Λίγους μήνες μετά τον ταμείο-θραύστη Αρχοντα των Δαχτυλιδιων, άλλο ένα δαχτυλίδι κάνει την εισβολή του στις αίθουσες. Αν και το The Ring λίγη σχέση έχει με το δαχτυλίδι του προαναφερθέντος έπους (πέρα από το γεγονός ότι όποιος συσχετιστεί μαζί του είναι εξίσου καταδικασμένος), φιλοδοξεί και αυτό να υπερκεράσει την ιστορία ενός προκατόχου. Στην περίπτωση του Αρχοντα προκάτοχος είναι ένα βιβλίο, στην περίπτωση του το The Ring προκάτοχος είναι η γιαπωνέζικη ομότιτλη ταινία, της οποίας αποτελεί remake.
Είθισται τα remake να είναι άκρως απογοητευτικά, κυρίως όταν οι πρώτες ταινίες δεν χρίζουν επανεκτέλεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, παρά την τεράστια επιτυχία που είχε το Ringu στην ιαπωνική αγορά, δεν κατάφερε να φύγει από τα σύνορά της σε μορφή φιλμ, παρά μόνο ως βιντεοταινία. Φυσικά, οι Αμερικανοί παραγωγοί δεν θα άφηναν μια τέτοια ευκαιρία ανεκμετάλλευτη -φημολογείται μάλιστα ότι έβαλαν και αυτοί το χεράκι τους για να περάσει η αρχική ταινία κατευθείαν στο βίντεο. Όταν λοιπόν ανακοινώθηκε ότι θα γυριζόταν το αμερικανικό remake, οι οπαδοί του πρωτότυπου εξαγριώθηκαν. Πώς θα μπορούσε το Hollywood να αποτυπώσει ξανά σε φιλμ τη φρίκη και την αυθεντικότητα του μνημειώδους πρωτότυπου; Δεν ξέρω πώς τα κατάφεραν, αλλά έκαναν αρκετά καλή δουλειά.
Ο Gore Verbinski ήταν ο άνθρωπος που ανέλαβε το δύσκολο έργο της μεταφοράς και με τον σεναριογράφο Ehren Kruger (καμία σχέση με τον Φρέντυ) στο πλευρό του, αποφάσισαν να ακολουθήσουν πιστά σε πολύ μεγάλο βαθμό την πρώτη εκτέλεση, ποντάροντας στη δύναμη που κουβαλούσε μέσα του το πρωτότυπο. Ο Verbinski, μετά από το παιδικό Mousehunt, κάνει στροφή 180 μοιρών και έρχεται καλά διαβασμένος στο The Ring. Ξέρει καλά πώς να δημιουργήσει το τέλειο «μπού!». Οι υποβλητική μουσική, οι απότομες κινήσεις, οι δυνατοί θόρυβοι, είναι όλα εδώ και ο Verbinski τα χρησιμοποιεί με αρκετή τέχνη ώστε να τρομάξουν ακόμη και οι βετεράνοι φίλοι των θρίλερ, ενώ τα μουντά, γκρίζα χρώματα που χρησιμοποιεί προσθέτουν στην ατμοσφαιρικότητα. Μοναδικές ατυχείς επιλογές του η αλλαγή που κάνει στην στοιχειωμένη κασέτα -το αβαν-γκαρντ υλικό του Ringu είναι σαφώς αποτελεσματικότερο όντας πιο πρωτόγονο και τρομακτικό- και στην ίσως πιο τρομακτική σκηνή της ταινίας -αυτή του θανάτου του συντρόφου της δημοσιογράφου- γεγονός που δεν οφείλεται μόνο στον Verbinski, που επιλέγει να την κάνει λίγο πιο φωτεινή απ’ όσο χρειάζεται, αλλά και στον Martin Henderson, που γενικότερα δεν πείθει... Αλλά με τις ερμηνείες θα ασχοληθούμε λίγο παρακάτω.
Αυτός που μας τα κάνει θάλασσα είναι ο Ehren Kruger, ο οποίος δοκιμάζει λίγη κοπτοραπτική στο αρχικό σενάριο, με το τελικό αποτέλεσμα να αδικεί τόσο το πρωτότυπο, όσο και την εξαιρετική δουλειά που έκανε ο Verbinski. Ο Kruger επιλέγει να δώσει λίγο περισσότερο χώρο στους διάφορους ήρωες της ιστορίας και αρκετά λιγότερο στη σύνδεση των γεγονότων με το παρελθόν, αφαιρώντας από την εσωτερική συνοχή. Το σενάριο μένει μετέωρο, με πολλά βασικά ερωτήματα να μένουν αναπάντητα, καταστρέφοντας έτσι την αξιοπιστία αλλά και την ουσία της ταινίας. Το αντί-μιντιακό μήνυμα του Ringu δεν φαίνεται να περνάει στο The Ring και μαζί του χάνονται και οι πειστικές εξηγήσεις για το παρελθόν της μικρής και την προέλευση των δυνάμεών της. Αντίθετα, ο Ehren Kruger αποφασίζει να προσθέσει μια ιστορία για τα άλογα της περιοχής, η οποία ουσιαστικά είναι πολύ απλά εκτός θέματος. Το ίδιο φυσικά συμβαίνει και με το μικρό γιο της δημοσιογράφου, οι δυνάμεις του οποίου επίσης μένουν εντελώς ανεξήγητες, εν αντιθέσει με το Ringu. Αφήνει λοιπόν όλα αυτά τα ανεξήγητα και φτάνει στο τέλος για να αρχίσει να εξηγεί και να εξηγεί και να εξηγεί, μέχρι που τελικά προτιμάς να τα αφήσεις ως έχουν, παρά να δεις άλλο ένα κουραστικό flashback.
Περνώντας τώρα στις ερμηνείες, να σταθούμε στη μαγευτική Naomi Watts (μοιάζει πολύ με τη φίλης της τη Nicole στο ξανθό της, ή μου φαίνεται εμένα;), η οποία δίνει μια σαφώς καλύτερη, πιο συγκρατημένη και πειστική ερμηνεία από την ενοχλητική Nanako Matsushima του Ringu, αν και μερικές φορές κι αυτή υπερβάλει λίγο. Πραγματικά υπέροχος ο Brian Cox στο μικρό ανατριχιαστικό του πέρασμα –εμφανίστηκε σε δύο σκηνές, αλλά έκλεψε όλη την παράσταση! Δυστυχώς οι άλλοι δυο βασικοί πρωταγωνιστές δεν κινούνται στα ίδια επίπεδα. Ο Martin Henderson δίνει τον ορισμό στη λέξη “αμερικανάκι” με το μπλαζέ υφάκι του αφελή γόη που φορά και δεν πείθει καθόλου στο ρόλο του. Η σύγκριση με τον Katsumi Muramatsu στον αντίστοιχο ρόλο του Ringu περιττεύει, ενώ ο μικρός David Dorfman, παίζει τον μικρό γιο της δημοσιογράφου, περιφερόμενος στο πλατό σαν απομίμηση του Haley Joel “I-see-dead-people” Osment.
Το The Ring καταφέρνει να κρατήσει τα βασικά χαρακτηριστικά που κάνουν το Ringu μια τόσο απολαυστική ταινία, αλλά χάνει την ουσία. Μπορεί να μην είναι τόσο αξιόλογο όσο το Ringu, αλλά είναι μια πάρα πολύ καλή προσπάθεια, σίγουρα ένα από τα καλύτερα θρίλερ της φετινής χρονιάς.
Μιλώντας με όρους ποδοσφαιρικούς, θα λέγαμε:
The Ring vs. Ringu, σημειώσατε 2 (με πέναλτι στις καθυστερήσεις!)
|