• ΕΠΙ ΤΟΥ ΠΙΕΣΤΗΡΙΟΥ...

  • Αριθμός ταινιών: 22083
  • Αριθμός συν/τών: 758328
  • Πρόγραμμα 329 Κινηματογράφων και 18 τηλεοπτικών σταθμών
CineGourmet


Πεμ 29 Σεπ 2005

Ολικός πατατολουκουμάς


Το έργο : Ολική επαναφορά – Total recall (1990)
&
το πιάτο : Πατατολουκουμάδες



Η υπόθεση: Ο Ντάγκλας Κουέηντ (Arnold Schwarzenegger) είναι εργάτης (βλ. χειριστής κομπρεσέρ) σε μια εταιρία κατασκευών. Είναι παντρεμένος με τη Λόρη (Sharon Stone) την οποία μοιάζει να αγαπά πραγματικά. Τον κατατρώει όμως μια αλλόκοτη περιέργεια για τον πλανήτη Άρη και συχνά ονειρεύεται ότι βρίσκεται εκεί. Η Λόρη όμως σιχαίνεται τον Άρη, τα βουνά του, τους μεταλλαγμένους κατοίκους του, το ψευτο-οξυγόνο του που παρέχεται με το σταγονόμετρο, τις τρομοκρατικές επιθέσεις και τις εξεγέρσεις. Ο Κουέηντ αποφασίζει λοιπόν να πάει στην εταιρία Rekall incorporated που διαφημίζει ότι εμφυτεύει στον ανθρώπινο εγκέφαλο «μονάδες μνήμης» με αληθινές αναμνήσεις από τον κόκκινο πλανήτη (ή οποιοδήποτε άλλο μέρος) ακριβώς όπως τις επιθυμεί ο πελάτης. Ο Κουέηντ λοιπόν επιλέγει να αποκτήσει αναμνήσεις ένα ταξίδι στον Άρη, στον οποίο θα πήγαινε με την ιδιότητα του μυστικού πράκτορα. Στην πορεία όμως, λόγω κάποιας επιπλοκής φαίνεται ότι η Rekall αντί να του εμφυτεύσει τις ανώδυνες αναμνήσεις που εκείνος ζήτησε, αφύπνισε παλιές πραγματικές δικές του κι έτσι ο Κουέηντ αναγκάζεται να φτάσει πραγματικά ως τον Άρη για να ξεκαθαρίσει την μπερδεμένη κατάσταση (σκοτώνοντας -εννοείται- όσους κακούς αποδεικνύεται αναγκαίο να σκοτώσει).



Η εξαργύρωση της επιτυχίας. Το σενάριο της «Ολικής επαναφοράς» έφτασε στα χέρια του Βερχόφεν ως μια χειροπιαστή απόδειξη της αμέριστης εμπιστοσύνης που έτρεφαν πια οι παραγωγοί για το πρόσωπο του, κατόπιν της μεγάλης εμπορικής επιτυχίας του Robocop. Και ήταν πραγματικά μεγάλη η τιμή που του γινόταν, μια και το σενάριο αυτό που βασιζόταν στο διήγημα ενός διάσημου στο είδος του συγγραφέα (του Philip K. Dick. Τίτλος του διηγήματος: “We can remember it for you Wholesale”) και παρέμενε δεκάξι χρόνια κρυμμένο στο συρτάρι, παρά το ότι ενδιάμεσα υπήρξαν σοβαρές σκέψεις να ανατεθεί στον David Cronenberg, ή τον Bruce Beresford.

Το βάρος του σε χρυσάφι; Περισσότερο όμως κι από την ίδια την πρόταση, εκείνο που ήταν κολακευτικό για τον Βερχόφεν ήταν ο προϋπολογισμός που προβλεπόταν για την παραγωγή: 48 εκατομμύρια δολάρια. Ποσό που σε σχέση με τις αστρονομικές αξίες των σημερινών αντίστοιχων μπορεί να ακούγεται αστείο, αλλά που τότε υπερέβαινε το συνολικό (αθροιστικά) προϋπολογισμό όλων των ταινιών που είχε γυρίσει ο Βερχόφεν στην Ολλανδία, συν τον προϋπολογισμό του Robocop! Παρ’ όλ’ αυτά στην πορεία, αποδείχτηκε ότι θα χρειάζονταν άλλα 5 εκατομμύρια δολάρια για να πληρωθούν τα απίστευτα εφέ και οι σκηνές δράσεις που εκείνος ονειρευόταν. Οι παραγωγοί δεν ήταν καθόλου ευχαριστημένοι, με αυτή την απαίτηση του.
Σε σημείο μάλιστα, που ο Arnold Schwarzenegger αναγκάστηκε να παρέμβει υπέρ του Βερχόφεν για να μην διακοπεί η χρηματοδότηση και να επιτραπεί στη φαντασία του μεγάλου οραματιστή των υπερηρώων και του αενάως αναβλύζοντος αίματος, να φτάσει στην άκρη του οργιασμού της. Στο τέλος όλοι ήταν πανευτυχείς. Οι τζίροι της ταινίας έφτασαν τα 120 εκατομμ. δολάρια στην Αμερική, στα οποία προστέθηκαν άλλα 270 εκατομμ. από την παγκόσμια καριέρα της. Η «Ολική επαναφορά» είναι ουσιαστικά η ταινία που απενοχοποίησε κάθε (υπο)λογιστή του Χόλιγουντ απέναντι στα μεγάλα ρίσκα. Εκτόξευσε το «κασέ» των ταινιών δράσης σε ακόμα πιο ψηλά επίπεδα απ’ όσο θα μπορούσε να φανταστεί κανείς την εποχή εκείνη και άνοιξε το δρόμο για τις σημερινές υπερ-υπερπαραγωγές.

Paul & Arnie (καρδιά) for ever. Ας σημειωθεί επίσης ότι ο Schwarzenegger ήταν εκείνος που είχε προτείνει τον Βερχόφεν για σκηνοθέτη της ταινίας και είχε επιμείνει σ’ αυτόν.
Το γούστο και η διαίσθηση του αποδείχθηκαν αλάνθαστα. Συνεργάστηκαν άψογα μέχρι και την τελευταία στιγμή. Ο Paul δεν έβρισκε παρά μόνο καλά λόγια για τον Arnie (και «πόσο μεγάλος ηθοποιός είναι!» και «τι καλό παιδί! Τι σπουδαίος άνθρωπος πάνω απ’ όλα!») Ουσιαστικά εκείνο που συνέβαινε και συντηρείτο αυτή η υπέροχη μέλι-γάλα συνεννόηση, ήταν το ότι ο Arnie έκανε ακριβώς αυτό που του έλεγε ο Paul. Δεν έφερνε ποτέ αντίρρηση. Προσπαθούσε μόνο να ανταποκριθεί τελειοθηρικά στις απαιτήσεις του σκηνοθέτη του. Ο Βερχόφεν έλεγε ότι ο Σβαρτσενέγκερ ήταν ο μόνος ηθοποιός του Χόλιγουντ με μηδενικό εγωισμό. Δεν τον πτοούσε καμία παρατήρηση, καμία διορθωτική επέμβαση στα εμφανισιακά του «πταισματάκια» και καμία αποτυχία του να αποδώσει το ζητούμενο (απλώς ξανάρχιζε τις πρόβες από την αρχή, μέχρι να αγγίξει το τέλειο). Η αυτοπεποίθηση του έμοιαζε εξωπραγματική [σσ. Μάλλον το αντίθετο θα έπρεπε να είναι το περίεργο για ένα «βράχο» σαν τον Arnie]. Γι’ αυτό και τελικά κατάφερε να «παραδώσει» μια τόσο μεγάλη ερμηνεία.

Και λέει ο Άρνολντ: «Who da hell em I?» - «Μα ποιος είμαι τέλος πάντων;» Τι σημαίνει ακριβώς μεγάλη ερμηνεία σε τέτοιες περιπτώσεις; Όταν οι ατάκες σου είναι της μιας γραμμής και τις προφέρεις με βαριά γερμανική προφορά, σαν να μην πολυκαταλαβαίνεις τι λες κι όταν σε θέλουν κυρίως για να ρίχνεις σφαλιάρες και αυτό αναβοσβήνει αόρατο στην οθόνη, λεπτό προς λεπτό σ’ ολόκληρο το έργο, σίγουρα δεν δικαιολογείσαι να πιστεύεις πως θα μπορούσες να διεκδικήσεις υποψηφιότητα για π.χ. το βραβείο Λόρενς Ολίβιε. Απλά, συνέχισε να σφίγγεις τους μύες σου και να κατραπακιάζεις. Μην ανησυχείς!
Το κοινό σύντομα θα σε αποθεώσει. Ωστόσο, ο Arnie είναι σταρ και οι σταρ δεν περιορίζονται στις βασικές απαιτήσεις. Όσο απαράλλαχτα αγέρωχο και σαρδόνιο κι αν ήταν το ύφος του από σεκάνς σε σεκάνς, άλλο τόσο ασχολήθηκε με το να χρωματίσει υποκριτικά -με επιμέλεια και εντυπωσιακή επιμονή στην λεπτομέρεια- ορισμένες σκηνές στις οποίες χρειαζόταν κάποια παραπάνω προσπάθεια. Και ιδιαίτερα εκείνες τις σκηνές, στις οποίες έπρεπε να φαίνεται μπλεγμένος, χαμένος μέσα στο μυαλό του, ανήμπορος μπροστά στο δίλημμα του αν αυτό που ζει είναι αληθινό ή εμφυτευμένη ανάμνηση. Προσπάθησε να φανταστεί, να καταγράψει και τελικά να ενσωματώσει στη δυναμική (λόγω του ξύλου που ρίχνει) ερμηνεία του, την πινελιά του τρόμου που νιώθει ο ευαίσθητος άνθρωπος, όταν συνειδητοποιεί ότι αποφάσισε να προχωρήσει σε ρήξη με την πραγματική πραγματικότητα για να εμπιστευτεί την επιστημονική φαντασία. Αν το σκεφτεί κανείς καλά αυτό, ανακαλύπτει ότι είναι συγκινητικό και απαιτεί μαεστρία για ν’ αποδοθεί σωστά.

Δεν μιλάμε για απλό σπλατεράκι. Οk. Είναι πολύ το γυαλί που σπάει. Εφέ που στις μέρες μας δεν συνταράσσει. Φέρει τη ρετσινιά της αδιάφορης γαρνιτούρας-κονσέρβα. Ειδικά όταν απουσιάζει η βιωματική σχέση του ηθοποιού με το μέσο που θρυμματίζεται, και ως εκ τούτου λείπει η ακατέργαστη μπρουταλιτέ που δίδαξε τόσο όμορφα ο Θανασης ΒεγγοςΘανασης Βεγγος. Ωστόσο, για να μην είμαστε μόνο απορριπτικοί με τα γυαλιά-καρφιά της «Ολικής Επαναφοράς», ας σημειώσουμε ότι το γυαλί σπάει όμορφα, σε ισομεγέθη πολυάριθμα κομματάκια,
που εκσφενδονίζονται με φαντασμαγορικό τρόπο. Εκτός όμως από τα τόσα σπασμένα γυαλιά, ο συντηρητισμός της δομής της ταινίας, προκύπτει από την αυστηρή εμμονή στα δύο αρχαία κλισέ: α) κάθε σεκάνς και τεχνητό εφέ, κάθε σκηνή και τρεχαλητό, κάθε πλάνο και μπουνιά και β) οι κακοί πάντα αστοχούν, οι καλοί ποτέ. Ωστόσο ο κόσμος αγάπησε το έργο και εξακολουθεί να το θεωρεί σταθμό στο είδος του για την απεριόριστη και αδίστακτη βία. Τόσο απεριόριστη και τόσο αδίστακτη που νομίζεις πως πρόκειται για κάποιο αστείο και τελικά, γελάς. Οι εξπέρ έχουν καταμετρήσει τους θανάτους: 65 άνθρωποι (κανονικοί και μεταλλαγμένοι, σε μια κατηγορία), ένας αρουραίος και πέντε χρυσόψαρα (διότι μας νοιάζει το αίμα που ρέει και όχι το από πού ρέει). Στατιστικά τα παραπάνω νούμερα αντιστοιχούν σε ένα θάνατο κάθε ενάμισι λεπτό ταινίας. Pas mal!
Το αρχικό μοντάζ κρίθηκε «αυστηρά ακατάλληλο» και οι παραγωγοί θορυβημένοι ζήτησαν να γίνουν αλλαγές για να αποχαρακτηριστεί. Κάτι που τελικά έγινε χωρίς δεύτερη κουβέντα. Η σεκάνς που πλήρωσε τη νύφη περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη ήταν εκείνη στο σταθμό του Μετρό, όπου ο Arnie χρησιμοποιεί το πτώμα ενός αθώου πολίτη, ως ασπίδα προστασίας από τις σφαίρες των κακών. Η σκηνή αυτή αλλάχτηκε εντελώς, χρησιμοποιώντας υλικό από κάμερες που είχαν εντελώς διαφορετική γωνία λήψης από εκείνη που είχε επιλέξει ο Βερχόφεν.
Ωστόσο, ακόμα και έτσι «κουτσουρεμένη», παραμένει μια από τις πιο σκληρές και ωμές σεκάνς του έργου (και βέβαια, εξυπακούεται ότι και στην ήπια εκδοχή της, το πτώμα-ασπίδα γίνεται νιανιά από το πιστολίδι). Περισσότερο όμως κι από την ποσότητα της βίας σοκάρει η εξοικείωση των ηρώων μ’ αυτήν. Κανείς δεν τρομάζει ποτέ. Όλοι τους απλώς αμύνονται ή επιτίθενται κατά περίπτωση και εντελώς ατάραχοι. Η βία φαντάζει σαν κάτι το τόσο τρέχον και αντανακλαστικό που καταντά αδιάφορο για οποιοδήποτε περαιτέρω σχολιασμό. Κάτι απολύτως νορμάλ όσο π.χ. και η ανθρώπινη αναπνοή. Κάτι αναπόφευκτο. Η μόνη λύση.

Η αρχιτεκτονική του νεομπρουταλισμού. Αυτή η εξοικείωση με τη βία γέννησε και το ύφος που ο ίδιος ο Βερχόφεν «θεωρητικοποίησε», εισάγοντας τον όρο: νεομπρουταλισμός.
Τι είναι αυτό; Είναι πολλά πράγματα μαζί, που όλα τους υποστηρίζονται από μια συγκεκριμένη νοοτροπία, την οποία -για να ελαφρύνουμε το ύφος- θα την ορίζαμε σαν το «μπουρλέσκ παραλήρημα του καταστροφολόγου και χοντροκέφαλου μισογύνη μάγκα» και θα την συνοψίζαμε με τα παρακάτω κλισέ: δεν υπάρχει πια ανθρωπιά / η κοινωνία σάπισε / μην εμπιστεύεσαι κανένα / Έρωτας; Ποιος έρωτας; Δεν υπάρχουν τέτοια πράγματα / τι είναι οι γυναίκες; Μουνιά! /
ειδικά τις γυναίκες να μην τις εμπιστεύεσαι ποτέ, γιατί είναι πουτάνες / θα σε φάνε πριν πεις κιχ. Μην τις βλέπεις γλυκές και χαμηλοβλεπούσες / και οι πουστάρες; Άλλοι αυτοί από κεί! Σηκώνουνε και κεφάλι! Βρε ουστ! Στα μπάζα γρήγορα! κ.λπ. Απ’ αυτά προκύπτει το συνθετικό μπρουταλισμός και το ότι σε πολλούς οι ήρωες του Βερχόφεν –καλοί και κακοί- μοιάζουν πάντα από λίγο, έως και πολύ ψυχωτικοί.
Αν στα προηγούμενα προσθέσουμε τη σταθερή πρόθεση του δημιουργού να πλανάται διάχυτο παντού και πάντα ένα δήθεν Καφκικό πεπρωμένο, έχουμε ορίσει και το (κουλτουριάρικο) συνθετικό νέο- και έχουμε ορίσει το πλαίσιο του αλά Βερχόφεν νεομπρουταλισμού. Με βάση τα παραπάνω λοιπόν, θα νόμιζε κανείς ότι το βασικό προφίλ των φαν του είναι ο ψευδο-χουλιγκάνος χεβιμεταλάς που κάνει ντους μόνο μια φορά την εβδομάδα –και ημέρα Σάββατο. Δηλαδή ο αρχισυντηρίλας. Αυτό όμως, θα ήταν ένα εντελώς λανθασμένο συμπέρασμα. Στην πραγματικότητα ο «μπρουταλισμός» του Βερχόφεν είναι τόσο χοντροκομμένος που κανείς δεν μπορεί να τον πάρει στα σοβαρά. Είναι τόσο αδύνατο να καταπιείς την υπερβολή του που την εκλαμβάνεις ως αστείο. Και μάλιστα τόσο αστείο, που να την φέρνεις στον αντίθετο πόλο της: το camp (παίρνοντας και μια μικρή ρεβάνς χάρη στην κομψή αυτή αντιστροφή, για τον αρχικό μικροεκνευρισμό που προκαλεί ο ντουβρουτζάς της μπρουταλιτέ).
Αυτή η τόσο κοντινή συνύπαρξη δύο αντιδιαμετρικά αντίθετων τάσεων είναι που κάνει τον Βερχόφεν τόσο περίεργα διεστραμμένο και εντέλει γοητευτικό.
Και στην «Ολική Επαναφορά» η διττή όψη των πραγμάτων φτάνει πια στο αποκορύφωμα της (και μάλιστα φτάνει σε ένα peak που ο σκηνοθέτης δεν ξεπέρασε έκτοτε). Αν έπρεπε να βρούμε ένα σλόγκαν/σύνθημα/μότο/πες το όπως θες, για να περιγράψουμε το σκηνοθετικό στυλ Βερχόφεν θα λέγαμε : «η αμφιβολία είναι μεταδοτική». Απόδειξη η μαρτυρία της Σάρον Στόουν που είχε διαμαρτυρηθεί στο σκηνοθέτη της κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων της ταινίας, πως δεν ήξερε πια αν ήταν ή όχι παντρεμένη με τον Arnie/Κουέηντ!

Πίσω στο νεολιθικό1990. Θα ήταν λάθος να πούμε ότι όταν γυρίστηκε η ταινία η ψηφιακή τεχνολογία ήταν στα σπάργανα, αλλά, εν πάσει περιπτώσει, τίποτα δεν γινόταν με την ευκολία που γίνεται σήμερα. Τα περισσότερα αντικείμενα (διαστημόπλοια, θόλοι, οχήματα κ.λπ.) κατασκευάζονταν κανονικά και «έπαιζαν» μπροστά στην κινηματογραφική κάμερα που τα τραβούσε. Το ίδιο συνέβη και με τις μάσκες των τερατικών μεταλλαγμένων, που ήταν όλες τους κατασκευασμένες από υπέροχο ατόφιο βινύλιο.
Οι σεκάνς με φόντο τον Πλανήτη Άρη γυρίστηκαν μπροστά σε μπλε οθόνες, οι οποίες αργότερα καλύφθηκαν με εικόνες που τραβήχτηκαν με μακέτες των τοπίων του κόκκινου πλανήτη (οι οποίες κατασκευάστηκαν βάσει πραγματικών δορυφορικών φωτογραφήσεων)
Το πιο προηγμένο ψηφιακό τρικ χρησιμοποιήθηκε στη σκηνή του αεροδρομίου, όπου ο Arnie/Κουέηντ προσπαθεί να αφήσει τη Γη για τον Άρη «μεταμφιεσμένος» σε χοντρή κυρία, που αναχωρεί για δεκαπενθήμερες διαπλανητικές διακοπές.
Η υπέροχη αυτή σεκάνς, όπου η φάτσα της κυρίας ανοίγει σε φέτες και αποκαλύπτεται η φάτσα του Arnie, είναι μία από τις all times classic της ταινίας και εξακολουθεί να εντυπωσιάζει και να δοξάζεται, πέραν του cult που της αποδίδεται, δεδομένου ότι η αξία της βρίσκεται στο χιούμορ και τη σύλληψη της ιδέας.
Κατά τα άλλα, πολλά γυρίσματα έγιναν στο Μεξικό και ένα από τα πιο γνωστά παραλειπόμενα ήταν το ότι όλο το συνεργείο και οι ηθοποιοί (πλην του Schwarzenegger) έπαθαν δηλητηρίαση και δυσεντερία. Σύμφωνα με τις σχετικές αναφορές, ο Βερχόφεν έπαθε τόσο φοβερή αφυδάτωση από τη διάρροια και τους εμετούς, που αναγκάστηκε να πέσει τάβλα στο κρεβάτι. Ωστόσο αρνήθηκε να διακόψει τα γυρίσματα. Ζήτησε να τον πηγαίνουν στα πλατό με φορείο (και καθετήρα), και φώναζε ηρωικά σε όλους γύρω του, πως εφόσον δεν τον έβλεπαν να ξεψυχάει, θα έπρεπε να συνεχίζουν τις δουλειές τους χωρίς να σηκώνουν κεφάλι και κολλημένοι όλοι στα πόστα τους. Εννοείται ότι ο Arnie ήταν αμέτοχος σε όλα αυτά (μια και παρέμενε ανέγγιχτος από το φοβερό ιό) δεδομένου ότι το φαγητό του κατέφθανε καθημερινά από την Καλιφόρνια και το του μαγείρευε ο προσωπικός του σεφ, στην κουζίνα του τροχόσπιτου-καμαρινιού του (έτσι είναι ο μεγάλος σταρ: τρώει πάντα αγνό και καλό φαγάκι).

Υπέροχα τρικ που θα μείνουν αλησμόνητα:
  • Το μπαλάκι-κοριός που βγάζει ο Arnie απ’ το ρουθούνι του.
  • Η βρεγμένη πετσέτα με την οποία τυλίγει στο κεφάλι του για να μην το πιάνει το ο ανιχνευτής του κοριού.
  • Το ρομπότ ταξιτζής σε όλες του τις εμφανίσεις (και ειδικά όταν οδηγεί μ’ ευτυχισμένο ύφος, σφυρίζει και σιγοτραγουδάει τον εθνικό ύμνο της Νορβηγίας)
  • Η μεταλλαγμένη κονσοματρίς με το τριπλό στήθος.
  • Η σκηνή που ο Arnie και το αγαπημένο του μελαχρινάκι βρίσκονται έξω από το θόλο οξυγόνου, στον Άρη και εξαιτίας της αποσυμπίεσης αρχίζουν να πρήζονται, να παραμορφώνονται και να τους πετάγονται τα μάτια έξω. Κάτι που θα ήταν αδύνατον να συμβεί στην πραγματικότητα (το χειρότερο που υπολογίζεται ότι θα μπορούσε να συμβεί στο ανθρώπινο σώμα υπό συνθήκες βίαιης αποσυμπίεσης, θα ήταν να τρέξει λίγο αίμα από τη μύτη -και αν)
Θαυμάσιες ατάκες που πάντα θα αρέσουν :
-Είσαι καλά; Ονειρευόσουν. Ονειρευόσουν τον Άρη; Καημένο μου μωρό! Σου έχει γίνει εμμονή! (Το λέει η Sharon Stone στον Arnie στην αρχή του έργου. Είναι η ατάκα που έτσι απλά, με ένα τίποτα, με καθημερινό μειλίχιο ύφος σε πείθει ότι θα γελάσεις πολύ σ`αυτή την ταινία)
-Ήταν κι εκείνη εκεί; / Ποια; / Η μελαχρινή./ Ο! Μα, Λόρη! Είναι απίστευτο να ζηλεύεις ένα όνειρο! (Κι όμως δεν είναι! «Ζηλεύει» το όνειρο)
-Δε σου δίνω αρκετές πληροφορίες για να σκέφτεσαι (η ατάκα που δίνει τον ορισμό της έννοιας: εκτελεστικό όργανο)
- Θεώρησε το διαζύγιο (το λέει ο Arnie στη Sharon Stone τη στιγμή που της φυτεύει μια σφαίρα στο κούτελο – τελεσίδικα πράγματα)


Γιατί η ταινία ταιριάζει με αυτό το πιάτο

Όσο κι αν ο Βερχόφεν περιποιήθηκε και φρόντισε την ταινία του με στόχο να την κάνει ξεχωριστή και ιδιαίτερη, δεν κατάφερε να την αποχαρακτηρίσει ως «ταινία του Σβαρτσενέγκερ». Όλα του τα σεναριακά και σκηνοθετικά τρικ όλη του η τέχνη γίνονται αξεσουάρ που παρατίθενται ως σπονδές στον απόλυτο –τον ολικό- πατατολουκουμά, τον Arnie! Είναι αυτονόητο λοιπόν, ότι όταν τρώει κανείς ένα -τραγανό απέξω, μαλακό και γλυκό από μέσα- πατατολουκουμά, φτιαγμένο με την αυθεντική πατατοσυνταγή που προσφέρουμε, τρώει τον Σβαρτσενέγκερ -ως θα όφειλε άλλωστε.



Η συνταγή

Υλικά για 4 άτομα
  • ½ κιλό πατάτες
  • 200g αλεύρι
  • 300g ζάχαρη
  • 2 αυγά
  • η φλούδα ενός λεμονιού κομμένη σε πάρα πολύ μικρά κομματάκια
  • 1 σφηνάκι ούζο
  • 1 σφηνάκι τσικουδιά
  • 1 πρέζα αλάτι
  • 1 l ηλιέλαιο
Εκτέλεση
  • Βράζουμε τις πατάτες και τις λιώνουμε με τη μηχανή του πουρέ ή στο μίξερ.
  • Σε ένα μπολ βάζουμε το αλεύρι, το αλάτι και 200 g από τη ζάχαρη.
  • Ανακατεύουμε καλά.
  • Προσθέτουμε τον πουρέ, το ούζο, την τσικουδιά και τα αυγά.
  • Ανακατεύουμε ξανά με ιδιαίτερη επιμέλεια και κέφι μέχρι το μίγμα μας να γίνει εντελώς ομοιογενές και στη συνέχεια το αφήνουμε στο ψυγείο για μισή ώρα.
  • Βάζουμε το λάδι σε ένα τηγάνι (ή στην φριτέζα) και το ζεσταίνουμε καλά
  • Στη συνέχεια φτιάχνουμε μπαλάκια από το μίγμα και τα τηγανίζουμε μέχρι να πάρουνε ένα πολύ ωραίο σκούρο καραμελέ χρώμα.
  • Βγάζοντας του ψημένους πατατολουκουμάδες από το τηγάνι, τους αφήνουμε σε μια πιατέλλα στρωμένη με χαρτί κουζίνας ή χαρτοπετσέτες για να «στραγγίξει» το πολύ λάδι.
  • Στο τέλος τους βάζουμε όλους στο σκεύος με το οποίο θα τους σερβίρουμε και τους πασπαλίζουμε με την υπόλοιπη ζάχαρη.
«Ψιλοδωρήματα» (sic) (βλ. tips)

Η αλήθεια είναι πως χρειαζόμαστε πατάτες και είναι γεγονός ότι θα πρέπει να φτάσουμε στα άκρα για να τις αποκτήσουμε.
Αγοράζουμε αφρολέξ από κάποιο εξειδικευμένο κατάστημα και φτιάχνουμε ώμους, τρικέφαλους, δικέφαλους στήθος και κοιλιακούς/φέτες. Μπορούμε να συμπληρώσουμε και με «σιδηρούς μηρούς», αν και δεν είναι απαραίτητο. Φοράμε το πιο εφαρμοστό πουλόβερ ή μπλουζάκι που διαθέτουμε, ώστε να φαινόμαστε ακόμα πιο φουσκωτοί και να διαγράφεται λεπτομερώς η αφρολεξο-γυμνασμένη κορμοστασιά μας.
Πηγαίνουμε στο γνωστό θλιβερό μανάβη και του παραγγέλνουμε το μισό κιλό πατάτες που χρειαζόμαστε. Έχει ήδη κατατρομάξει, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν θα προσπαθήσει να μας πασάρει ότι πιο σάπιο και ποδοπατημένο έχει στο τριτοκοσμικό μαγαζάκι του. Όπως πάντα βέβαια, εμείς δεν λέμε τίποτα μέχρι να τον δούμε να διπλώνει ύπουλα και βιαστικά τη χαρτοσακκούλα με τις -και καλά- πατάτες του και να αντιληφθούμε ότι διαγράφεται στο βλέμμα του, εκείνη η χαρακτηριστική έκφραση παρανοϊκής ηδονής, το περίφημο «ναι!
Κατάφερα επιτέλους να του φορέσω το δεύτερο πράμα μου!» Τότε ακριβώς -χωρίς να πούμε λέξη- κάνουμε μια απότομη και γρήγορη περιστροφή (με την ταχύτητα του ανέμου) και με ένα χτύπημα του ποδιού ρίχνουμε το σακί με τις πατάτες έτσι ώστε αυτές να κυλήσουν όλες στο πάτωμα. Ταυτόχρονα με μια δυναμική σφαλιαροκατεβασιά του χεριού (μια καρατιά ας πούμε) σχίζουμε τη χαρτοσακκούλα ώστε να πέσουν στο δάπεδο και οι σαπιοπατάτες που θέλει να μας «καθίσει». Φυσικά στη συνέχεια διαλέγουμε ότι καλύτερο βρούμε ανάμεσα στις πατάτες που έχουν πια αραδιαστεί μπροστά μας όπως θα έπρεπε να είχε γίνει από τηναρχή. Τότε μόνο του εξηγούμε ότι «δεν θα μας εμφυτεύσει ότι πατάτα του περάσει απ’ το μυαλό»

Δ Ι Α Γ Ω Ν Ι Σ Μ Ο Σ

Και πάλι ευχαριστούμε για την αθρόα συμμετοχή στον τελευταίο διαγωνισμό !!!!!!! Μας συγχωρείτε για την απουσία όλο το καλοκαίρι. Ελπίζουμε να πετύχουμε την επιθυμητή σταθερότητα της στήλης στο άμεσο μέλλον.

Ας βάλουμε και πάλι μια αρχιπανεύκολη ερωτησούλα: «Ποια είναι η ταινία του Πολ Βερχόφεν, που γυρίστηκε στην Ολλανδία το 1983 και απέσπασε το βραβείο της ειδικής επιτροπής του Φεστιβάλ του Αβοριάζ και η οποία θεωρείται ως εκείνη όπου παρατηρείται η πρώτη τάση για στροφή από τον νατουραλισμό σε αυτό που αργότερα ονομάστηκε νεομπρουταλισμός»

Απαντήστε μέσω της φόρμας που θα βρείτε παρακάτω ή απευθείας με μέηλ στο rocco@cine.gr, αν νομίζετε –όπως μερικοί παραπονιέστε – ότι η φόρμα δεν σας ανταποκρίνεται με εγκαρδιότητα (Μα φόρμα είναι! Πως θέλετε να σας ανταποκριθεί;)


---------------<>-----------------


Στο διαγωνισμό της «Ιδανικής κρέμας» και στην αρχιπανεύκολη ερώτηση «Ποιο είναι το πιο διάσημο μυθιστόρημα του Όσκαρ Γουάιλντ;» η σωστή απάντηση ήταν «Το πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέυ» (που είναι και το μόνο του μυθιστόρημα, όπως πολύ σωστά παρατήρησαν αρκετοί).
Νικήτρια κληρώθηκε η Δήμητρα Τριανταφύλλου που κερδίζει ένα γεύμα για δύο στο εστιατόριο Αλταμίρα του Κολωνακίου. Σ υ γ χ α ρ η τ ή ρ ι α!

Αναμένουμε λοιπόν τις νέες σας συμμετοχές.

Όνομα:

Επίθετο:

Email:

Διευθυνση / Τ.Κ. / Πολη:

Απάντηση:



Αρχή του άρθρου



 
 
Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια. Στείλτε το πρώτο!

Αυτή τη στιγμή δεν είστε συνδεδεμένος. Συνδεθείτε ή κάντε εγγραφή για να σχολιάσετε.