόμενο του πακέτου που έχει στα πόδια του. Ο Δε απαντά στο Μεν πως πρόκειται για το περί ού ο λόγος...Το Mc Guffin, λέει, είναι μια παγίδα για τα λιοντάρια που ζουν στα Σκοτσέζικα Χάιλαντς. Έκπληκτος ο Μεν αναφωνεί πως δεν υπάρχουν λιοντάρια! Και ο Δε, φυσικά, του απαντάει πως αυτό είναι το Mc Guffin…. Παράλογο; Όχι ακριβώς, αν σκεφτούμε πως αυτή η ερμηνεία αποθεώνει τις ικανότητες του ανθρώπινης σκέψης και την ανάγκη του να ορίζεις την ύπαρξη κάποιου μέσα από την ιστορία του.
Αν ο ήρωας γυρεύει το Falcon Maltese, σαν ένας άλλος Κόρτο Μαλτέζε που γυρεύει την Πανδώρα του, αυτό συμβαίνει γιατί συνειδητοποιεί ως αυτό είναι φτιαγμένο από «το υλικό από το οποίο είναι φτιαγμένο τα όνειρα»- από αέρα κοπανιστό. Αν οι λοιποί ήρωες περιστρέφονται γύρω από αυτό τον άξονα σαν δορυφόροι, είναι γιατί προσπαθούν να εξαργυρώσουν τη ματαιοδοξία τους, κι επειδή αδυνατούν να ‘υλοποιήσουν’ την απληστία τους, ξεφεύγουν από την τροχιά τους. Και αυτή η διάσταση είναι η ‘βενζίνη’ της ταινίας. Η πόλωση μεταξύ αυτού που ξέρουν οι ήρωες, αυτού που θέλουν, αυτών που λένε, και τελικά αυτών που κάνουν- αυτών που έχουν υλική υπόσταση. Η δράση σε φιλμικό χρόνο είναι ελάχιστη, αν σκεφτούμε πόσα πράγματα μένουν εκτός κάδρου. Κάθε ήρωας κουβαλά μια ιστορία που αφηγείται λέξη προς λέξη μέσα στην ταινία (χώρια ο θρύλος του Γερακιού). Κι όμως, η πλοκή της ταινίας ακολουθεί μια ξεχωριστή γραμμικότητα. Τα μεσαία πλάνα που χρησιμοποιεί κατά κόρον ο Χιούστον, και μάλιστα από χαμηλή γωνία λήψης, ενισχύουν αυτή την πόλωση. Πλάνο προς πλάνο, κυρίαρχούν οι ανθρώπινες φιγούρες, έτσι όπως περιφέρονται σε κενούς χώρους, χωρίς απαραίτητα να δρουν, χωρίς να αγγίζουν ή να κάνουν κάτι. Απλώς και μόνο περιφέρουν το ειδικό βάρος τους, αυτό που προκύπτει από τις ιστορίες που, έτσι κι αλλιώς, δεν πιάνονται από πουθενά.
Βέβαια, αν και μιλάμε σε πληθυντικό, για ανθρώπινες ‘φιγούρες’, μεταξύ μας, εννοούμε την εξής μία: Αυτή του Bogie, του οποίου η ερμηνεία ορίζει το φιλμ ως γεγονός. Του αφήνει στίγμα του ανεπανάληπτου. Το λεκέ της ψευδαίσθησης, του μύθου του larger than life. Με αυτή του την πληθωρικότητα που ξεχειλίζει απ’ το κάδρο, ο ηθοποιός μας, ως μοντέλο ζωής, σωματοποιεί σε λεπτομέρειες όλο τον κυνισμό ενός ρομαντικού ήρωα που στρέφεται εναντίον όλων για να βρει την ουσία που μάλλον δε συναντά καμιά υλική μορφή έκφρασης: Έτσι όπως στρίβει το τσιγάρο του, όπως αποκαλύπτει για κλάσματα μόνο δευτερολέπτου μια φωτεινή οδοντοστοιχία που στην επόμενη στιγμή θα έχει γίνει καπνός (κυριολεκτικά), έτσι όπως ανασηκώνει το καπέλο του, όπως αναπνέει, στάζει όλη τη γοητεία του κόσμου.
Κι ενώ το γεράκι ως αγαλματίδιο δεν πιάνει μια μέσα στο φιλμικό σύμπαν, παρά κωδικοποιεί μεταξύ άλλων μια παραβολή για την ανθρώπινη απληστία, το «Γεράκι», ως ένα από τα πρώτα και πιο λαμπρά τέκνα της Warner Bro, αποτελεί περίτρανο παράδειγμα της παντοδυναμίας του Κεφαλαίου στη Χολυγουντιανή μηχανή. Είναι η εποχή που πλέον η κατασκευή ειδώλων είναι ένα παιχνιδάκι για τα μίνι think tanks των στούντιο. Για την περίπτωση του Humphrey δεν ίδρωσαν ιδιαίτερα από τη δουλειά. Ήταν ήδη έτοιμη. Αλλά τι άλλο θα μπορούσε να περίμενε κανείς από έναν άνδρα του οποίου οι τελευταίες λέξεις πριν σβήσει ήταν «Δεν έπρεπε να το γυρίσω ποτέ από τα ουΐσκια στα μαρτίνι»; Στις 14 Ιανουαρίου συμπληρώθηκαν πενήντα χρόνια από το θάνατο του πιο σκοτεινού από στους σταρ (νουαρ!) και του πιο επιδραστικού ηθοποιού της εποχής του. Και πάλι το Το γεράκι της Μάλτας λειτουργεί ως πρόσχημα. Για να αναφωνήσουμε ‘Play it Again’!
Βαθμολογία:         (9/10)
Γκέλυ Μαδεμλή (It`s a Classic!)
· Σχόλια Χρηστών:
- Πέμπτη, 29 Οκτωβρίου 2009 - 9:35 πμ
Το Γερακι της Μαλτας ειναι ενα απο τα κλασικοτερα και διασημοτερα φιλμ νουαρ του αμερικανικου κινηματογραφου. Συναμα ομως και η πρωτη ταινια του Χιουστον, ο οποιος εδω διασκευαζει ατμοσφαιρικα, με τελειομανια και πυκνοτητα ενα περιπλοκο μυθιστορημα του Ντασιελ Χαμετ αναπλαθοντας εναν διεφθαρμενο νυχτερινο κοσμο στον οποιο κυριαρχει ενας νεος τυπος ηρωα. Ο κυνικος ντετεκτιβ που υπερασπιζεται εναν παραδοσιακο κωδικα ηθικης αλλα ζει στο περιθωριο του.
Εδω ο ντετεκτιβ Σπειντ μπαινει στο κυνηγι ενος χρυσου γερακιου που διεκδικειται απο ανθρωπους του υποκοσμου. Το αποτελεσμα θα ειναι μια αποδειξη της ματαιοτητας της απληστιας και του πλουτου. Ένα μοτιβο που ο Χιουστον θα επαναφερει σε πολλες μετεπειτα ταινιες του. Εκτος ομως απο αυτο το μοτιβο στο Γερακι της Μαλτας φαινονται για πρωτη φορα και τα χαρακτηριστικα του εργου του Χιουστον. Για παραδειγμα το γυρισμα με πολλες καμερες (σε μια σκηνη χρησιμοποιησε 26 καμερες ταυτοχρονα) και τα αποτελεσματικα κοντινα πλανα.
Όμως ο κυριοτερος λογος που το Γερακι της Μαλτας εγινε ακομα πιο γνωστο ηταν ο πρωταγωνιστης του. Ο Χαμφρεϊ Μπογκαρτ ο οποιος αν και δεν ηταν η πρωτη επιλογη υποδυθηκε τοσο πειστικα τον ντετεκτιβ Σπειντ που αναδειχθηκε σε σταρ και ερμηνευτικο προτυπο, αποκαλωντας τις γυναικες angel (και kid στην Καζαμπλανκα) και φτιαχνοντας ενα δικο του «μυθικο» στυλ.
ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ: 9/10
Άρης Μαυρέλλης
Eπεξεργασία
|