• ΕΠΙ ΤΟΥ ΠΙΕΣΤΗΡΙΟΥ...

  • Αριθμός ταινιών: 21831
  • Αριθμός συν/τών: 759414
  • Πρόγραμμα 308 Κινηματογράφων και 18 τηλεοπτικών σταθμών
Η ερώτηση της εβδομάδας












MovieDungeon


Πεμ 30 Ιουν 2005

Σήμερα: The Doors


Κλειδώσαμε τον Ιωσήφ Πρωιμάκη στο μπουντρούμι του Cine.gr. Τον ταΐζουμε μια φορά τη μέρα, με DVDs και sushi. Κάθε τόσο βγάζουμε στη φόρα το ημερολόγιό του.



Δευτέρα, 13 Ιούνη
15.00
Μαζί με τα California Maki, σήμερα στο δίσκο μου βρήκα και δύο απ’ αυτά τα λαστιχένια βραχιολάκια που ήταν πολύ της μοδός την τελευταία φορά που ήμουν έξω. Το ένα τουλάχιστον ήταν της μόδας, ένα φανταχτερό κίτρινο που φωνάζει «προσέξτε με,» έχει χαραγμένη τη λέξη LIVESTRONG πάνω του, και σχετίζεται με κάτι αντικαρκινικές φιλανθρωπίες, όλοι το ξέρουν αυτό νομίζω. Το άλλο όμως ήταν που μου άρεσε, το μαύρο κι άραχνο στο χρώμα του καουτσούκ, που έχει χαραγμένο το πολύ καρμικό σύνθημα LIVEWRONG και απ’ όσο ξέρω είναι η μετουσίωση όποιου αντικινήματος γουστάρει ο καθένας. Κάτι σαν «οι ανάποδοι και οι στριμμένοι κόντρα στα κατασκευασμένα κινήματα του marketing» ας πούμε.

Βλέποντας και τα δύο μαζί, θυμήθηκα εκείνη τη σκηνή στο Full Metal Jacket, που την πέφτει ένας χοντροκέφαλος αξιωματικός στον Matthew Modine (τον πρωταγωνιστή) και τον ρωτάει γιατί φοράει το pin με το σηματάκι της ειρήνης, ενώ στο κράνος του γράφει Born to Kill. «Είναι κάποιου είδους διεστραμμένο αστείο;» τον ρωτάει. Και ο Modine, με χαρακτηριστική άνεση, του απαντάει πως ήθελε κάτι να πει «για τη διττή φύση του ανθρώπου.» Η όλη κουβέντα γίνεται πάνω από ένα σωρό πτωμάτων και έχει μια ωραία προσέγγιση του πως οι άνθρωποι που μπορούν να ηγηθούν της φρίκης του πολέμου χαρακτηρίζονται από τη βραδύνοια και τη μονόπλευρη οπτική που έχουν για τον κόσμο (από την κακή πλευρά συνήθως), ενώ οι διανουομενίζοντες αστοί με το πνεύμα της αντιρρησίας, αδυνατούν να την αντιμετωπίσουν, όντας χαμένοι στις δικές τους σχιζοφρενείς, αντικρουόμενες και λίγο-πολύ άκαρπες νοητικές διαμάχες.
Τέλος πάντων, τα βρήκα κάπως cool τα δύο βραχιολάκια μαζί, κι είπα να τα φορέσω.



Σάββατο, 25 Ιούνη
20.00
Δεν είχα ποτέ ιδιαίτερη σχέση με τους Doors, ήξερα ότι υπάρχει το συγκρότημα, είχα δει και την αφίσα κάπου έξω από ένα θερινό όταν η ταινία είχε βγει στις αίθουσες, είχα ακούσει και δυο-τρία τραγούδια από τα γνωστά τους, κάποιος πρέπει να μου είχε πει ότι και ο Jim Morrison ζει ακόμη, αλλά ως εκεί. Η αλήθεια είναι πως δεν είχα ασχοληθεί κιόλας γιατί δε με πολυενδιέφερε.

Έτσι λοιπόν η ταινία του Oliver Stone, The Doors, θα μπορούσε να πει κανείς ότι είναι μια διδακτική εμπειρία. Έμαθα ότι ο Morrison δεν ήταν απλώς ένας τραγουδιστής, ένας rock-star, δεν ήταν ένα προβληματισμένο παιδί, δεν είχε καν συλληφθεί από μάνα, δε γεννήθηκε και δεν πέθανε ποτέ. Ο Jim Morrison ήταν ένας μετεωρίτης που απλά έτυχε να περάσει από το οπτικό μας πεδίο και να θαμπώσει τους πάντες με την εκτυφλωτική του λάμψη, ένας θεός που κατέβηκε για λίγο στη γη, για να τη λαμπαδιάσει με την αυτοκαταστροφική του φωτιά, την πυρκαγιά που έτρωγε το κορμί και το μυαλό του. Δεν ήταν ένας ποιητής με sexy δερμάτινα παντελόνια. Ήταν ο Διόνυσος ο ίδιος, που κατέβηκε από τους ουρανούς για να ξεσκίσει τους πουριτανούς και να αναποδογυρίσει την ηθική τάξη, και μετά να φύγει.

Αυτό βέβαια, αν μπορεί κανείς να εμπιστευθεί τη διαύγεια του Stone. Βλέποντας τη ζωή του Morrison όπως την περιγράφει ο Stone, δε μπόρεσα να μη θυμηθώ εκείνο το παραλειπόμενο από τις προετοιμασίες για την ταινία που έμελλε να γίνει ίσως η μεγαλύτερη δημιουργία του De Palma, τον Scarface. O Stone λοιπόν, που ποτέ δεν ήταν από τα παιδιά που θα πήγαινε περήφανη η κόρη να τον γνωρίσει στους γονείς της, λέει ότι στις αρχές του ’80 έφυγε από την Αμερική και πήγε στο Παρίσι, για να μπορέσει και να γράψει το σενάριο του Σημαδεμένου, και να κόψει παράλληλα και την κόκα. Δεν ξέρω πώς μπορεί να κατάφερε να κόψει την κόκα, γράφοντας το σενάριο μιας ταινίας τίγκα στην άσπρη, αλλά για να το λέει, κάτι θα ξέρει. Υποθέτω όμως, πώς δεν αποκλείεται να ξεπερνούσε τα σύνδρομα στέρησης γράφοντας τις σκηνές που ο Tony Montana σκαρφάλωνε με τη μύτη του σε βουνά από κοκαΐνη. Ο Jim Morrison μπορεί να μην έκανε πολύ κόκα, αλλά δεν υπάρχει αμφιβολία ότι –όπως παρουσιάζεται στην ταινία τουλάχιστον- θα μπορούσε άνετα να συναγωνιστεί τον Montana στις κραιπάλες.

Χωρίς να περιέχει σαφή παιδική ηλικία, που να μπορεί να προσδιοριστεί χρονικά τουλάχιστον, η ζωή του Morrison φαίνεται πως ήταν το υπέρτατο beach party, στις ακτές της Κόλασης. Είχε μουσική, είχε γκόμενες, είχε ποτά, είχε τσιγαριλίκια, και είχε και μουσική. Και όλα αυτά, στον υπερθετικό βαθμό. Και μετά από 27 χρόνια, ο Morrison πέθανε. Ένας άμυαλος, ριψοκίνδυνος έφηβος, που ξεκίνησε με όνειρα, ιδανικά και ένα τετράδιο με ποιήματα, για να μεταμορφωθεί σε έναν αντιπαθητικό μεθύστακα, πηγμένο στην πρέζα, την προδοσία και την εξαθλίωση. Μάλλον γι’ αυτό όμως όταν έγραφε και τραγουδούσε, φαινόταν πως δεν ανήκε στο δικό μας κόσμο. Και γι’ αυτό δεν έκατσε πολύ.

Το The Doors δεν είναι σαν τα συνηθισμένα biopics. Στις βιογραφικές ταινίες, συνήθως έχουμε έναν πιτσιρικά με ταλέντο, ο οποίος ανεβαίνει πολύ ψηλά πολύ νωρίς, καίγεται, πέφτει στα ναρκωτικά και το ποτό για να σβήσει, κι ύστερα επανεφευρίσκει τον εαυτό του και κάνει δυναμικό comeback. Ο Morrison δεν ήταν έτσι. Ξεκίνησε πολύ νωρίς με πολύ ταλέντο, αλλά έκανε ό,τι έκανε γιατί είχε έναν και μοναδικό σκοπό: όχι να φτάσει στην κορυφή, αλλά να φτάσει στη λήθη, στο σκοτάδι, στο μηδέν. Στο other side. Στους στίχους του και στα λόγια του στην ταινία, το κάνει πολύ σαφές ότι αυτό που επιζητά είναι ο θάνατος. Τον γοητεύει, τον ελκύει και τον περιβάλει παντού. His only friend, the end.

Ο Stone τον ακολουθεί με σαδιστική ικανοποίηση μέχρι εκεί, στοιχειώνοντάς τον με οράματα του επερχόμενου θανάτου, ποτίζοντάς τον με μποτίλιες αλκοόλ που βοηθούν τους σπόρους των δαιμόνων του να φυτρώσουν, να θεριέψουν και να τον περικυκλώσουν μέχρι να τον πνίξουν. Η κινηματογράφηση της ζωής του κάτω από τη σκηνή, καταφέρνει να εισβάλλει στις πιο σκοτεινές γωνιές του ψυχισμού του και η κάμερα πιάνει τα είδωλα των φόβων που τον κυνηγούν, τα βγάζει έξω και τα κρύβει στα δωμάτια ξενοδοχείων και τα καμαρίνια του Morison, απλά και μόνο για να δει την μεθυσμένη και μαστουρωμένη του αντίδραση. Τον κυνηγάει όταν αυτός προσπαθεί να τους ξεφύγει και τον πιάνει από το χέρι όταν κοντεύει να υποκύψει, λέγοντάς του «λίγο ακόμη».

Εναλλάσσοντας αυτήν την προσωπική, υποκειμενική προσέγγιση της κατεστραμμένης προσωπικής ζωής του Morrison, με την ντοκιμαντερίστικη απεικόνιση του μεγαλείου του καλλιτέχνη στη σκηνή και στο στούντιο, ο Stone δείχνει την άβυσσο που χώριζε τις δύο πτυχές του τεράστιου αυτού θεού της rock, αλλά και τον τρόπο που η μια επηρέαζε την άλλη. Δείχνει με τον πιο εύγλωττο τρόπο τι ακριβώς ήταν αυτό που έκανε τον Lizard King τόσο μεγάλο: η φωτιά.

Αυτό που δεν κατάλαβα βέβαια, είναι τι κάνει την ταινία τόσο μεγάλη. Και εννοώ τόσο μεγάλη στη διάρκεια. Γενικά, όλα τα στοιχεία της ταινίας είναι άψογα. Ο Val Kilmer δίνει την πιο καθοριστική και την καλύτερη ερμηνεία της ζωής του, όλοι οι τριγύρω ηθοποιοί είναι εξαιρετικοί supporters –ιδίως ο Kyle MacLachlan στα keyboards των Doors - και η Meg Ryan είναι μια πολύ ευχάριστη έκπληξη στον πιο διαφορετικό, κόντρα ρόλο της καριέρας της, παίζοντας την Pamela Courson, τη μοναδική αγάπη του Morrison.

Σίγουρα, η προσωπικότητα του Morison κρύβει φοβερό ενδιαφέρον, το οποίο ο Stone ξεδιπλώνει με μεγαλειώδη τρόπο στην οθόνη –έστω κι αν αυτή η μόνιμη Φροϋδική του προσέγγιση έχει γίνει πια κουραστική και ενοχλητικά προβλέψιμη. Όμως στην τελική, να βλέπεις επί 140 λεπτά έναν άνθρωπο που ταΐζει τις αυτοκαταστροφικές του τάσεις με αλκοόλ και πρέζα, ε κάποια στιγμή γίνεται κουραστικό. Και όσο φοβερά κι αν είναι τα τραγούδια που τη διανθίζουν, μερικές συναυλίες –και ιδίως μερικά από τα πρώτα gigs της μπάντας- θα μπορούσαν να είχαν κοπεί, προς χάριν αυτής της λεγόμενης σκηνοθετικής οικονομίας, ή έστω της οικονομίας του χρόνου του θεατή.


 
 
Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια. Στείλτε το πρώτο!

Αυτή τη στιγμή δεν είστε συνδεδεμένος. Συνδεθείτε ή κάντε εγγραφή για να σχολιάσετε.