• ΕΠΙ ΤΟΥ ΠΙΕΣΤΗΡΙΟΥ...

  • Αριθμός ταινιών: 22315
  • Αριθμός συν/τών: 759967
  • Πρόγραμμα 300 Κινηματογράφων και 18 τηλεοπτικών σταθμών
Cine Festival


Δευ 09 Φεβ 2015

Μπερλινάλε 2015: Techno-Θρησκεία-Ανορεξία




Βρισκόμαστε στα μισά του φεστιβάλ, με την 5η ημέρα να μας βρίσκει από νωρίς το πρωί στις κατάμεστες αίθουσες να συλλέγουμε ασταμάτητα κινηματογραφικές εμπειρίες. Το "μενού" σήμερα είχε δυο ταινίες που θίγουν ευαίσθητα θρησκευτικά ζητήματα, μια ιστορία ενηλικίωσης που μας παρέσυρε σε ρυθμούς techno καθώς και μια ιδιαίτερη δραμεντί για μια έφηβη που πάσχει από νευρική ανορεξία. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή και για την ακρίβεια από την πρώτη προβολή της ημέρας στις 9 το πρωί, που μας βρήκε στο Berlinale Palast για το The Club του Pablo Larrain. Ποιος είναι αυτός;

Ο χιλιανός σκηνοθέτης και παραγωγός Pablo Larrain είχε μόλις ιδρύσει την εταιρεία παραγωγής "Fabula" όταν πραγματοποίησε το σκηνοθετικό του ντεμπούτο το 2005, με την ταινία "Fuga". Τρία χρόνια μετά παρουσιάζει το Τόνι Μανέρο, κι αμέσως μετά το Post Mortem, με τις υποθέσεις και των δυο ταινιών να διαδραματίζονται με φόντο την δικτατορία του Πινοσέτ. Στο ίδιο πολιτικό φόντο κινήθηκε και η επόμενη ταινία του, με τίτλο No, η οποία απογείωσε την καριέρα του, στέλνοντάς τον στο κόκκινο χαλί των όσκαρ με μία υποψηφιότητα καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας. Η νέα του ταινία που δημιουργήθηκε με απόλυτη μυστικότητα στην Χιλή, έχει τον τίτλο The Club και διαγωνίζεται για την Χρυσή Άρκτο. Αυτή τη φορά ο σκηνοθέτης αφήνει στην άκρη το δραματικό πολιτικό παρελθόν της χώρας του και αλλάζει εντελώς ρότα, στρέφοντας αυτή τη φορά την κάμερά του σε ευαίσθητα θρησκευτικά μονοπάτια. Η ιστορία θέλει μια ομάδα ιερέων διαφόρων ηλικιών, να ζουν κάτω από το άγρυπνο μάτι της αδερφής Μόνικα σε ένα παραλιακό σπίτι. Τις ώρες που δεν προσεύχονται ζητώντας εξιλέωση για τις αμαρτίες τους, εκπαιδεύουν τον σκύλο τους για τον επόμενο αγώνα ταχύτητας. Την ηρεμία τους θα διακόψει ένας ιερέας που καταφθάνει στο σπίτι, φέρνοντας μαζί του το "ενοχλητικό" παρελθόν του. Ένα τραγικό γεγονός θα περιπλέξει περισσότερο τα πράγματα, ταράσσοντας τις ισορροπίες μιας άλλοτε ήρεμης κοινότητας.

Η καθολική εκκλησία μπαίνει στο στόχαστρο, με τον σκηνοθέτη να την καταγγέλλει ανοιχτά για υποκρισία και διαφορετική προσέγγιση της έννοιας της δικαιοσύνης, προσαρμοσμένη στους δικούς της κανόνες. Με την υπόθεση να μην ορίζεται χρονικά - μόνο η παρουσία ενός αυτοκινήτου θα μπορούσε να την εντάξει σε ένα λιγότερο αόριστο πλαίσιο - το τελικό αποτέλεσμα λειτουργεί σαν μια αιρετική παραβολή, που στόχο έχει να ταράξει τους κύκλους της καθολικής εκκλησίας αναδεικνύοντας τα αγκάθια της. Με την ροή να κυλάει αβίαστα και το μαύρο χιούμορ να εμφανίζεται σε απροσδόκητες στιγμές, οδηγούμαστε σε ένα μοναδικό κρεσέντο, απολύτως συγχρονισμένο με τις προθέσεις του δημιουργού, που είχε το θάρρος να ασχοληθεί με ένα τόσο ευαίσθητο ζήτημα.

Στη συνέντευξη τύπου που ακολούθησε ο σκηνοθέτης δήλωσε ότι ο λόγος που τον οδήγησε να κάνει αυτή την ταινία είναι το παρελθόν του, καθώς φοίτησε σε καθολικό σχολείο και γνώρισε τρεις τύπους ιερέων: μια μερίδα αξιοσέβαστων ανθρώπων που αποφάσισαν συνειδητά να ακολουθήσουν το μονοπάτι του Θεού, ιερέων που καταδικάστηκαν για σοβαρά αδικήματα και βρίσκονται πλέον στην φυλακή και κάποιων άλλων που ξαφνικά εξαφανίστηκαν και κανείς δεν ξέρει τι απέγιναν. Μετά από έρευνες αποκαλύφθηκε ότι οι ιερείς της τρίτης κατηγορίας, απομακρύνθηκαν έπειτα από εντολή της καθολικής εκκλησίας, στην προσπάθειά της να προστατέψει τη φήμη της. Έτσι δημιουργήθηκε η αρχική ιδέα ενός κλαμπ εξαφανισμένων ιερέων.

Το πιο συναρπαστικό σ’ αυτή την ταινία είναι η διαπίστωση ότι η εκκλησία δεν πιστεύει και δεν υπακούει στην αστική δικαιοσύνη, προσθέτει. Οι ιερείς της ιστορίας μας έχουν κριθεί ένοχοι με τις αμαρτίες τους απέναντι στον Θεό και τιμωρούνται με βάση τους κανόνες της εκκλησίας, η οποία φοβάται πολύ την λαϊκή ετυμηγορία. Θα μπορούσαμε να μιλάμε για ώρες γι` αυτή την ταινία που έχει εξασφαλίσει διανομή στις ελληνικές αίθουσες, αλλά δεν θα το κάνουμε γιατί δεν δεν θέλουμε να αποκαλύψουμε περισσότερες λεπτομέρειες για την πλοκή της.

Η μέρα μας συνεχίζεται με θρησκευτικές αναζητήσεις και το I Am Michael από το τμήμα του Πανοράματος. Η πρώτη σκηνοθετική δουλειά του Τζάστιν Κέλι είναι μια εκ των έσω προσέγγιση της αληθινής ιστορίας του Μάικλ Γκλάτζε που στο Σαν Φρανσίσκο του 1998, υπήρξε διάσημος ως γκέι ακτιβιστής, παθιασμένος με το να υποστηρίζει τα δικαιώματα των νεαρών ομοφυλόφιλων, αντρών και γυναικών. Στην πορεία αποφάσισε να εκδώσει ένα δικό του περιοδικό αλλά δίχως να είναι ικανοποιημένος από την πορεία της ζωής του, αποφασίζει να αφήσει πίσω φίλους και οικογένεια, για να ακολουθήσει τον δρόμο του χριστιανισμού.

Η ταινία που βασίζεται στο άρθρο του Benoit Denizet-Lewis με τον τίτλο "My Ex-Gay Friend" το οποίο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό New York Times Magazine, είναι η ρεαλιστική αποτύπωση μιας πραγματικότητας, που μέσα στην αντιφατικότητά της τείνει να εξελιχθεί σε μια ιστορία που δεν είναι εν τέλει τόσο ασυνήθιστη αφού, ειδικά στην Αμερική οι άνθρωποι στέφονται προς την εκκλησία και τα πιστεύω της με μεγάλη ευκολία. Παρόλα αυτά ο Κέλι αναγνωρίζει την διαφορετικότητα της περίπτωσης του Γκλάτζε και καταγράφει το χρονικό των ριζικών αλλαγών που βίωσε στην ζωή του, δίνοντας παραπάνω έμφαση στις διακυμάνσεις της ψυχολογίας του, πριν καταλήξει στην ολοκληρωτική αποστροφή από το παρελθόν του. Ο φακός του Κέλι δεν έχει στόχο να φωτίσει επικριτικά τις επιλογές που έκανε ο Γκλέτζε, παρόλα αυτά μας αφήνει, εσκεμμένα, την απορία για το εάν τελικά ο εν λόγω άνθρωπος διακατέχεται από η ωριμότητα που απαιτείται προκειμένου να καθοδηγήσει και να συμβουλέψει εκείνους που ζητούν την βοήθειά του. Οι Τζέιμς Φράνκο και Ζάκαρι Κουίντο συγχρονίζονται σταθερά στους ρόλους του Γκλάτζε και του, τότε συντρόφου τού, Μπένετ, διαχέοντας στην ατμόσφαιρα μπόλικη από την μποέμ διάθεση της περιόδου εκείνης.

Να αναφέρουμε πως στην παραγωγή εκτός των άλλων συναντάμε τον πρωταγωνιστή Τζέιμς Φράνκο, τον Γκας Βαν Σαντ και τον αρθρογράφο Benoit Denizet-Lewis. Στην συνέντευξη τύπου παρευρέθηκαν ο σκηνοθέτης Τζάστιν Κέλι, ο πρωταγωνιστής Τζέιμς Φράνκο και η παραγωγός Lauren Selig.

Ο Φράνκο δήλωσε πως ο Γκας Βαν Σαντ του έστειλε μήνυμα με το σχετικό άρθρο του Benoit Denizet-Lewis, το οποίο βρήκε πολύ ασυνήθιστο και ενώ αρχικά δεν μπορούσε να το σκεφτεί σε ταινία, η εμπιστοσύνη που του έχει, τον οδήγησε στο να δεχτεί να συνεχίσει στο συγκεκριμένο πρότζεκτ. Σχετικά με την έρευνα που έκανε για τον χαρακτήρα δήλωσε πως επειδή πρόκειται για ένα πραγματικό πρόσωπο, ακολούθησε την ίδια τακτική που έχει και για τους άλλους πραγματικούς χαρακτήρες η οποία έχει να κάνει με την εξερεύνηση της δημόσιας εικόνας τους που είναι και πιο οικεία στο ευρύτερο κοινό. Συμπλήρωσε πως έκανε αρκετή δουλειά στον να βρει τον τρόπο να παρουσιάσει αυτόν τον χαρακτήρα έχοντας ως βάση το να μην είναι καθόλου επικριτικός απέναντί του.

Ο σκηνοθέτης δήλωσε πως ερεύνησε αρκετά χρόνια το συγκεκριμένο θέμα και πέρασε αρκετό χρόνο με τους αληθινά πρόσωπα της υπόθεσης, πριν καταλήξει στο συμπέρασμα πως πρόκειται για μια αρκετά πιο πολύπλοκη υπόθεση και όχι για ένα γεγονός που συνέβη ξαφνικά από τη μια μέρα στην άλλη. Πρόσθεσε πως ο ίδιος ο Μάικλ Γκλάτζε είναι κατά ενθουσιασμένος με την ταινία την οποία παρακολούθησε στο φεστιβάλ του Σαντανς.

Αρκετά όμως ασχοληθήκαμε με την θρησκεία κι αλλάξαμε διάθεση, με το As we were dreaming του Andreas Dresen που μας παρέσυρε σε ρυθμούς techno μουσικής. Το όνομα του σκηνοθέτη δεν είναι καθόλου άγνωστο, τουλάχιστον στους πιστούς οπαδούς του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, το οποίο το 2012 πραγματοποίησε αφιέρωμα στον γερμανό σκηνοθέτη προβάλλοντας τις πιο χαρακτηριστικές στιγμές της φιλμογραφίας του. Ο Dresen, τιμήθηκε με το βραβείο "Ένα κάποιο Βλέμμα" στο φεστιβάλ των Καννών το 2011 για το Στα Μισά του Δρόμου, ενώ μετράει ήδη μια αργυρή άρκτο για το Μικρά Ψέματα, Μεγάλες Απιστίες (2002). Σήμερα επιστρέφει στο διαγωνιστικό της Μπερλινάλε με το As We Were Dreaming, το οποίο μας ταξιδεύει στα προάστια της Λειψίας, λίγα χρόνια μετά την πτώση του Τείχους. Τέσσερις φίλοι και σύντροφοι, o Rico, o Daniel, o Paul και ο Mark νιώθουν πλέον εγκλωβισμένοι στη δίνη μιας νέας τάξης πραγμάτων. Οι κανόνες με τους οποίους μεγάλωσαν δεν έχουν καμία αξία πλέον, κάτι που γι`αυτούς δεν είναι εύκολα διαχειρίσιμο. Ως νέοι που αναζητούν την επανάστασή τους, ιδίως σε μια δύσκολη μεταβατική περίοδο, οδηγούνται σε βραδινές κραιπάλες, κλέβουν αυτοκίνητα και πειραματίζονται με τα ναρκωτικά. Αποφασίζουν να ανοίξουν ένα υπόγειο κλαμπ που σύντομα θα καθιερωθεί ως τόπος συνάντησης για τους λάτρεις της techno μουσικής, μια εποχή που το μέλλον τους μοιάζει ελπιδοφόρο. Ο Andreas Dresen μαζί με τον σεναριογράφο Wolfgang Kohlhaase μεταφέρουν συμπυκνωμένα το πολυβραβευμένο μυθιστόρημα του Clemens Meyer, δημιουργώντας μια γλυκόπικρη ιστορία για την φιλία και την προδοσία, την ελπίδα και την ψευδαίσθηση, την βιαιότητα και την τρυφερότητα. Μια ιστορία ενηλικίωσης με φόντο το τέλος μιας εποχής, όπου η ελπίδα για μια καλύτερη ζωή να διασταυρώνεται με τα νεανικά όνειρα και η επαναστατική φύση της ευαίσθητης αυτής ηλικίας συναντά ένα σπουδαίο κομβικό γεγονός της ιστορίας. Ο Dresen, έχοντας στα χέρια του μια δυνατή ερμηνευτική ομάδα κι ένα δεμένο σενάριο, παραδίδει με τη μορφή flash back στιγμές μιας εφηβείας που αναβλύζουν από ενέργεια, ρυθμό και νοσταλγία.

Στη συνέχεια ακολούθησε η δημοσιογραφική προβολή ακόμα μιας ταινίας του διαγωνιστικού, το πολωνικό Body της Malgorzata Szumowska. Η σκηνοθέτις, από το 2000 που πραγματοποίησε το σκηνοθετικό της ντεμπούτο με το «Ένας Ευτυχισμένος Άνθρωπος», φιλοξενήθηκε στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, αποσπώντας μάλιστα βραβείο καλλιτεχνικού επιτεύγματος. Το 2008 κέρδισε την Αργυρή Λεοπάρδαλη στο φεστιβάλ του Λοκάρνο με το «33 Σκηνές από τη Ζωή», ενώ δεν είναι άγνωστη στην Μπερλινάλε, όπου έχει συμπεριληφθεί στο διαγωνιστικό τμήμα το 2013 με το «Εις το Όνομα του Αδάμ» με το οποίο κέρδισε βραβείο Teddy και δυο φορές στο πρόγραμμα του Πανοράματος με τα «Stranger» και «Elles».

Το Body, ακολουθεί έναν ιατροδικαστή και την κόρη του, στην προσπάθειά τους να διαχειριστούν τον χαμό της συζύγου και μητέρας. Ο Γιάνους δεν είναι από αυτούς που σοκάρονται εύκολα εξαιτίας του επαγγέλματός του, έχοντας όμως απέναντί του την ανορεξική κόρη του, Όλγα, η οποία ακόμα θρηνεί τον χαμό της μητέρας της, νιώθει αδύναμος. Αποφασίζει λοιπόν, να την βάλει σε μια κλινική, όπου εργάζεται η Άννα, μια ψυχολόγος με ιδιαίτερες τακτικές. Με έντονα στοιχεία μιας μαύρης κωμωδίας η Szumowska παρουσιάζει μια τρυφερή ιστορία γύρω από την λάθος διαχείριση μιας απώλειας, που κάποιες φορές οδηγεί σε σκοτεινά μονοπάτια όπως αυτά του αυτοτραυματισμού ή ακόμα και της μεταφυσικής.

Τελευταία στάση για σήμερα, η συνέντευξη τύπου της ταινίας Woman in Gold, την οποίας η προβολή πραγματοποιήθηκε χτες το βράδυ. Ο Σάιμον Κέρτις δημιουργός του Επτά Μέρες με τη Μέριλιν ασχολείται ξανά με ένα θρυλικό πρόσωπο: αυτή τη φορά με την Μαρία Άλτμαν την γηραιά Εβραία γυναίκα η οποία πενήντα χρόνια μετά την φυγή της από τη Βιέννη, θα διεκδικήσει από την κυβέρνηση της Αυστρίας αυτό που πάντα θεωρούσε δικό της: πίνακες του Γκουστάβ Κλιμτ, που είχαν κλαπεί από την οικογένειά της κατά τη διάρκεια του Β` Παγκοσμίου Πολέμου.



Έχοντας στον πρωταγωνιστικό ρόλο την χαμαιλεοντική Έλεν Μίρεν , ο Κέρτις ακολουθεί τον νομικό αλλά και ψυχολογικό αγώνα της Άλτμαν και του δικηγόρου της ενάντια στην απληστία και την ματαιοδοξία των Αυστριακών που αγνοώντας την αλήθεια, προσπάθησαν να καπηλευτούν όσα δικαιωματικά ανήκαν στην οικογένειά της. Ο Κέρτις μας μεταφέρει αρμονικά μιά στο παρελθόν της οικογένειας, μιά στον αγώνα της Μαρίας Άλτμαν για την διεκδίκησης των έργων τέχνης, καταθέτοντας το χρονικό μια ιστορίας που έπρεπε κάποτε να ειπωθεί. Η ταινία πατάει αρκετά στις ερμηνείες κυρίως της Έλεν Μίρεν , χωρίς αυτό να σημαίνει πως ο Ράιαν Ρέινολτς δεν ανταποκρίνεται επαρκώς στον ρόλο του αστού δικηγόρου που βρίσκει την αυτοπεποίθησή του μέσα από μια σπουδαία υπόθεση.

Τα φλας των δημοσιογράφων άστραψαν στην θέα της Έλεν Μίρεν, που φορώντας μία υπέροχη σμαραγδί τουαλέτα δικαίωσε για μια ακόμη φορά τον τίτλο της πιο καλοντυμένης ηθοποιού. Στο πάνελ παρευρέθηκαν και οι Σάιμον Κέρτις Ράιαν Ρέινολτς, Ντάνιελ Μρουλ και ο Μαξ Αιρονς ενώ εμφάνιση της τελευταίας στιγμής έκανε ο παραγωγός της ταινίας Χάρβει Γουάινσταιν.

Στην σχετικά σύντομη συνέντευξη τύπου, ο σκηνοθέτης μίλησε με τα καλύτερα λόγια για την φιλοξενία που δέχτηκαν κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων από την Αυστρία και πως είναι μια πανέμορφη και φωτογενής χώρα όπου μπορεί να στηθεί το καλύτερο σκηνικό μιας ταινίας. Για την ταινία δήλωσε πως στόχος της είναι η απόδοση της δικαιοσύνης αλλά και να καταφέρει να βγάλει στην επιφάνεια όλο το συναισθηματικό υπόβαθρο της υπόθεσης. Σε γενικές γραμμές αυτή η ταινία ήταν μια εύκολη υπόθεση γι αυτόν αφού είχε πλάι του τους καλύτερους συνεργάτες. Η Έλεν Μίρεν δήλωσε πως έκανε ό,τι καλύτερο μπορούσε προκειμένου να ειπωθεί η ιστορία της Άλτμαν γιατί είναι κάτι που της αξίζει, ενώ σε ερώτηση δημοσιογράφου, για το εάν έχει κανόνες στην δουλειά της, δήλωσε πως παλαιότερα είχε έναν ο οποίος πλέον δεν ισχύει και αυτός είναι να μην υποδύεται πραγματικούς χαρακτήρες.

Ο Ράιαν Ρέινολτς σχολίασε με χιούμορ την δήλωση δημοσιογράφου για το ότι επιστρέφει μετά από τους υπερ ήρωες, σε έναν καθημερινό ήρωα και αστειεύτηκε με τον Χάρβει Γουάινσταιν λέγοντας πως όταν ήθελε να του πει για τον ρόλο, τον πήρε μια μέρα τηλέφωνο και του είπε πως σήμερα είναι η τυχερή του μέρα.

Τρίτη αύριο και η μέρα ξεκινάει με το ρώσικο Under Electric Clouds από το Διαγωνιστικό τμήμα, ενώ κοσμοσυρροή αναμένεται έξω από την αίθουσα για το Everything will be fine του Βίμ Βέντερς οπότε μαντέψτε ποιον θα δούμε αύριο στην συνέντευξη τύπου που ακολουθεί: για τρίτη φορά... τον Τζέιμς Φράνκο! Η μέρα θα συνεχιστεί με το Petting Zoo από το τμήμα του Πανοράματος ενώ το καστ της ταινίας Selma θα πάρει θέσεις μπροστά από τα μικρόφωνα για την προγραμματισμένη συνέντευξη τύπου.



φωτογραφίες συνεντεύξεων τύπου: Νάνσυ Μιχαηλίδου


--------
Διαβάστε επίσης:
Οδηγός για την 65η Μπερλινάλε


 
 
Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια. Στείλτε το πρώτο!

Αυτή τη στιγμή δεν είστε συνδεδεμένος. Συνδεθείτε ή κάντε εγγραφή για να σχολιάσετε.