• ΕΠΙ ΤΟΥ ΠΙΕΣΤΗΡΙΟΥ...

  • Αριθμός ταινιών: 22315
  • Αριθμός συν/τών: 759967
  • Πρόγραμμα 300 Κινηματογράφων και 18 τηλεοπτικών σταθμών
CineReader


Δευ 25 Ιουν 2012

Υπόγεια Πολιτεία, της Ζαν Ντιπρό


Πάρτε μέρος στον διαγωνισμό και κερδίστε ένα αντίτυπο του βιβλίου



Η "Υπόγεια Πολιτεία" είναι ένα βιβλίο που αρκετό καιρό έβλεπα στα ράφια του Πατάκη όμως, δίσταζα να αγοράσω, παρά το γεγονός ότι έχει λάβει πάμπολλες διακρίσεις και βραβεία από την κυκλοφορία του κι έπειτα. Τελικά, το αποτόλμησα και έχω να πω ότι το βιβλίο έχει δύο μεγάλα ελαττώματα! Είναι εξαιρετικά γρήγορο στην αφήγησή του και πολύ μικρό σε σχέση με αυτό που θα θέλαμε. Με πιο απλά λόγια, είναι ένα βιβλίο που δεν καταλαβαίνεις για πότε τελείωσες την ανάγνωσή του και που φτάνοντας στην τελευταία του σελίδα, εύχεσαι να είχε κι άλλο. Φυσικά υπάρχουν δύο ακόμα συνέχειες της ιστορίας οπότε το κακό είναι αρκετά μικρό σε σχέση με το να τελείωνε το ταξίδι μας εδώ. Αν θα αγοράσω και τα υπόλοιπα; Φυσικά και μάλιστα, πολύ-πολύ σύντομα.

ΤΟ 1ο ΒΙΒΛΙΟ

Η ιστορία μας διαδραματίζεται σε μια υπόγεια πόλη η οποία χτίστηκε πάνω από διακόσια χρόνια πριν από το σήμερα. Οι κάτοικοί της δεν γνωρίζουν την ύπαρξη του έξω κόσμου, ούτε έχουν την παραμικρή επικοινωνία με οποιονδήποτε άλλον άνθρωπο πέραν των συμπολιτών τους. Όλος τους ο κόσμος αυτή η πόλη, που άλλοτε γνώρισε μέρες καρποφορίας και δόξας, αλλά σήμερα βρίσκεται στο πιο κρίσιμο σημείο της. Η ηλεκτροδότηση που δίνει ζωή στην πόλη και τους κατοίκους της, που αγνοούν την ύπαρξη ακόμα και του ήλιου, διακόπτεται συνεχώς, τα υλικά αγαθά για την καθημερινή τους διαβίωση όλο και λιγοστεύουν και πολύ σύντομα, όπως φοβούνται, δεν θα μπορούν να επιτύχουν ούτε την στοιχειώδη επιβίωσή τους. Μια λύση πρέπει να βρεθεί και μάλιστα σύντομα, πριν η πολιτεία βυθιστεί για πάντα στο σκοτάδι και τους καταδικάσει σε βέβαιο θάνατο. Όμως έξοδος δεν υπάρχει ή τουλάχιστον, αγνοούν την ύπαρξή της, καθώς μια σειρά από ατυχή γεγονότα οδήγησαν στην εξαφάνιση των οδηγιών των δημιουργών της πολιτείας που θα τους έστελναν στον έξω κόσμο και την σωτηρία τους.

Πρωταγωνιστές της ιστορίας, δύο δωδεκάχρονα παιδιά, η Λίνα και ο Ντουν, που σύμφωνα με τους νόμους της πολιτείας, στην τόσο ευαίσθητη ηλικία που βρίσκονται, είναι ώριμοι πολίτες και πρέπει να εγκαταλείψουν την παιδική τους ταυτότητα και να γίνουν ενεργά και δραστήρια μέλη της κοινωνίας τους, αναλαμβάνοντας επαγγελματικά πόστα που πολλές φορές δεν είναι ευχάριστα και πολύ περισσότερο, εύκολο να ανταποκριθούν σε αυτά. Η Λίνα είναι δραστήρια, οραματίστρια και δεν φαίνεται να αφήνει τους κανόνες να μπουν εμπόδιο στον δρόμο της, πόσο μάλλον όταν έχει χρέος να προστατέψει την μικρή οικογένεια που της έχει απομείνει. Από την άλλη ο Ντουν είναι παρορμητικός, νευρικός και αποφασισμένος να βοηθήσει την πόλη του και τους κατοίκους της από ένα σκληρό τέλος που μοιάζει να πλησιάζει ολοένα και περισσότερο. Η οραματίστρια Λίνα και ο πολυμήχανος Ντουν, ενώνουν τις δυνάμεις τους προκειμένου να επιτύχουν το ακατόρθωτο και ακόμα κι όταν όλα δείχνουν να είναι εναντίον τους, ακόμα και οι πιθανότητες, ο ένας σπρώχνει τον άλλον ώστε τελικά να βρουν λύσεις και να προχωρήσουν μπροστά.

Η Jeanne Duprau στο πρώτο της αυτό μυθιστόρημα καταφέρνει με μαεστρία να συνδυάσει την δυστοκία του παρόντος και του μέλλοντος, με την περιπέτεια, την δράση, αλλά και την αστείρευτη ανάγκη του ανθρώπου για επιβίωση με όποιο μέσο. Η υπόγεια πολιτεία της είναι υγρή, σκοτεινή, κλειστοφοβική και παρά την φυσικότητα με την οποία ζουν τη ζωή τους οι άνθρωποι που κατοικούν σε αυτήν, τρομακτική και δυσοίωνη. Οι δύο βασικοί ήρωές της δεν είναι απλά συμπαθητικοί αλλά, αλληλοσυμπληρώνονται με μοναδικό τρόπο που στο τέλος, φαντάζουν ως μια κοινή, ενιαία οντότητα που μπορεί κόντρα σε όλες τις προβλέψεις και τα στατιστικά να πετύχει τα πάντα. Παράλληλα, μας εντάσσει κι εμάς ως αναγνώστες στο παιχνίδι της αποκωδικοποίησης του χαμένου και φθαρμένου μηνύματος σωτηρίας, κάτι που από μόνο του είναι αρκετό, σε συνδυασμό με την ξέφρενη ροή των γεγονότων, να ανεβάσει τους παλμούς μας.

Αρκούντως απολαυστική, η "Υπόγεια Πολιτεία" είναι ένα βιβλίο που σε καθηλώνει από την πρώτη κιόλας σελίδα και δεν σου επιτρέπει να πάρεις ανάσα μέχρι και την τελευταία στιγμή. Γρήγορο, εύστροφο, έξυπνο, με δράση και ανατροπές, με διεφθαρμένους και ανιδιοτελείς πολίτες να μπλέκονται σε μια αγωνιώδης κούρσα απέναντι στον χρόνο που πιέζει ασφυκτικά, η "Υπόγεια Πολιτεία", παρά το σκοτάδι που την περιβάλει είναι ένα λαμπρό σημείο αναφοράς στη νεανική λογοτεχνία και ικανό να συγκινήσει και να παρασύρει και το πιο ώριμο, ηλικιακά, αναγνωστικό κοινό. Πλούσιο σε περιγραφές και συναισθήματα, γεμάτο μυστήριο και συναρπαστική δράση που καθηλώνει, είναι μια άριστη επιλογή για κάθε αναγνώστη. Και να σημειώσουμε εδώ πως αυτό δεν είναι το τέλος, αλλά μονάχα η αρχή ενός αγώνα που κανείς δεν ξέρει ή υποψιάζεται που θα καταλήξει και ποια σκοτεινά μυστικά κρύβονται από πίσω.

Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΕ ΔΥΟ ΜΕΡΗ

- Η Λίνα, ο Ντουν και όλοι οι κάτοικοι της Πολιτείας που επέλεξαν να αποδράσουν τον θάνατο που τους επιφύλασσε, μετά την έξοδό τους από το σκοτάδι και κατευθυνόμενοι προς το φως ενός νέου κόσμου, φτάνουν σε ένα χωριό, τη Λάμψη, οι κάτοικοι του οποίου τους υποδέχονται με καχυποψία αρχικά, μην ξέροντας αν πρέπει να πιστέψουν την ιστορία τους ωστόσο, αποφασίζουν να τους βοηθήσουν με όποιον τρόπο μπορούν, δίνοντάς τους τροφή και στέγη, εκπαιδεύοντάς τους σε κάθε λογής δουλειά προκειμένου μετά από έξι μήνες να είναι όσο περισσότερο ικανοί για να εγκαταλείψουν τη Λάμψη χτίζοντας τη δικιά τους κοινότητα. Η απόφαση αυτή αρχικά ανακουφίζει τους κατοίκους της Πολιτείας καθώς τους προσφέρει αρκετή ασφάλεια, τόσο στο παρόν όσο και στο μέλλον, ενώ οι ίδιοι οι κάτοικοι της Λάμψης, ακόμα κι αν ανήκουν σε εκείνους που δε χαίρονται με την παρουσία των ξένων στον τόπο τους, κάνουν ότι καλύτερο περνάει από το χέρι τους για να είναι φιλόξενοι και ανοιχτοχέρηδες. Τα πράγματα φυσικά, σε καμία των περιπτώσεων δεν είναι ρόδινα. Ο κόσμος που βρήκαν μπορεί να είναι όμορφος, αλλά παράλληλα είναι τρομακτικός, γεμάτος από άγνωστα πράγματα που προκαλούν τον φόβο των ανθρώπων της Πολιτείας. Μπορεί οι κάτοικοι της Λάμψης να έχουν κάνει ότι καλύτερο μπορούν για να χτίσουν την κοινότητά τους και για να την ρυθμίσουν να λειτουργεί ομαλά και αποδοτικά όμως, δεν θυμίζει σε τίποτα την πόλη που η Λίνα ονειρευόταν. Είναι φανερό πως ο κόσμος πέρασε μία, ίσως και περισσότερες, μεγάλες κρίσεις με αποτέλεσμα να καταστραφούν τα πάντα με όσους κατάφεραν να επιζήσουν, να παλεύουν σκληρά για να επιβιώσουν και να χτίσουν ξανά από την αρχή τις ζωές τους. Και οι κάτοικοι της Λάμψης αυτό έκαναν, κόπιασαν, στερήθηκαν αλλά πέτυχαν και τώρα βλέπουν όλα αυτά για τα οποία πάλεψαν να κινδυνεύουν να καταρρεύσουν κάτω από το βάρος 400 επιπλέον ανθρώπων που δεν έχουν να ταΐσουν και που με τον καιρό, τους κουράζει το να προσπαθούν να βοηθήσουν. Από τη άλλη μεριά, οι κάτοικοι της Πολιτείας δυσανασχετούν για τους δικούς τους λόγους. Δουλεύουν πάρα πολύ, τρώνε πάρα πολύ λίγο και κάθε μέρα το πρώτο σκέλος αυξάνεται και το δεύτερο μειώνεται. Το αίσθημα αδικίας δεν αργεί να γίνει αισθητό και σε συνδυασμό με την αγανάκτηση των δύο πλευρών, η σύγκρουση μοιάζει πολύ κοντά.

Η συγγραφέας κάνει ξεκάθαρο μέσα από τα μυθιστορήματά της ότι βασικός της σκοπός είναι να ασκήσει κοινωνικοπολιτική κριτική. Μπορεί η ιστορία της να διαδραματίζεται σε ένα δυστοπικό μέλλον, όπου ο κόσμος δεν θυμίζει σε τίποτα τον σύγχρονο δικό μας, όμως οι άνθρωποι και οι σχέσεις που αναπτύσσουν οι διάφορες κοινωνικές ομάδες μεταξύ τους, είναι πιο ευδιάκριτες και πιο εύκολα αξιολογήσιμες κάτω από αντίξοες συνθήκες. Μας παρουσιάζει δύο διαφορετικές ομάδες ανθρώπων που πρέπει να συνυπάρξουν σε μια ενιαία κοινότητα, η οποία μάλιστα παρά τα προβλήματα και την δυσκολία των καιρών, κατάφερε με κάποιο τρόπο να ευημερήσει, έτσι ώστε όχι να ζει πλουσιοπάροχα, αλλά να μην υποφέρει. Η διαφορετικότητα, όπως είναι αναμενόμενο, δημιουργεί διαφωνίες, οι διαφωνίες οδηγούν σε συγκρούσεις και όλα αυτά οδηγούν σταδιακά σε έναν πόλεμο που μονάχα η λογική και η αίσθηση του κοινού συμφέροντος μπορεί να σταματήσει, κόντρα σε όσους προκαλούν προβλήματα κι επεισόδια με υποχθόνιο τρόπο και απώτερους σκοπούς. Το "Πέρα Από Το Σκοτάδι" δεν είναι μόνο ένα βιβλίο δυστοπικής φαντασίας και περιπέτειας που αποδεικνύει ότι αν έχεις θέληση μπορείς να πετύχεις τα πάντα. Είναι μια ανάλυση πάνω σε έναν κοινωνικό προβληματισμό που απασχολεί τους ανθρώπους αιώνες τώρα. Μπορούμε να δεχτούμε τη διαφορετικότητα; Είμαστε σε θέση να καταλάβουμε τη μοναδικότητα του να μην είσαι ίδιος με το διπλανό σου, κάνοντας όχι πόλεμο, αλλά σύμπραξη, ενώνοντας τις δυνάμεις και τις ικανότητές όλων σε έναν κοινό σκοπό για καλό αποτέλεσμα; Η Ντιπρό, ισορροπώντας ανάμεσα στην εξερεύνηση και τη δράση, διαχωρίζοντας για λίγο τους ήρωές της και με τους δύο να έχουν απορίες που προσπαθούν να λύσουν, ωστόσο, με τη Λίνα να εστιάζει στη γνώση και στην ελπίδα επαλήθευσης των προσδοκιών της πριν εγκαταλείψουν την Πολιτεία και το Ντουν, να ρίχνει περισσότερο βάρος στην σωστή αντιμετώπιση του ίδιου και των συμπολιτών του από τους κατοίκους της Λάμψης, στην ίδια διαχείριση και τα ίδια δικαιώματα. Αρκούντως ευχάριστο στην ανάγνωση, βασισμένο σε στοιχεία δολοπλοκίας και ίντριγκας, το δεύτερο μέρος της "Υπόγειας Πολιτείας" θα σας ικανοποιήσει όσο και το πρώτο, σπρώχνοντάς σας παράλληλα σε βαθύτερους προβληματισμούς.

- Η Λίνα και ο Ντουν, κατάφεραν να σώσουν αρχικά τους κατοίκους της Πολιτείας από το σκοτάδι και κατά συνέπεια, από τον ίδιο τον αφανισμό τους. Στη συνέχεια, κατάφεραν να φέρουν την ενότητα ανάμεσα στους συμπολίτες τους και τους κατοίκους της Λάμψης, θυμίζοντάς τους πως στα δύσκολα πρέπει να είμαστε ένα κοινό μέτωπο και να μην δειλιάζουμε μπροστά στις δυσκολίες προσπαθώντας να λύσουμε τα προβλήματα με τον εύκολο τρόπο, αλλά με εκείνον που είναι σωστός και ηθικός. Παρά που η ζωή τους φαίνεται να έχει μπει σε έναν ρυθμό, αποκτώντας μια τακτική ρουτίνα, βαθιά μέσα τους τα δύο παιδιά νιώθουν νοσταλγία, τόσο για τον τόπο που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν και άφησαν πίσω τους, όσο και για την περιπέτεια που τους έκανε να νιώθουν ζωντανοί και το αίμα στις φλέβες τους να πάλλεται πιο γρήγορα. Την αίσθηση αυτή ενισχύει η ανακάλυψη ενός βιβλίου από το οποίο έχουν απομείνει μόνο οκτώ σελίδες είναι όμως ολοφάνερο ότι απευθυνόταν σε εκείνους, τους ανθρώπους της Πολιτείας που όπως φαίνεται, ο λόγος που ζούσαν κάτω από τη γη τόσες και τόσες γενιές, ήταν ίσως πολύ πιο σημαντικός απ` όσο πίστευαν. Τότε είναι που τα δύο παιδιά παίρνουν τη μεγάλη απόφαση. Να επιστρέψουν στην Πολιτεία. Η επιστροφή του Ντουν και της Λίνας στην Πολιτεία έχει δύο σκοπούς. Ο πρώτος είναι να βρουν πράγματα τα οποία θα μπορούσαν να κάνουν τη ζωή των κατοίκων της Λάμψης πιο εύκολη και να τους βοηθήσουν. Ο δεύτερος, και ίσως ο πιο σημαντικός, να βρουν στοιχεία που θα τους βοηθήσουν να λύσουν τον γρίφο που κρύβει το βιβλίο με τις σκισμένες σελίδες. Κάποιος το άφησε γι`αυτούς, κάτι ήθελε να τους πει και πρέπει να μάθουν τι είναι αυτό. Κι πράγματι, επιστρέφουν στην Πολιτεία, βρίσκουν τρόπο να φτάσουν στην πόλη που έζησαν όλη τους τη ζωή, μόνο που τα πάντα δείχνουν διαφορετικά, έρημα, εγκαταλειμμένα, θλιβερά και στενάχωρα. Και σαν να μην έφτανε αυτό, θα έρθουν αντιμέτωποι με μια έκπληξη που δεν περίμεναν, κάτι που θα τους θέσει σε κίνδυνο και θα κάνει τη περιπετειώδη κατάβασή τους ακόμα πιο δύσκολη κι επικίνδυνη. Κάπου εκεί είναι που ανακαλύπτουν το διαμάντι της Πολιτείας, εκείνο για το οποίο τα αρχαία τραγούδια μίλαγαν, εκείνο το πράγμα που είναι πιο πολύτιμο από κάθε τι και είναι δικό τους, ανήκει σε εκείνους που επιλέχθηκαν να ζήσουν για να ξαναχτίσουν τον κόσμο από την αρχή.

Η Ζαν Ντιπρό διαλέγει αυτή τη φορά διαφορετική κατεύθυνση για την ιστορία της. Επαναφέρει τη δράση στα ίδια επίπεδα με εκείνη του πρώτου βιβλίου, όμως θέτοντάς την υπό διαφορετικές συνθήκες. Τώρα οι ήρωές της δεν προσπαθούν να βγουν αλλά να μπουν στην Πολιτεία και αυτό είναι τόσο αντιφατικό, αλλά και τόσο γοητευτικό συνάμα. Όχι μόνο η διαδρομή αλλά και τα κίνητρα πίσω από την πράξη αυτή είναι εντελώς διαφορετικά. Η Πολιτεία που κάποτε ήταν ζωντανή κι έσφυζε από ζωή, τώρα είναι ένας νεκρός τόπος που κατοικείται από φαντάσματα και αναμνήσεις ενός παρελθόντος που χάθηκε και δεν θα ξαναγυρίσει. Και η επιστροφή εκεί δεν είναι μόνο ένα μέσο που θα βοηθήσει τους κατοίκους της Λάμψης, αλλά ένας τρόπος να πουν οι ήρωές μας το αντίο που πρέπει στον τόπο τους, να συμβιβαστούν με το ότι το παρελθόν τους θα μείνει για πάντα πίσω στα σκοτάδια και ότι το μέλλον ανοίγεται μπροστά τους. Ένα μέλλον που όπως φαίνεται, οι Δημουργοί μάντεψαν πόσο δύσκολο θα ήταν, αφήνοντας στους ανθρώπους στους οποίους βασίστηκαν να ξαναχτίσουν τον κόσμο, ένα δώρο, πιο σημαντικό και πιο πολύτιμο από κάθε θησαυρό. Η τριλογία της Ντιπρό κλείνει με τον καλύτερο ρυθμό, με την απαραίτητη δράση που ανεβάζει την αδρεναλίνη μας, προσφέροντάς μας αρκετές ανατροπές κι εκπλήξεις που ανεβάζουν το σασπένς πολύ ψηλά, ικανοποιώντας απόλυτα το αναγνωστικό κοινό που αναζητά την περιπέτεια. Από την άλλη, δεν αφήνει τους προαναφερόμενους παράγοντες να υποβαθμίσουν το νόημα και τα μηνύματα της ιστορίας της, ως σύνολο, αποδεικνύοντας με τον δικό της τρόπο ότι οι άνθρωποι δεν χρειάζεται μόνο να ανακαλύψουν την εσωτερική τους δύναμη, να συμβιβαστούν και να σεβαστούν την διαφορετικότητα των άλλων προκειμένου να επιτευχθεί η ομόνοια και η ευημερία, αλλά ότι ακόμα κι αν χρειάζεται να λύσεις χιλιάδες γρίφους και μυστήρια, να κάνεις εκατοντάδες υπερβάσεις ξεπερνώντας ακόμα και τον ίδιο σου τον εαυτό, το σημαντικότερο απ` όλα είναι η ελπίδα, γιατί όσο αυτή υπάρχει και η φλόγα της παραμένει σταθερά δυνατή, τότε και μόνο τότε, ακόμα κι αν όλα γύρω μας έχουν καταρρεύσει, μπορούν πραγματικά κάποια μέρα ν` αλλάξουν προς το καλύτερο.

Η ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΗ ΜΕΤΑΦΟΡΑ

Βασισμένο στο ομώνυμο μυθιστόρημα της Ζαν Ντιπρό, το "City of Ember" είναι συγκρατημένη δυστοπική ταινία φαντασίας, η οποία όπως και το ίδιο το βιβλίο άλλωστε, παρουσιάζει την ζωή σε μα υπόγεια πολιτεία όπου όχι μόνο δεν υπάρχει επαφή με τον έξω κόσμο, αλλά αμφισβητείται βάσιμα ακόμα και η ύπαρξή του. Όποιος πολίτης της Ember υπήρξε στο παρελθόν αρκετά τολμηρός για να αναζητήσει κάποια διέξοδο προς το φως, προς έναν άλλο κόσμο, είτε δεν κατάφερε να γυρίσει ποτέ, είτε επέστρεψε αλλά σε μια τέτοια κατάσταση η οποία όπως ίσως ήταν αναμενόμενο, δεν θα μπορούσε ποτέ να του επιτρέψει να συνεχίσει να ζει φυσιολογικά ανάμεσα στους υπόλοιπους συμπολίτες του που δεν θα τολμούσαν ποτέ να αψηφήσουν τους νόμους και τις συνήθειες της πολιτείας τους, παρά τις όποιες ανασφάλειες φέρνει μαζί του το πέρασμα του χρόνου. Αυτό ισχύει τουλάχιστον για την θλιβερή πλειοψηφία.

Να ξεκινήσω λέγοντας ότι το βιβλίο είναι από φύσεως κινηματογραφικό, γεγονός που το κάνει πρόσφορο για μεταφορά στη μεγάλη οθόνη. Ωστόσο, κρίνοντας την ταινία εκ του αποτελέσματος, διακρίνουμε ότι υπάρχει μια ανισορροπία στην σύγκριση των σημείων. Ναι μεν η πόλη της Ember παρουσιάζεται με αρκετά ενδιαφέρον τρόπο, αποδεικνύοντας ότι σε μια κοινωνία 250 χρόνια μετά, ο πολιτισμός και η ζωή μπορούν να έχουν κάνει βήματα προς τα πίσω και όχι μπροστά, υποβαθμίζοντας την ποιότητα ζωής των κατοίκων της υποφαινόμενης κοινωνίας, και όχι μόνο, αλλά, η σκηνοθεσία του Gil Kenan, χωρίς να είναι κακή, δεν ήταν αυτή που θα ήθελα. Ναι μεν το μοντάζ ήταν σφικτό όπως έπρεπε, ωστόσο σκηνοθετικά μου δόθηκε η αίσθηση ότι έλειπε το απαιτούμενο νεύρο που θα ισορροπούσε στο σύνολο της παραγωγής και δεν θα βασιζόταν σε περιστασιακές εκρήξεις που αντί να ανεβάσουν την αδρεναλίνη θα μας προκαλούσαν ασφυξία.

Οι επιλογές οι οποίες κι αφορούν το cast θα τολμούσα να πω ότι είναι σχεδόν εξαιρετικές, ανεβάζοντας με τον τρόπο αυτό τον μέσο όρο του επιπέδου της ταινίας συνολικά, με την Saoirse Ronan να ηγείται αποτελώντας μια ηγετική φυσιογνωμία με ομορφιά και ταλέντο και αποδεικνύει για μια ακόμη φορά ότι σε όποιον ρόλο και να την δούμε, τελικά θα την λατρέψουμε. Ακολουθεί ο άγνωστος μέχρι σήμερα, σε μένα τουλάχιστον, Harry Treadaway, ο οποίος ωστόσο είναι όχι μόνο μια όμορφη παρουσία, αλλά κι ένα παιδί που φαίνεται ότι έχει την σπίθα ενός αξιόλογου ταλέντου μέσα του που περιμένει την κατάλληλη ευκαιρία να κάνει το μεγάλο μπαμ. Μαζί τους ο Tim Robbins, που κακά τα ψέματα, και τον σκουπιδιάρη να βλέπαμε να κάνει σε 5λεπτο guest θα μας άρεσε με τρέλα, και ο Bill Murray σε έναν κόντρα ρόλο που κακά τα ψέματα, είναι εξαιρετικά κακογραμμένος και κιτς, τόσο που τον κάνει να φαντάζει γελοίος ενώ στην πραγματικότητα, τον αγαπάμε και σχεδόν πάντα, χαιρόμαστε όταν τον βλέπουμε.

Ως παραγωγή είναι ναι μεν φιλόδοξη ωστόσο, όσο κι αν έχει την δυνατότητα να πει πράγματα και να περάσει ηθικά, ανθρωπιστικά και κοινωνικοπολιτικά μηνύματα, τελικά δεν καταφέρνει να το κάνει διεισδύοντας στο βάθος όλων αυτών, καταλήγοντας να φαντάζει μια εντελώς επιφανειακή προσπάθεια. Οι ηθοποιοί στην πλειοψηφία τους αποδίδουν τα μέγιστα, κάνοντάς μας τελικά με την παρουσία τους να βλέπουμε την ταινία συνολικά με μια πιο θετική ματιά. Η αισθητική της πόλης της Ember είναι ιδιαίτερα ρετρό, σκοτεινή, βρώμικη και μυστηριώδης, αναπτύσσοντας έτσι τα ένστικτα και το ενδιαφέρον μας, ωστόσο η σκηνοθετική και η σεναριακή προσέγγιση φαντάζουν περισσότερο ως αποτυχημένη προσπάθεια δημιουργίας ενός εφηβικού blockbuster που τελικά, δεν κατάφερε να φτάσει τον στόχο του και να προσεγγίσει το κοινό που περίμενε να ανταποκριθεί, στην έκταση που υπολόγιζε. Καταλήγουμε στο συμπέρασμα δηλαδή πως ναι μεν είναι συμπαθητική ως παραγωγή και παρακολουθείται ευχάριστα ωστόσο, δεν καταφέρνει να χαραχτεί στη μνήμη μας, πόσο μάλλον αφού δεν υπήρξε συνέχεια.



 
 
Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια. Στείλτε το πρώτο!

Αυτή τη στιγμή δεν είστε συνδεδεμένος. Συνδεθείτε ή κάντε εγγραφή για να σχολιάσετε.