
 | - Αυθεντικός Τίτλος: Casablanca
- Μεταφρασμένος Τίτλος: Καζανμπλάνκα
|
· Είδος: Δραματική · Παραγωγής: 1942 · Πρεμιέρα στην Ελλάδα: 11 Οκτωβρίου 1943 · Ημερομηνία κυκλοφορίας DVD: 27/3/2000 · Διάρκεια: 102' · Χρώμα: Ασπρόμαυρο · Ήχος: Mono · Γλώσσα: Αγγλικά - Γαλλικά - Γερμανικά · Δείκτης Καταλληλότητας:  · Αξιολόγηση:        (8.05/10)
· Aντιφατικότητα ψήφων: · Δημοτικότητα: 1.27 %
· Κριτική (από μέλη του Cine.gr):
-WE’LL ALWAYS HAVE MEMORIES: Υπαρχουν καποιοι τιτλοι στο βιβλιο του κινηματογραφικου μικροκοσμου που εχουν αφησει το μελανι τους να σταξει και πισω απο τη σελιδα που τους αναλογει, σφραγιζοντας με αυτον τον τροπο την βαρυνουσα σημασια τους σε ενα βασιλειο εικονων που παντοτε θα θρεφεται απο τον ομφαλιο λωρο που το κραταει συνδεδεμενο με το παρελθον. Ενας απο αυτους ειναι και η Καζαμπλανκα, μια λεξη που σφραγισε μια ολοκληρη γενια και εδωσε σπιθες ζωης σε αυτες που ακολουθησαν. Καποιες ταινιες απλα γραφουν ιστορια, κρατωντας τον πυρσο της τεχνης που υπηρετουν ψηλα. Μετατρεπονται σε φαρο. Οπως οι ερμηνειες των Humphrey Bogart και Ingrid Bergman που μνημονευονται μεσα στο περασμα των χρονων ως διαχρονικες αξιες που ανυψωσαν τον ερμηνευτικο πηχη δυο σπιθαμες ψηλοτερα. Οπως η απλοτητα μιας αφηγησης που ξερει τον τροπο να μεταμορφωσει την ιστορια ενος ερωτα σε ποιητικο στιχο, αντλωντας οση δυναμη και φλογα μπορει να γεννηθει απο μια σειρα ασπρομαυρων φιγουρων. Οπως η αριστοτεχνικα αμεση εικονοπλασια του Michael Curtiz, που κανει τα καρε να παλλονται απο ζωη, κερδιζοντας το Οσκαρ. Οπως η αποκαλυπτικη ερμηνεια του Claude Rains, που παρα τη σαγηνευτικη λαμψη της Bergman και το εσωτερικο παθος του Bogart, κατορθωνει να ξεφυγει απο την αχαρη θεση του δευτερευοντος ρολου. Οπως ο παρατολμος δυναμισμος της ταινιας, που δειχνοντας θαυμαστη εμπιστοσυνη στο δυνατο σεναριο (βασισμενο στο θεατρικο των Murray Burnett και Joan Alison “Everybody Comes to Rick’s”) αντισταθηκε στις κερδοθηρικες σειρηνες απαντωντας με ενα γλυκοπικρο φιναλε, πλεκοντας τον ερωτα, τον πατριωτισμο, την αυτοθυσια, με ρομαντικους, δραματικους αλλα και κωμικους τονους. Δυστυχως, δεν γυριζονται πια τετοιες ταινιες. Και οσο οι μνημες θα σβηνουν, ο κινηματογραφικος πλανητης θα γινεται ολοενα και φτωχοτερος… Ως τοτε… “We’ll always have Paris”…
-ΜΕΓΑΛΑ ΛΟΓΙΑ: Rick Blaine (Humphrey Bogart): “Louis, I think this is the beginning of a beautiful friendship.”
-2½ ΓΑΜΟΙ (ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ):
1) «100% Χαμφρυ κουλ. Το στυλ. (Πολυ σημαντικο, μεινε παντα με το ενα χερι απο στην τσεπη. Μην το βγαλεις αν δεν εισαι σιγουρος οτι εκεινη θα ειναι για παντα δικη σου). Για παμε ξανα την ασκηση! Με το ενα, με το δυο, με το τρια : συγχρονως, αταραξια και οδυρμος, αβροτητα με τον πιανιστα, απλοχερια με τον αστυνομο, γιατι ετσι ειναι ο αντρας (για οσους δεν ηξεραν, η, δεν θυμουνται)» (Γιαννης umbiurbi)
2) «(…) Και να σκεφτει κανεις οτι η Bergman και ο Bogart δεν ηταν οι πρωτες επιλογες του σκηνοθετη.» (s_myra)
+½) «Δυστυχως, σπανια μνημονευεται η εξαιρετικη σκηνοθεσια του Michael Curtiz. Ενας μαγος των (ασπρομαυρων) εικονων.» (Δημητρης Κατσος - Ιωαννινα)
-ΚΑΙ 1½ ΚΗΔΕΙΑ (ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ):
1) «Δεν μπορω να καταλαβω γιατι θεωρειται μια απο τις καλυτερες ταινιες ολων των εποχων. Πολλη μελουρα, πολυ δηθεν ο Bogart. Αλλα η Bergman θεα, το παραδεχομαι. Γνωμη μου, δεν πιανει πανω απο 7.» (Νικος Κ.)
+½) «Αν της βαλεις 10 θα κοψω τις φλεβες μου.» (Παναγιωτης Κατσιμαντης - Αθηνα)
ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ:          (10/10) (χαχα)
Βρεττος Λιαπης
Όταν μια ταινία πρόκειται να αγαπηθεί από τόσο κόσμο, όλο το σύμπαν συνωμοτεί ώστε όλες οι συνθήκες να την ευνοήσουν… Αυτή η παράφραση της διάσημης ρήσης του Paulo Coelho αντικατοπτρίζει πλήρως τα παρασκηνιακά δρώμενα των γυρισμάτων της ταινία του Michael Curtiz: Ronald Reagan (!) και Ann Sheridan απορρίπτονται την τελευταία στιγμή από τους ρόλους των Rick και Ilsa, η happy ending εκδοχή του σεναρίου κατά την οποία το ζευγάρι δε χωρίζει με το κλείσιμο του φιλμ αλλάζεται κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων, η σύνοδος κορυφής των Ρούσβελτ και Τσόρτσιλ στην Καζαμπλάνκα πριμοδοτεί την ταινία με έξτρα πόντους διαφήμισης – ωθώντας την στην άνετη κατάκτηση τριών Όσκαρ (ταινίας, σκηνοθεσίας, σεναρίου). Humphrey Bogart και Ingrid Bergman ενσαρκώνουν το απόλυτο κινηματογραφικό –δηλαδή παραμυθένιο- ζευγάρι, με εκείνον να φιγουράρει ως τη φιλμική αντανάκλαση των γυναικείων φαντασιώσεων κι εκείνη να μαγεύει με τη μελαγχολική ομορφιά της, σε μια εικονογραφημένη χημική συνουσία μέγιστης συνάφειας. Μια πολύπλοκη ιστορία με έντονο πολιτικό και πατριωτικό παρασκήνιο καλύπτεται με τη λιτή αφήγηση του Curtiz, επενδύεται οπερετικά από τη μουσική του Max Steiner και διανθίζεται με μια σειρά από αξιομνημόνευτους διαλόγους, για να συντεθεί μια από τις πιο αγαπημένες στιγμές της κινηματογραφικής ιστορίας. Όσο οι εικόνες αναμοχλεύουν μνήμες και συναισθήματα, τα λόγια είναι περιττά…
- ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΚΟΜΜΑΤΙΑ… Rick Blaine (Humphrey Bogart): “Louis, I think this is the beginning of a beautiful friendship”
- ΟΛΑ ΣΕ ΘΥΜΙΖΟΥΝ… και τι να ξεχωρίσεις. Κάθε καρέ και μια μικρή κινηματογραφική αναφορά.
- ΕΝΑΣ ΚΟΜΠΟΣ Η ΧΑΡΑ ΜΟΥ… εξαιτίας των κατά καιρούς αποπειρών αντιγραφής –με πιο πρόσφατη το Havana του Sydney Pollack. Casablanca, όπως τσιγάρο. Αν το έχεις γευτεί, κανένα τσιρότο νικοτίνης δε σε συγκινεί…
- ΕΝ ΚΑΤΑΚΛΕΙΔΙ… δίπλα στο λήμμα «κλασικό» >          (10/10)
Βρεττός Λιάπης
Τετάρτη 12 Οκτωβρίου 2005
Casablanca (1942)
Play it again, Sam...
Τι είναι αυτό που κρατά την Casablanca μέσα στην δεκάδα των καλύτερων φιλμ που γυρίστηκαν ποτέ και ταυτόχρονα στη λίστα των φιλμ που είμαστε πάντα έτοιμοι να ξαναδούμε? Δεν μπορεί να είναι μόνο η σφιχτοδεμένη σκηνοθεσία, οι πλούσιες ερμηνείες, η μαγική ατμόσφαιρα και το συγκινητικό ρομάντζο. Υπάρχουν ανάλογες ταινίες στην ιστορία του κινηματογράφου και ορισμένες απ’ αυτές μετά δυσκολίας βλέπονται δεύτερη φορά. Ο Umberto Eco παρατήρησε ότι η Casablanca δεν είναι απλώς μία ταινία - «is not just one film. It is many films, an anthology» - είναι ένα συνοθύλευμα στοιχείων της δυτικής κουλτούρας αλλά και αξιών τις οποίες ο δυτικός κόσμος πίστευε ότι υπεράσπιζε κατά την διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Η ταινία ενσωματώνει κάθε αγαπημένο κλισέ και όπως πολύ εύστοχα συνεχίζει ο Eco, η διαπίστωση ενός ή δύο κλισέ μας κάνει να γελούμε, η συνεύρεση όμως εκατό κλισέ μας συγκινεί καθώς δίνει απρόσμενο βάθος στο έργο αλλά και νέες ερμηνευτικές διεξόδους στους θεατές του.
Η ιστορική συγκυρία γέννησε και έθρεψε το φιλμ καθώς λίγο πριν πραγματοποιήσει την πρεμιέρα της σε εθνικό επίπεδο το 1943, στην Καζαμπλάνκα συναντήθηκαν οι Roosevelt, Churchill και De Gaulle. H Καζαμπλάνκα είναι στο στόμα όλων και το στούντιο δεν μπορεί να σκεφτεί καλύτερη διαφήμιση για την ταινία του από την ιστορική αυτή συνάντηση. Η ταινία αποδείχθηκε μεγάλη εμπορική και καλλιτεχνική επιτυχία καθώς έκοψε χιλιάδες εισιτήρια και μέτρησε 8 υποψηφιότητες και 3 academy awards. Δυστυχώς, ανάμεσα στα τρία βραβεία δεν ήταν αυτό του δευτέρου ανδρικού ρόλου για τον Claude Rains, βραβείο που δόθηκε στον Charles Coburn για τον ρόλο του στο The More the Merrier. Ωστόσο τα academy awards καλύτερης ταινίας, καλύτερης σκηνοθεσίας και καλύτερου σεναρίου που συγκέντρωσε η Casablanca επιβεβαιώνουν την αρτιότητα της ταινίας.
Η Casablanca βασίστηκε στο θεατρικό έργο Everybody comes to Rick’s των Murray Burnett και Joan Alison, ένα έργο άνευ αξιώσεων. Την ευθύνη του σεναρίου έφεραν οι αδελφοί Epsteinκαι ο Howard Koch όμως είναι γνωστό ότι το κείμενο διαμορφώθηκε με την συνδρομή και άλλων σεναριογράφων οι οποίοι δούλεψαν τους αξεπέραστους διαλόγους ή επιμελήθηκαν την ρομαντική ιστορία η οποία φαινόταν κατ’ αρχάς λίγο αδύναμη. Το στούντιο ζήτησε από τους σεναριογράφους να βαδίσουν πάνω στα σίγουρα βήματα του Algiers και του Only Angels have wings ωστόσο το σενάριο δεν μπόρεσε να ολοκληρωθεί πριν ξεκινήσουν τα γυρίσματα. Στην ουσία, λοιπόν, εξελισσόταν παράλληλα με τα γυρίσματα και ίσως τελικά πολλές από τις σκηνές κορύφωσης να είναι αποτέλεσμα στιγμιαίας έμπνευσης ή σκηνοθετικού αδιεξόδου. Η ταινία χαρακτηρίζεται από την αβεβαιότητα που αποπνέουν τα πλάνα της, πολύ περισσότερο όμως από την αγωνία και την ανασφάλεια που καθρεφτίζονται στα μάτια της Bergman η οποία μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας του μοντάζ δεν ήξερε ποιον ήρωα θα ακολουθούσε η Ilsa. Αυτή η αβεβαιότητα τελειοποιεί την νουάρ ατμόσφαιρα που καθηλώνει τους θεατές. Μία ατμόσφαιρα που ντύνει το As Time goes by… ευφυώς διασκευασμένο από τον Max Steiner ώστε να συνοδεύει όλες τις σκηνές κορύφωσης της ταινίας.
Ο Ούγγρος Michael Curtiz σπανίως μνημονεύεται σε σχέση με το φιλμ του. Παρ’ όλο που η εξαιρετικά αποτελεσματική σκηνοθεσία του ήταν αυτή που έδεσε το πολυπρόσωπο καστ και μερίμνησε ώστε η Casablanca να αποδειχθεί μία ιστορία ηρώων και όχι εραστών, ωστόσο η παρουσία των Bogart και Bergman είναι καταλυτική και επισκιάζει το έργο οποιουδήποτε άλλου συντελεστή, εκτός ίσως από του Claude Rains. Ο Bogart σε γνώριμα χνάρια ερμηνεύει τον I-stick-my-neck-out-for-nobody-Rick, έναν αντιήρωα που του πάει γάντι. Κυνικός, με προσωπικό κώδικα ηθικής, πληγωμένος, μοναχικός, ευέλικτος, έξυπνος βγαλμένος απ’ ευθείας από τις hard-boiled detective stories με σκοτεινό παρελθόν και ακόμη σκοτεινότερο μέλλον έρχεται αντιμέτωπος με το μοναδικό πράγμα που δεν μπορεί να διαχειριστεί: την γυναίκα που ερωτεύτηκε και δεν μπορεί να έχει. «Of all the gin joints in all the towns in all the world, she walks into mine». Η Bergman, που ήταν η φτηνή λύση όταν η Michele Morgan (ποια;) ζήτησε σχεδόν τα τριπλά να για να παίξει την Ilsa, προσφέρει στον ρόλο την χάρη και τη φινέτσα της, δύο στοιχεία που εξασφαλίζουν την συμπάθεια του θεατή η οποία δεν είναι καθόλου δεδομένη αν σκεφτείτε ότι αυτό που διέπραξε η γλυκιά Ilsa στο Παρίσι ήταν μοιχεία και μάλιστα εις βάρος ενός ήρωα της Αντίστασης. Η Ilsa (I wish I didn`t love you so much) είναι μία εναλλακτική μοιραία γυναίκα, και αυτό γιατί δεν είναι σε θέση να συνειδητοποιήσει την επιρροή της πάνω στους δύο άντρες που την λατρεύουν. Δεν είναι η κλασσική femme fatale των καθαρόαιμων νουάρ ή των νουάρ υβριδίων (βλ. Gilda).
Αντιλαμβάνεται την σημασία που έχει η παρουσία της στην ζωή του Rick ή του Laszlo μόνο φιλτραρισμένη από την αγάπη και τον σεβασμό που τρέφει και για τους δύο. Όχι από την εξουσία που διατηρεί πάνω τους. Το ερωτικό τρίγωνο που δημιουργείται είναι από τα δύσκολα καθώς έχουμε δύο ισότιμους άντρες που σέβονται ο ένας τον άλλον και είναι έτοιμοι όχι να διεκδικήσουν, αλλά να παραχωρήσουν την Ilsa προκειμένου να είναι ευτυχισμένη.
Ο ρόλος του γάλλου αστυνομικού Renault ανατέθηκε στον Claude Rains και αυτός με την σειρά του φρόντισε να μας μείνει αξέχαστος ο ανθρωπάκος με το πονηρό βλέμμα, την βολική συνείδηση και την λανθάνουσα ομοφυλοφιλία που έχει μία χαρακτηριστική δυσκολία να θυμηθεί αν είναι με το Vichy ή τον De Gaulle. Είναι μακράν ο πιο πολύπλοκος χαρακτήρας του φιλμ και σ’ αυτόν ανήκουν μερικές από τις πιο δηλητηριώδεις ατάκες με κορυφαία αυτήν που διαβάζεται με χίλιους τρόπους «Round up the usual suspects». Το υπόλοιπο καστ παραμένει λαμπρό με τον Peter Lorre στον ρόλο του γλοιώδη Ugarte (You know, Rick, I have many a friend in Casablanca, but somehow, just because you despise me, you are the only one I trust) με το προδιαγεγραμμένο μέλλον, τον Conrad Veidt στον ρόλο του Ναζί αξιωματικού να ολοκληρώνει αυτό που ξεκίνησε με τον Cesare στο προφητικό αριστούργημα The Cabinet of Dr.Caligari (You repeat *Third* Reich as though you expected there to be others), τον Paul Henreid (Apparently you think of me only as the leader of a cause. Well, I`m also a human being. Yes, I love her that much) στον ρόλο του αντίζηλου του Rick να χάνεται αδίκως εξαιτίας της χημείας των πρωταγωνιστών, τον Sydney Greenstreet (As the leader of all illegal activities in Casablanca, I am an influential and respected man) στον ρόλο του Ferrari...
34 περίπου εθνικότητες απαρτίζουν τον καστ της ταινίας και μας θυμίζουν αυτό που ήταν η Καζαμπλάνκα την εποχή του πολέμου. Ένα σημείο συνάντησης, φυγάδων, απελπισμένων, καιροσκόπων, απατεώνων, λιποτακτών, αντιστασιακών που θεωρούσαν ότι βρίσκονται μία στάση πριν από την Γη της Επαγγελίας. Και αυτό απεικονίζεται με θαυμάσιο τρόπο στην ταινία η οποία ολοκληρώνεται προσφέροντας λύτρωση στους πρωταγωνιστές της. Όχι ευτυχία. Λύτρωση… After all, the problems of three little people don`t amount to a hill of beans in this crazy world.
Βαθμολογία:          (10/10)
Αλκηστις Χαρσούλη It`s a Classic!
· Σχόλια Χρηστών:
- Τετάρτη, 14 Οκτωβρίου 2009 - 1:38 μμ
Η πιο κλασικη ταινια ολων των εποχων μετα το Όσα Παιρνει ο Άνεμος (αν και προσωπικα προτιμω την ταινια του Κερτιζ) λεγεται Καζαμπλανκα και δεν χρειαζεται ιδιαιτερες συστασεις. Το πλαναρισμα ειναι τελειο, οι ρυθμοι υπεροχοι, η ασπρομαυρη φωτογραφια γραφει και η εμπλοκη των ειδων (απο το μιουζικαλ και την εξωτικη ταινια μεχρι την δραματικη περιπετεια) αψογη. Μια ταινια – οροσημο που εξακολουθει να συγκινει και να γοητευει με το στυλ που εκπεμπει, την φορτισμενη ατμοσφαιρα και την αυταπαρνηση των ηρωων (ο αρχικα κυνικος Μπογκαρτ ανακαλυπτει μεσα του το συναισθημα μια πληγη κλεινει και αυτος κανει πραξεις αλτρουισμου) αλλα και τις αναφορες σε ανθρωπους «τραυματισμενους» απο τον πολεμο μεχρι αντιρατσιστικες νυξεις (ο Σαμ, οι μεταναστες) και τα φλας μπακ που δηλωνουν ευθεως οτι ο πολεμος και τα δεινα του σκοτωνουν τον ερωτα.
Καταπληκτικοι οι ηθοποιοι με κορυφη τον Χαμφρεϊ Μπογκαρτ που δινει ενα νεο νοημα στο κινηματογραφικο υποκριτικο στυλ παιζοντας μια σχεδον τραγικη φιγουρα. Διπλα του η μελαγχολικη Μπεργκμαν σκιαγραφει χαμηλοτονα και εξοχα συναμα ενα ευθραυστο και συναισθηματικο πορτραιτο, ο αψογος Ρεινς σ’ εναν επισης στυλατο ρολο και ο Χενραϊντ που στεκεται αξιοθαυμαστα στο υψος (εστω κι αν χαρακτηριστει ψυχρος) του ηρωα που ερμηνευει.
To συνολο ενα αξεπεραστο κλασικο αριστουργημα (και μια απο τις πιο ωραιες ταινιες του κινηματογραφου) που καταφερνει εν μεσω πολεμου να κανει τον αυτοθυσιαστικο ρομαντισμο να θριαμβευει επι της οποιας προπαγανδας (η ταινια ξεκινησε ως προπαγανδα και κατεληξε ως ενα ρομαντικο εργο που θα σημαδευε το σινεμα) και να αφηγειται για μια ακομα φορα καθως βλεπουμε as time goes by την απλη ιστορια των αισθηματων της ζωης των ανθρωπων.
ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ: 10/10
Άρης Μαυρέλλης
|