• ΕΠΙ ΤΟΥ ΠΙΕΣΤΗΡΙΟΥ...

  • Αριθμός ταινιών: 22307
  • Αριθμός συν/τών: 759912
  • Πρόγραμμα 300 Κινηματογράφων και 18 τηλεοπτικών σταθμών
Ταινίες - Κριτική από το Cine.gr


Fever Pitch (1997)

- Μεταφρασμένος Τίτλος:
Πυρετώδης Κατάσταση

Κωμωδία | 102' | Ακατάλληλο κάτω των 15
Χρώμα: Έγχρωμο
Ήχος: Dolby Digital
Γλώσσα: Αγγλικά
Δημοτικότητα: 0.06 %
Αξιολόγηση: 2.00/102.00/10   (2.00/10)
Aντιφατικότητα ψήφων: Μέση (Συμφωνία ψήφων μεταξύ 50 και 75%)




- Υπότιτλος:

Ένα ερωτικό τρίγωνο ανάμεσα σε έναν άντρα, μία γυναίκα κι έντεκα άντρες!

- Gallery:



 

- Κριτική από το Cine.gr:


Τρίτη 4 Ιουλίου 2006

Fever Pitch (1997) του David Evans. Γυναίκες και ποδόσφαιρο, ένας ημιαπίθανος συσχετισμός: «Εκείνον εκεί με τα μαύρα γιατί δεν τον παίζουν; Να, κοίτα, εκτελεί το πλάγιο με τα χέρια, δεν είναι φάουλ; Αυτός που βαράει το πέναλτι δεν είναι οφσάιντ τώρα; Τι είπαμε πάλι ότι είναι το οφσάιντ; Ωραίο παιδί αυτός ο Μπάλακ.» Τράβα καλή μου στο άλλο δωμάτιο και τηλεφώνησε στις φίλες σου – η εύκολη λύση. Τι γίνεται όμως όταν τα δύο αυτά βασικά στοιχεία της ζωής ενός άντρα, χωρίζει ένα διαζευκτικό μόριο; Γυναίκα ή ποδόσφαιρο; Αυτός είναι o προβληματισμός του Colin Firth στο αυτοβιογραφικό σενάριο του Nick Hornby. Τι γυρεύει η Ruth Gemmell ανάμεσα σε αυτόν και το πάθος του για την Άρσεναλ; Διαθέτει το σθένος να συμβιβαστεί; Ανέχεται να αποτελεί το δευτερεύον μέλημα της καθημερινότητάς του; Να συμβιώσει με την κυκλοθυμία του, την ψυχολογική του εξάρτηση από την πορεία της ομάδας στο πρωτάθλημα, τη διαρκή του ενασχόληση με αυτή; Ο Paul έχει πάρει την απόφασή του: Τίποτα δεν μπορεί να διαταράξει τον ιδιαίτερο του δεσμό. Το βάρος της επιλογής μοιραία πέφτει στη Sarah, που μετατρέπεται σε κατευθυντήριο μοχλό της ιστορίας: Μπορεί το αρσενικό μέρος αυτού του δίπολου να ελκύει περισσότερο το ενδιαφέρον εξαιτίας της ιδιόμορφης προσωπικότητας και των κωμικών στιγμών που χαρίζει ο σχεδόν ερωτικός ρόλος που διαδραματίζει η ομάδα στη ζωή του, ωστόσο πολύ περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο, η ταινία του Evans ενδιαφέρεται για τη θηλυκή ματιά σε αυτή την ανδρική παραπληγία. Ο όρος ρομαντική κωμωδία λοιπόν, δεν αποτυπώνει απόλυτα το χαρακτήρα του φιλμ – είναι βέβαιο πως σε αρκετά σημεία οι θεατές θα αναγνωρίσουν δικές τους εμπειρίες σαν μια υπερθετική αναπαράσταση. Η ντοκιμαντερίστικη διάσταση ενισχύεται ακόμη περισσότερο από την πιστότητα με την οποία αναπαριστά το κείμενο του Hornby την πορεία της Άρσεναλ το 1989, ακολουθώντας το χρονοδιάγραμμα των αγώνων και την κατάταξη στον πίνακα του πρωταθλήματος, δίνοντας βάση ακόμη και στις λεπτομέρειες σημαντικών παιχνιδιών. Φανατικός οπαδός των Κανονιέρηδων και ο ίδιος, επιχειρεί να αναβιώσει την αγωνιστική περίοδο που τους έστεψε πρωταθλητές μετά από 20 περίπου χρόνια , σε έναν πρωτότυπο φόρο τιμής. Έτσι, εκεί που το σύνηθες μοτίβο ενός σινε-ρομάντζου επιβάλλει την εισβολή ενός νέου ερωτικού πόλου έλξης στο σκηνικό με τη μορφή ενός Λατίνου εραστή ή κάποιας χυμώδους σεξοβόμβας, ο Hornby τοποθετεί την ομάδα του, την οποία και εμβαπτίζει σε ανθρώπινα χαρακτηριστικά. Αυτός είναι άλλωστε και ο τρόπος με τον οποίο αναγνωρίζει κάθε οπαδός το ποδοσφαιρικό του πάθος: Είναι μια αγαπημένη που θα σε ποτίσει πίκρες και χαρές, αλλά δε θα σε προδώσει ποτέ. Θα βρίσκεται συνέχεια κάπου εκεί, άλλοτε στο προσκήνιο και άλλοτε στο βάθος του μυαλού, και θα το επιβεβαιώνει με διαδοχικές συναισθηματικές φορτίσεις. Γυναίκες, μην κλαίτε. Κουράγιο…

ΤΙ ΜΑΣ ΘΥΜΙΣΕΣ: Σε πολλούς ο κεντρικός χαρακτήρας της ιστορίας του Hornby θα φαντάζει εξωπραγματικός, μια σεναριακή καρικατούρα κομμένη και ραμμένη στις ορέξεις του αφηγητή. Πολύ περισσότερο δε, σε όλους εκείνους που δεν έχει τύχει να επισκεφθούν τον σύνδεσμο της γειτονιάς τους, ανεξαρτήτου ομάδας, όπου οι πιθανότητες να γνωρίσουν παιδιά που ζουν και αναπνέουν για τη συλλογική τους προτίμηση είναι αυξημένες. Ακόμη και εκτός των συνδεσμιακών χώρων όμως, συναντάς συχνά ανθρώπους των οποίων το πάθος για το ποδόσφαιρο επισκιάζει κάθε άλλη κοινωνική δραστηριότητα. Το διασημότερο παράδειγμα που μοιάζει να βαδίζει στα χνάρια του κεντρικού μας ήρωα, είναι ο “Manolo el del bombo”, ελληνιστί “ο Μανόλο με το ταμπούρλο”, κατά κόσμον Manuel Cáceres Artesero. Ή απλά, Μανόλο. Ο πασίγνωστος πλέον οπαδός της εθνικής Ισπανίας έχει μετατραπεί σε θεσμό για τους Ίβηρες. Στολισμένος με την κόκκινη φανέλα με τον αριθμό 12 στην πλάτη, το βασκικό μπερέ και το ταμπούρλο κρεμασμένο στον ώμο, ακολουθεί την Furia Roja εδώ και 28 χρόνια, σε κάθε αναμέτρησή της. Η ιστορία του ταμπούρλου του όμως είναι ακόμη παλιότερη. «Ξεκίνησα 38 χρόνια πριν, ακολουθώντας την Huesca -ομάδα δεύτερης εθνικής κατηγορίας- και στη συνέχεια την Real Zaragoza. Ξεσήκωνα τον κόσμο και ανύψωνα το ηθικό των παικτών, και έτσι το 1978 αποφάσισα να κάνω το ίδιο και για την εθνική ομάδα.» Την οποία έχει ήδη ακολουθήσει σε επτά Παγκόσμια Κύπελλα: Το πρώτο του ήταν το 1982, όταν για χάρη της ομάδας αναγκάστηκε να διανύσει 15.000 χιλιόμετρα με ωτοστόπ. Σήμερα πια, ο Μανόλο έχει κερδίσει το δικαίωμα να κατεβαίνει στα αποδυτήρια, ακόμη και στα καμαράκια των διαιτητών: «Ξέρουν ποιος είμαι και ότι δεν πρόκειται να πειράξω άνθρωπο. Μέχρι σήμερα, κανένας δεν μου έχει απαγορεύσει την είσοδο. Όλοι με χαιρετούν και βγάζουν φωτογραφίες μαζί μου, παίκτες και διαιτητές.» Για το πάθος του ωστόσο, έχει θυσιάσει πολλά. Τον πρώτο καιρό εξασφάλιζε τα ταξίδια του κάνοντας αιματηρές οικονομίες, ενώ κατά τη διάρκειά τους αναγκαζόταν να κλείνει το μπαράκι στη Βαλένθια, του οποίου είναι ιδιοκτήτης. Σήμερα, η Ισπανική ομοσπονδία του εξασφαλίζει τα αεροπορικά εισιτήρια. Δικαίως, μιας και ο Μανόλο είναι ο πιο αφοσιωμένος φίλαθλος των εθνικών ποδοσφαιρικών χρωμάτων. «Το ποδόσφαιρο είναι η ερωμένη μου. Θα αντάλλασσα τα πάντα γι αυτό και δεν θα το εγκαταλείψω ποτέ.» Υπερβολές; Το 1987 βρίσκεται καθ’ οδόν για έναν αγώνα της Ισπανίας στην Αυστρία, όταν το αυτοκίνητό του ντελαπάρει μέσα σε ένα χαντάκι. Τέσσερις μέρες αργότερα, παίρνει εξιτήριο από το νοσοκομείο και συνεχίζει τη διαδρομή του για τη Βιέννη. Με την επιστροφή του στην Ισπανία, ανακαλύπτει ότι η γυναίκα του έχει φύγει από το σπίτι μαζί με τα τέσσερά τους παιδιά. «Εγκατέλειπα την οικογένειά μου για να βρίσκομαι στο πλευρό της εθνικής. Έχασα την αγάπη τους, αλλά τουλάχιστον κέρδισα την αγάπη των άλλων. Είναι βέβαια άσχημο να χάνεις την οικογένειά σου με αυτόν τον τρόπο, αλλά όχι όσο άσχημο θα ήταν αν είχα απατήσει τη γυναίκα μου με κάποια άλλη.» Αναμφίβολα, το ποδόσφαιρο είναι η ερωμένη του, την οποία δεν σχεδιάζει να αποχωριστεί στο άμεσο μέλλον: «Θα σταματήσω όταν έχω συμπληρώσει 12 Παγκόσμια Κύπελλα, όταν θα είμαι δηλαδή 77 χρονών - αρκεί βέβαια η Ισπανία να μην απουσιάσει από κανένα. Θα είμαι εκεί, ακόμη και αν χρειάζομαι πατερίτσες…» Όταν τα λόγια αυτά προέρχονται από κάποιον που θυσίασε οικογένεια, χρήμα και χρόνο για τη στρογγυλή θεά, δεν μπορείς παρά να τα πιστέψεις…

Βρεττός Λιάπης (Αφιερωμα : ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟΥ, μέρος 3ο)


 
Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια. Στείλτε το πρώτο!

Αυτή τη στιγμή δεν είστε συνδεδεμένος. Συνδεθείτε ή κάντε εγγραφή για να σχολιάσετε.