• ΕΠΙ ΤΟΥ ΠΙΕΣΤΗΡΙΟΥ...

  • Αριθμός ταινιών: 22307
  • Αριθμός συν/τών: 759912
  • Πρόγραμμα 300 Κινηματογράφων και 18 τηλεοπτικών σταθμών
Editorial


Τετ 21 Φεβ 2007

ΤΟ ΛΑΚΩΝΙΖΕΙΝ




Σαν πρόκες πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις.

Να μην τις παίρνει ο άνεμος.


(Μανόλης Αναγνωστάκης από το Όμως γιατί ξαναγυρίζουμε κάθε φορά χωρίς σκοπό στον ίδιο τόπο, Eρμής 2000)



Κυριακή των Απόκρεω βρισκόμαστε οικογενειακώς στην Κονιδίτσα. Η οποία Κονιδίτσα (σύνδεση με προηγούμενα editos) είναι χωρίον ιστορικόν, εντελώς δυσανάλογον σε φυσικό πλούτο και λαογραφική αξία σε σύγκριση με το δυσμενώς υπαινικτικό όνομά του και τόπος απόπου έλκει (κατά το ήμισυ) την καταγωγή της η σύζυγός μου. Κι ενώ έχει περάσει ένας (στο περίπου) χρόνος από την πρώτη μου γνωριμία με το εκεί μας σόι, δεν έχω πάψει να εντυπωσιάζομαι. Αυτοί οι άνθρωποι λοιπόν, ευθέως απόγονοι των αρχαίων Λακεδαιμονίων, είναι τουλάχιστον...αξιοπερίεργοι, σχεδόν παράουροι (sic) όπως θα σημειολογούσε χιουμοριστικά ο παιδιόθεν κρητίκαρος κολλητός μου Νώντας. Γιατί; Διότι δεν μιλάνε ιδιαίτερα πολύ. Διότι δεν σχολιάζουν κανέναν για πήδημα ψύλλου, δεν κουτσομπολεύουν δηλαδή. Δεν λένε ευχαριστώ ό,τι κι αν τους δώσεις όμως σου δίνουν τα πάντα με μια προϋπόθεση: Να φερθείς αλτρουιστικά και με αξιοπρέπεια. Τότε οι άντρες σου δίνουν το χέρι και οι γυναίκες σε αφήνουν να τις ασπαστείς, γιατί ανήκεις σε αυτόν τον ιδιώνυμο circle of trust, όπως θα έλεγε κι ο Bobby De Niro από το Meet The Parents.

Μιλούν με πάθος για τη γη, το χώμα, τα δέντρα, τον απαιώνια μαγεμένο τόπο που τα ζωντανά παλεύουν με τη φύση για την επιβίωση. Περιγράφουν περιπαθώς, στην πιο μικροσκοπική λεπτομέρεια, την περιπέτεια της ελιάς στο λιοτρίβι και το νωχελικό μέστωμα του τρύγου στα δρύινα βαρέλια του κελαριού. Σινεμά είδαν πριν 40 χρόνια στο υπόγειο του πέτρινου αρχοντικού, από πλανόδιο προβολατζή που είχε φέρει μια ταινία με τον Κατράκη καλόγερο λέει (υποπτεύομαι αυτή με την Καλογεροπούλου ως μοναχή) και είχε μαζευτεί όλο το χωριό, κοντά 250 νοματαίοι, άνδρες και γυναικόπαιδα ομού. Όσο για το κινηματογραφικό σήμερα, δεν ενδιαφέρονται ιδιαίτερα. Δεν ασπάζονται την cow boyish οπτική του Brokeback Mountain και παίρνουν μια έκφραση – ξινισμένο κρασί στο άκουσμα της a la comic version των 300 του Λεωνίδα. Η σπαρτιάτικη στρατιωτική ρώμη είναι χωμένη βαθιά στο dna τους, όσο κι αν τους λοιδωρεί ο Κ.Π. Καβάφης του 200 Π.Χ.:

«Αλέξανδρος Φιλίππου και οι Έλληνες πλην Λακεδαιμονίων»-

Μπορούμε κάλλιστα να φαντασθούμε
πως θ` αδιαφόρησαν παντάπασι στην Σπάρτη
για την επιγραφήν αυτή. «Πλην Λακεδαιμονίων»,
μα φυσικά. Δεν ήσαν οι Σπαρτιάται
για να τους οδηγούν και για να τους προστάζουν
σαν πολυτίμους υπηρέτας. Άλλωστε
μια πανελλήνια εκστρατεία χωρίς
Σπαρτιάτη βασιλέα γι` αρχηγό
δεν θα τους φαίνονταν πολλής περιωπής.
Α βεβαιότατα «πλην Λακεδαιμονίων».

Είναι κι αυτή μιά στάσις. Νοιώθεται.


Αμφιβάλλω πραγματικά αν ένοιωσες την σπαρτιάτικη στάση Κ.Π. μου. Μπορώ όμως εύκολα να ονοματίσω κάποιον που τη βίωσε, στον μισό αιώνα του κινηματογραφικού του βίου. Ο all time classic Καλός Κακός και Άσχημος, ο Για Μια Χούφτα Δολλάρια (και Για Μερικά Δολλάρια Ακόμη) Βρώμικος Χάρυ, ο Βαρυποινίτης Από το Αλκατράζ, ο Honkytonk Man, o Ασυγχώρητος, To Μυστικό Ποτάμι, ο Million Dollar Clint. Αυτός που, όταν προ διετίας έγινε ο γηραιότερος βραβευθείς σκηνοθέτης με το oscar, αφού αστειεύτηκε λακωνικά ότι μπροστά στον 80άρη Sidney Lumet αισθάνεται παιδάκι, δήλωσε απερίφραστα ότι έχει πολλά να δώσει στο πανί ακόμα. Κι αναρωτιέσαι τι. Όταν έχει βάλει οριστική ταφόπετρα στο western με το αποκαθηλωτικά ελεγειακό Unforgiven (1992), o ίδιος που ανακάλυψε τον φετινό νικητή Forest Whitaker με το Bird (1988), o Clint που χειρούργησε πάνω στα εγκληματικά μικροαστικά μίση πολύ πριν ανακαλυφθούν τα ψυχοπονιάρικα Crash με το Mystic River (2003), ήταν ξανά ο γερο – Clint που μεγαλούργησε με το not-another-boxing-movie Million Dollar Baby (2004), πετώντας στο καναβάτσο τον Aviator του Raging BullMarty.

Φαινομενικά λοιπόν ο Clint Eastwood εν έτει 2006 δεν είχε να αποδείξει τίποτα. Έχει να ασχοληθεί με την τελευταία σύζυγό του και τα επτά του παιδιά. Με το golf (PGA Tour, Pebble Beach, California), την πολιτική (έχει διατελέσει δήμαρχος της Carmel-by-the-Sea, California στα 80s), την υστεροφημία που του χαρίζει το movie icon- box office star – acclaimed director- status του στο Hollywood. Τι επιλέγει; Να γυρίσει τούμπα την From Here To Eternity ως Pearl Harbor, αμερικανική φιλμική ιστορία. Ο Clint δεν επιχειρεί απλά να κάνει μια αντι-πολεμική διλογία. Τολμά να παρουσιάσει την αμερικανο – ιαπωνική σύγκρουση με μια νέα, πανανθρώπινα λιτή όσο και οικεία κινηματογραφική λογική. Κι αν στο πρώτο μέρος, το Flags of Our Fathers σεργιανάει εν πολλοίς άσκοπα μαζί με τους αντι-ήρωές του σε μια επιστροφή από έναν over-hyped πόλεμο χωρίς προοπτική, τα Γράμματα Από την Ιβοτζίμα βρίσκουν τελικό αποδέκτη την καρδιά και την πεποίθηση κάθε θεατή που γνωρίζει τους κώδικες του καθαρού σινεμά. Σπαρτιάτικη αφήγηση, ποιητικός ρεαλισμός, grandeur cineσθημάτων, ξεκάθαρο κοινωνικο-πολιτικό μήνυμα, χωρίς φατριασμούς, στη βάση των αρχών του ανθρωπισμού.



Οι ιάπωνες στρατιώτες που αυτοκτονούν για τον Αυτοκράτορα στην Ιβοτζίμα δεν διαφέρουν από τους αμερικανούς που «υπερασπίζονται τη δημοκρατία» στο Ιράκ. Οι ίδιοι ιάπωνες που γίνονται καμικάζι πρωτοξάδερφα των κινούμενων παλαιστινιακών βομβών. Οι ίδιοι ξανά Ιάπωνες που αντιστέκονται με εξασφαλισμένο τον ανδρείο θάνατο αντί την ντροπιαστική παράδοση, είναι οι απόγονοι των 300 του Λεωνίδα, κι όχι τα καραγκιοζάκια του Zack Snyder (κυρ- Βουλγαράκη μου, τι την ήθελες την παγκόσμια πρεμιέρα; δεν ήξερες – δεν ρώταγες;). Τι περιμένει κανείς από τον ορκισμένο (από εποχής Αϊζενχάουερ) ρεπουμπλικανό Eastwood; Αυτόν που αστειευόμενος (;) κάποτε απείλησε τον Michael Moore ότι θα τον σκότωνε αν τολμούσε να του σκάσει παρόμοιο ξεφτιλίκι μ’ αυτό του φίλου του Charlton Heston. O Clint, θαυμαστής του Howard Hawks και του Robert Mitchum, αυτό το σκληρό καρύδι που ταυτίστηκε με την φετίχ περσόνα του Επιθεωρητή Κάλαχαν, είναι αυτός που μεγαλουργεί κοιτώντας μέσα από τα μάτια των άλλων, του πολέμιου, του εχθρού. Θέλει πολλά άντερα αυτό.

Κατά πάσα πιθανότητα (κατά την παραδοχή του Clint) εφέτος είναι η χρονιά του Marty. Tου το χρωστάει η ζωή και η αμερικανική Ακαδημία, αναμφίβολλα. Αυτό ορίζει η πλην Λακεδαιμονίων λογική. Αν όμως το ζητούμενο παραμένει ποια ήταν η μια και μοναδική σημαντική ταινία τη χρονιά που μας πέρασε, τότε οφείλουμε τιμές στην «ή ταν ή επί τας» κατάθεση αυτού του ακαταπόνητου (και ως τώρα ακατανίκητου) βρωμόγερα Clint Eastwood. Που απέδειξε με ένα καίριο one-two directing punch ότι, εκτός από φιλοσοφείν, το λακωνίζειν πρωτίστως σημαίνει δημιουργείν.


 
 
Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια. Στείλτε το πρώτο!

Αυτή τη στιγμή δεν είστε συνδεδεμένος. Συνδεθείτε ή κάντε εγγραφή για να σχολιάσετε.