• ΕΠΙ ΤΟΥ ΠΙΕΣΤΗΡΙΟΥ...

  • Αριθμός ταινιών: 21907
  • Αριθμός συν/τών: 756643
  • Πρόγραμμα 321 Κινηματογράφων και 18 τηλεοπτικών σταθμών
Η ερώτηση της εβδομάδας












Cineντευξη


Πεμ 06 Φεβ 2003

Νικος Νικολαϊδης - Ο σκηνοθέτης ενός «Χαμένου»




Βασίλης Σωτηρόπουλος: Σας ευχαριστώ που δεχτήκατε την πρόταση για αυτή τη συζήτηση για το www.cine.gr. Είδα ότι έχετε και ένα πολύ ωραίο site για την ταινία, το www.xamenos.gr. Ποια η σχέση σας με το Internet;

Νίκος Νικολαϊδης: Είμαι fan του internet. Το site το κάναμε λίγο γρήγορα, μπορούσαμε να το κάνουμε και καλύτερο. Το internet είναι η «λεωφόρος των σκουπιδιών και η λεωφόρος των διαμαντιών», είναι ανάλογα πως θα το ψάξεις, και που θα πέσεις. Αλλά, το θεωρώ εξαιρετικά σημαντικό. Να δούμε, πότε θα καταφέρουν να το ελέγξουν κι αυτό ή θα το ξεφτιλίσουν… Δύσκολα θα το πειράξουν. Κάποτε, είχα μία τεχνοφοβία, εγώ δεν έβαζα ούτε κασετόφωνο μπροστά μου κάποτε…. Και, κάποια στιγμή, αποφάσισα να τις ξεπεράσω κάποιες τέτοιες φοβίες. Από νωρίς, αποφάσισα ότι πρέπει να το εκμεταλλευτώ και να μην το αφήσω να με «εκμεταλλευτεί». Έχει αποδειχτεί ότι ο κομπιούτερ, πολλές φορές, σου τρώει περισσότερη ώρα, απ’ ότι αν έκανες μια δουλειά με το χέρι. Χρησιμοποιώ το 20% των δυνατοτήτων ενός προσωπικού υπολογιστή. Στη συγγραφή των σεναρίων και των βιβλίων μου είχα μια απόδοση της δουλειά μου, σαν ποσότητα: ένα 50% και σαν ποιότητα : ένα 30%.

B.Σ. Σήμερα πρέπει να λέμε συγχαρητήρια για το αυτονόητο, για το ότι κάνατε την ταινία σας σε φιλμ. Όλοι έχουν πάρει ένα dv (digital video) και γυρίζουν τις ταινίες τους με αυτό.

Ν.N.: Δεν τους κατηγορώ, πρέπει να το κάνουν, διότι τους έχουν στριμώξει τόσο άγρια στον τοίχο και πρέπει να βρουν οι άνθρωποι ένα τρόπο να μιλήσουν. Καταφεύγουν σε αυτό το «αντάρτικο» σινεμά. Το dv έχει ορισμένες δυνατότητες, αλλά έχει και μερικές αδυναμίες. Η ανάλυσή του είναι πάρα πολύ χαμηλή. Το οποίο σημαίνει, ότι γενικό πλάνο, με άνθρωπο μέσα, δεν «περνάει». Πάντως, όλες οι ταινίες του Κασσαβέτη, π.χ., είχαν μια αίσθηση dv! Για να το κάνεις όμως αυτό, να γυρίσεις σε dv, πρέπει να δεχτείς όλες τις συμβάσεις του dv. Δηλαδή, πρέπει να «ξεχάσεις» βάθος πεδίου, έξτρα ατμοσφαιρικούς φωτισμούς κλπ. Μου είναι πολύ δύσκολο να τα «ξεχάσω» αυτά, γιατί, σαν κινηματογραφιστής της παλιάς γενιάς, ξέρω ότι το σινεμά, πάνω απ’ όλα, είναι εικόνα. Πρέπει η εικόνα, πριν μιλήσει ο ηθοποιός, να σε έχει υποβάλει. Πρέπει ο λόγος να βοηθάει το κάδρο, όχι το ανάποδο. Αλλά, υπάρχουν πολλά «βρώμικα» θέματα που επιβάλλουν να τα γυρίσεις σε dv. Aν μου έρθει ένα τέτοιο θέμα, φυσικά και θα το γυρίσω σε dv. Aυτή τη στιγμή, όλος ο ευρωπαϊκός κινηματογράφος -που δεν έχει κατεβάσει τα βρακιά του στους Αμερικάνους- βρίσκεται στη γωνία, στριμωγμένος. Κάπως πρέπει να μιλήσει.



Β.Σ. Η δυνατότητα να κυκλοφορήσουν πάλι οι παλιές σας ταινίες σε dvd, π.χ. η Γλυκια Συμμορια, με σκηνές οι οποίες είχαν κοπεί τότε, σας εξιτάρει;

Ν.N.: Δεν μου αρέσει αυτό. Μου θυμίζει λίγο… επετηρίδα. Ξέρεις, «τώρα τακτοποιηθήκαμε και τα βγάζουμε μαζί». Μου έχουν ζητήσει να τις βγάλω, αλλά έχω αρνηθεί. Έχω φυλάξει, όμως, κάποια κομμάτια, που ελπίζω να υπάρχουν κάπου. Ήταν μονταρισμένες σκηνές, ολόκληρες. Από την τελευταία ταινία (σ.σ. Ο Χαμενος τα παιρνει ολα), η οποία θα βγει σε dvd, υπάρχουν 40’ μονταρισμένης ταινίας που δεν μπήκε. Στο dvd θα υπάρχουν αυτές οι κομμένες σκηνές, σε ένα ειδικό section. Δεν είναι χύμα πραγματάκια, είναι τελικό υλικό, βαρβάτες σκηνές. Κόπηκαν γιατί η ταινία έβγαινε 2 ώρες και 47 λεπτά και δεν θα την έπαιζε κανένας.

Β.Σ. Είναι συμβιβασμός αυτό;

Ν.N.: Ναι. Κάποιες σκηνές έπρεπε να βγουν γιατί ήταν λάθος από μένα. Καθίσαμε με τους συνεργάτες μου και τα είδαμε και είπαμε τι θα μπορούσε να βγει από την ταινία, χωρίς να την πειράξει. Και αποφασίσαμε, δύο μεγάλες σκηνές να τις βγάλουμε. Θα μου πεις, γιατί τις γυρίσαμε; Έπρεπε να γυριστούν! Γιατί αν δεν γυρίζονταν θα μου έμεναν πάντοτε στο μυαλό, ότι δεν τις έκανα. Επίσης, υπήρχαν δύο σκηνές που δεν με ικανοποιούσαν εμένα. Υπήρχε, επίσης μία σκηνή, πολύ σημαντική, την οποία αναγκάστηκα επίσης να βγάλω. Είναι μια σκηνή που ο μικρός, πριν ξεκινήσουν να κάνουν την ανταλλαγή των ψεύτικων ναρκωτικών με τα χρήματα.-αυτοί είχαν κρατήσει, βέβαια, τα ναρκωτικά για να τα εκμεταλλευτούν, κάπως, μετα- πάει και ρίχνει το δικό του μερίδιο στην τουαλέτα. Όπου, μπαίνει μέσα ο Αγγελακας και τον βλέπει και του λέει, πότε θα σταματήσει αυτή η επίδειξη, το «μεγαλείο αυτής της κίνησης;» και ο άλλος λέει: «εγώ πετάω το μερίδιο μου, το δικό σου κάν’ το ό,τι θέλεις». Και του πετάει ένα σουγιά που έχει ο μικρός και σκίζει τα φακελάκια και του λέει: «κάτσε να πετάξω κι εγώ κανένα να το ευχαριστηθώ». Την ώρα που τα πετάει λέει: «Αν μας πάρουν είδηση στην πλατεία ότι κάνουμε αυτό το πράγμα, θα μας κρεμάσουν ανάποδα». Μετά λέει πως θα μαστουρώσουν οι αρουραίοι και θα βγουν και θα φάνε τους μικροαστούς και τον πιάνει ένα ντελίριο εκεί και μετά ακούει τον άλλο να γελάει. Του λέει: «γιατί γελάς;» Κι ο μικρός του λέει: «γιατί έχεις αρχίσει να πετάς και το δικό σου μερίδιο!»



Β.Σ. Aυτό κάνει και στο τέλος της ταινίας.

Ν.N.: Στο τέλος της ταινίας τα πετάει. «Λούζεται» όλο αυτό το πράγμα. Σημαίνει ότι κάτι τελείωσε. Όλο αυτό το κόλπο ήταν γιατί ήταν μαζί με το μικρό, γιατί ήταν μαζί με τα άλλα κορίτσια. Θα πήγαινε παρέα, «πακέτο». Από την στιγμή που δεν υπάρχουν αυτοί, δεν υπάρχει κανένας λόγος να υπάρχει κι αυτό το πράγμα.

Β.Σ. Πείτε μου για τον τίτλο της ταινίας. Οι τίτλοι σας πολύ συχνά έχουν γίνει σύνθημα, graffiti κλπ. Τα Κουρελια τραγουδανε ακομα, Γλυκια Συμμορια έγιναν και πάλι φράση-σύνθημα τον τελευταίο καιρό. Ο Ο Χαμενος τα παιρνει ολα είναι η τρίτη περίπτωση ταινίας με τίτλο-σύνθημα. Υπάρχει σε τοίχους στα Εξάρχεια. Συνδυάζονται αυτές οι τρεις ταινίες. Μπορεί να τις δει κανείς σαν τριλογία.

Ν.N.: Είναι τριλογία.

Β.Σ. Ο τίτλος του Χαμενου είναι «ορολογία» από κάποιο τυχερό παιχνίδι;

Ν.N.: Τα Κουρελια τραγουδανε ακομα βγήκε σαν τίτλος επειδή ο Κωνσταντινος Τζουμας υποδεχόταν τους φίλους του λέγοντας (σ.σ. μιμείται τη φωνή του Τζούμα) «Βρε κουρέλα, τι κάνεις;» ή «κοίτα την κουρέλα τη Ρίτα, μα είναι δυνατόν;». Τους έβλεπα λοιπόν -το ένα «κουρέλι» από δω, το άλλο «κουρέλι» από κει- και κάποια στιγμή είχαν πιάσει ένα τραγουδάκι και λέω «κοίτα να δεις, τα κουρέλια τραγουδάνε»! Αυτοί είναι! Για το Χαμενο δεν θυμάμαι πως μου ήρθε ο τίτλος. Η αλήθεια είναι ότι μετά ανακάλυψα ότι είναι πολύ πετυχημένος τίτλος μιας νουβέλας του Γκράχαμ Γκριν. Δεν το ήξερα αυτό. Και υπάρχει κι ένα παιχνίδι στην Αμερική που έχει αυτόν τον τίτλο. Μετά, ψάχνοντας στο internet, για να δω μήπως συμπέσω σε κανα τίτλο, έκοψα μια λέξη, το έκανα Loser takes all, κι όχι Τhe Loser takes all ή Loser takes it all, για να μη μου ζητήσουν κανα copyright. Δεν ξέρω πως μου βγήκε, αλλά κάπως λειτουργεί. Όταν κάναμε γύρισμα, έρχονταν κάποιοι και ρωτούσαν τι κάνουμε και τους λέγαμε ότι κάνουμε ταινία, «Ποια ταινία;, Ο Χαμενος τα παιρνει ολα, «Α, για μένα μιλάει!» Και μου έκανε εντύπωση και αποφάσισα να τον κρατήσω αυτόν τον τίτλο. Μπορεί να είναι και το χριστιανικό «οι τελευταίοι γίνονται πρώτοι»!

Β.Σ. Η συνεργασία με το Γιαννη Αγγελακα πως προέκυψε; Είδα μια τρομερή χημεία με το Συμεων Νικολαϊδη, παρ’όλο που ανήκουν σε διαφορετικές γενιές.

Ν.N.: Αυτές οι γενιές έχουν πολλά κοινά. Όπως και η γενιά του ’90 έχει πολλά κοινά με τη γενιά του ’50. Τους άρεσε το ροκ εντ ρολ. Αγαπάνε όλοι την «Αποκάλυψη». Ειδικά η καινούργια γενιά την έχει ψωνίσει με την «Αποκάλυψη». Ξέρω ότι οργανώνονται εκδρομές από γκρούπες στην Πάτμο που πάνε και κάτι παθαίνουν τα παιδιά εκεί. Και τα αιτήματα παραμένουν ίδια. Δικαιοσύνη, έρωτας, αγάπη, συντροφικότητα. Ειδικά Δικαιοσύνη, με την πλατειά της έννοια. Δεν έχουν ξεπεραστεί αυτά. Έπειτα έτυχε και οι δύο να είναι μουσικοί. Ο δικός μου (σ.σ. Συμεων Νικολαϊδη, γιος του Νικο Νικολαϊδη) νεοφώτιστος, ο Γιαννηςπιο έμπειρος. Έχουν κι οι δυο μια αντισυμβατική συμπεριφορά. Ωπ! Έλα!

(Σε αυτό το σημείο μπαίνει ο Γιωργος Τριανταφυλλου, ο μοντέρ του Χαμενου, με δύο σκληρούς δίσκους-τέρατα που περιέχουν, απ’ότι λένε, σε ψηφιακή μορφή κάποια ταινία!)

Ν.N.: Α, μ’ αρέσουν οι σκληροί δίσκοι! Αυτός είναι ο μοντέρ της ταινίας. Έχει μοντάρει από Βασιλειαδου μέχρι Αγγελοπουλο! Δεν σου λέω τίποτα άλλο! Κάτσε παρέα μας. (Επανέρχεται στην ερώτηση) Κι έτσι κόλλησαν. Έφτιαξαν μια «αύρα» η οποία κάλυψε όλη την ταινία, η οποία πέρασε πάνω από την ταινία και την αγκάλιασε. Αυτό δεν ήταν κάτι που δούλεψε ο σκηνοθέτης. Δεν είπε ο σκηνοθέτης «άπλωσε την αύρα σου να βρει την αύρα του Γιάννη». Θα με πλάκωναν στις γρήγορες! Εγώ πάντα δούλευα με τους ηθοποιούς, πέρα από το «σενάριο». Κάναμε παρέα. Όταν λέγαμε ότι θα αρχίσουμε μια ταινία, για ένα χρόνο, από το πρωί μέχρι το βράδυ είμαστε μαζί. Ο Γιαννης Αγγελακας τα παράτησε όλα, ήρθε κι έκατσε κοντά μου. Είχε ένα άδειο δωμάτιο κάτω από το σπίτι, στο ισόγειο, την άραξε εκεί. Έκανε πρόβες στη μουσική του, στο κείμενο πάνω. Τα βράδια έβγαιναν με το Συμεών, έτρεχαν στα μπαράκια. Ή με κάποια άλλα κορίτσια από την ταινία. Έφτιαξαν μια ατμόσφαιρα έξω από την ταινία και μετά την έφεραν στην ταινία. Δεν μιμήθηκαν τους ήρωες έξω. Μπορεί κανένα βράδυ να πήγαιναν σε κανα μπαράκι και να έριχναν κανα διάλογο από την ταινία, για πλάκα. Το ίδιο είχε συμβεί και στα Κουρελια. Εγώ δεν μπορώ να γυρίσω αλλιώς. Δεν μπορώ να πάρω έναν επαγγελματία που να μου λέει «ξέρεις εγώ θα φύγω στις 5 κλπ». Ε, ο Γιαννης τα παράτησε. Και ένα άλλο κορίτσι, παράτησε τη δουλειά που είχε και ήρθε.

Β.Σ. Υπήρχε η σχέση με τον Αγγελακα από πριν;

Ν.N.: Υπήρχε. Μετά από τέσσερα χρόνια του είπα «ρε μπαγάσα, θέλω να σε βάλω σε μια ταινία». Είχα βρει ότι έχω και κοινά στοιχεία με το Γιάννη, αλλά και φοβερές, μεγάλες αντιθέσεις, βεβαίως. Και, κάπου-κάπου, μου θύμιζε κι έναν ήρωα που έχω στα «Γουρούνια στον άνεμο», στο δεύτερο μυθιστόρημα που έχω γράψει. Κι «έκλεψα» λίγο το Γιάννη, λίγο εκείνο τον ήρωα και άρχισα, σιγά-σιγά, να το φτιάχνω. Δεν του είχα πει τίποτα. Όταν του είπα, αρνήθηκε. Επί τρία χρόνια το συζητάγαμε. Το σενάριο ήταν γραμμένο πριν από το Θα σε δω στην Κολαση Αγαπη μου. Το άφησα, γύρισα την Κολαση και μετά επανήλθα. Τα γυρίσματα κράτησαν 11 βδομάδες. Αλλά η προεργασία της ταινίας, μαζί με το Γιαννη και όλα τα παιδιά, κράτησε περίπου ένα χρόνο. Για αυτό κι έχουμε ένα αποτέλεσμα, για το οποίο δεν ντρεπόμαστε.

Β.Σ. Δουλεύετε με αυστηρό ντεκουπάζ ή αφήνετε και το στοιχείο του αυτοσχεδιασμού στο γύρισμα;

Ν.N.: Έχω ένα προσχέδιο ντεκουπάζ. Πρέπει να πας οργανωμένος στο γύρισμα. «Που θα βάλεις τις γωνίες σου», «τι φακό θα βάλεις», «που θα βάλεις τη μηχανή», «γιατί θα βάλεις τη μηχανή εκεί», «τι θα συμβεί»; Ξεκινάω με ένα λεπτομερές χαρτί., το οποίο δεν γράφεται πριν γυριστεί η ταινία. Βεβαίως, όταν αρχίσω να ντεκουπάρω, έχω πάντα υπόψη μου τους χώρους. Τους έχω «φάει» τους χώρους μου και μετά «βλέπω» πως θα κινηθούν οι ηθοποιοί μέσα στους χώρους αυτούς. Στη διάρκεια αυτή του ενός χρόνου, επισκεπτόμασταν τους χώρους. Είναι γυρισμένη όλη η ταινία σε Αθήνα-Πειραιά. Στούντιο, όχι. Όλοι οι χώροι είναι φυσικοί. Και μετά αρχίζει: κάτι «ο ήλιος δεν βαίνει από δω», κάτι «ένα αμάξι δεν ήρθε όταν έπρεπε», κάτι «φώτα μας λείπουν», κάτι «για να φωτιστεί αυτό το πλάνο θέλει 4 ώρες, ενώ εμείς έχουμε 2». Εκεί λοιπόν, γίνονται προσαρμογές, χωρίς να γίνει υποχώρηση στο εκφραστικό μέρος της ταινίας. Δηλαδή, όχι «δεν πειράζει, ας μη βγει αυτό το στοιχείο». Επειδή έχω εμπειρία από πολλά διαφημιστικά, τα οποία γυρίζονταν σε άθλιες συνθήκες, μπορώ ανά πάσα στιγμή να βρω την γωνία κλπ.

Β.Σ. Φτάσατε ποτέ σε σημείο που να υπάρχει ένα αξεπέραστο τεχνικό πρόβλημα;

Ν.N.: Κάθε μέρα. Δεν υπήρχε μέρα που να μην υπήρχε πρόβλημα. Και αυτό είναι κάτι πάγιο στο σινεμά. Π.χ: είχαμε νοικιάσει ένα εργοστάσιο, το οποίο γκρεμιζόταν σιγά-σιγά. Εμείς τους είπαμε ποιους χώρους θέλουμε, για να στήσουμε τα πλάνα. Πήγα την πρώτη μέρα στο χώρο που είχα διαλέξει για να γίνει ο χορός του rave, και είχε ισοπεδωθεί! Πήγα και είδα μια πλατεία. Είχα ντεκουπάρει, είχαμε να κινήσουμε εκεί γύρω στα 100 άτομα! Έπρεπε σε μία μέρα να ανακατασκευάσω όλη την σκηνή!

Β.Σ. Έχετε πάρει μέρος στην παραγωγή της ταινίας;

Ν.N.: Πάντα παίρνω μέρος στην παραγωγή, για να δίνω λύση στα οικονομικά προβλήματα της ταινίας. Κατ’ αρχήν σε όλες τις ταινίες έδωσα και χρήματα δικά μου. Μέχρι στιγμής δεν έχασα, ίσως σε αυτήν να χάσω. Έχω ψιλοκερδίσει. Από την Γλυκια Συμμορια κέρδισα πολλά. Από τις άλλες, ψιλοκέρδισα μέσω τηλεόρασης που παίχτηκαν. Αυτή λιγάκι μας ξέφυγε, γιατί τα πράγματα έχουν αγριέψει οικονομικά.

Β.Σ. Το συνολικό κόστος της ταινίας;

Ν.N.: 280.000.000 δρχ.



Β.Σ. Πιστεύετε στα κινηματογραφικά είδη; Μου έλεγε ο Δημητρης Παναγιωτατος στην προηγούμενη συνέντευξη, ότι «Ο Νικολαϊδης δεν κάνει είδος. Κάνει σχολιασμό πάνω σε είδος».

Ν.N.: Εγώ όταν ξεκινάω μία ταινία, δεν βάζω πάνω τη θεωρία και -πάνω στη θεωρία-προσπαθώ να χώσω ένα σενάριο. Καμιά φορά το κλισέ και το κιτς –επειδή μου αρέσει- το παρατραβάω. Ας πούμε, στην προηγούμενη ταινία, την Κολαση, μία από τις πρωταγωνίστριες συνέχεια πέφτει στην πισίνα: άλλοτε γλιστράει, άλλοτε την τραβάνε, συνέχεια μέσα στο νερό η κακομοίρα. Πέφτει στη θάλασσα, πέφτει συνέχεια! Αυτό δεν σημαίνει ότι σταματάει να είναι ένα τραγικό πρόσωπο με ενδιαφέρον. Το καθαρόαιμο κινηματογραφικό είδος δεν υπάρχει πια. Η τελευταία καθαρόαιμη αισθηματική ταινία είναι οι Γεφυρες του Μαντισον. Τώρα τα πράγματα ανακατεύονται. Μίξερ.

Β.Σ. Αυτό που ξεκίνησε με το Ν.Ε.Κ. –ο μοντερνισμός, το σπάσιμο της φόρμας κλπ.- ήταν ένα κίνημα;

Ν.N.: Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1980, υπήρξε ένα ρεύμα που προσπαθούσε να φέρει μια ανανέωση και να αποτινάξει τον παλιό κινηματογράφο, τον οποίο εγώ τον θεωρώ σκουπίδι. Επειδή έχουν γίνει 15 καλές ταινίες με το Χατζηχρηστο, τη Βασιλειαδου και τον Αυλωνιτη–ο Γιώργος τα ξέρει, έχει μοντάρει δεκάδες από αυτές- δεν σημαίνει τίποτα. Εμείς δώσαμε μια μάχη να το αποτινάξουμε αυτό το πράγμα. Και τώρα βλέπουμε τους θεωρητικούς της ναϊφ περιόδου, «τι ωραία που ήταν τότε η Αθήνα» και «τι γλυκά που ήταν τότε τα πράγματα» και «τι απαλά που ήταν τότε τα συναισθήματα». Ένα κλισέ του κερατά ήταν. Αυτοί μας κοροϊδεύανε και μας έλεγαν «η όρθια διανόηση». Και γύριζαν 5 ταινίες το 15ήμερο. Στο ίδιο ντεκόρ, με τους ίδιους ηθοποιούς, με άλλα ρούχα.

Β.Σ. Τους νεώτερους Έλληνες σκηνοθέτες πως τους βλέπετε;

Ν.N.: Ο Γιανναρης είναι ένας ανήσυχος σκηνοθέτης. Καλύτερη ταινία του Ν.Ε.Κ. θεωρώ τον Ο Κηπος του Θεου του Σπυριδακη. Η οποία έχει παραγνωριστεί και χάθηκε. Είναι ο Τριανταφυλλιδης, είναι ο Αντωνης Κοκκινος, ο Γραμματικος, η Αντουανετα Αγγελιδη, την οποία πιστεύω πάρα πολύ και μου αρέσει το είδος που κάνει. Η Μαλεα δεν μου αρέσει. Κρεμάστε την. Έρχεται από το φινέικο. Όλα τα είδη σινεμά πρέπει να υπάρχουν, αλλά όχι ένα είδος εις βάρος των άλλων.

Β.Σ. Ο κόσμος όμως πάει να «τσιμπησει» εκεί πέρα.

Ν.N.: Πρόβλημά του. Δεν θα κάτσω να αναλύσω γιατί ο κόσμος θέλει αυτό κι εκείνο. Κανείς από τη γενιά του 1970 σκέφτηκε «τι αρέσει στον κόσμο , κι εγώ θα κοιτάξω να το κάνω». Ο Τασιος έκανε την Παραγγελια και χέστηκε αν άρεσε στον κόσμο ή αν δεν άρεσε. Ο Πανουσοπουλος έκανε τους Οι Απεναντι και το Ταξιδι του Μελιτος που ήταν όλοι οι πρωταγωνιστές του γέροι και δεν ρώτησε κανέναν. Έκανε αυτό που αγαπούσε, το πλήρωνε –μερικές από τις ταινίες του τις πληρώνει ακόμα- και έκανε τη δουλειά του. Κανείς δεν «αλληθώρισε» προς το ταμείο.

Β.Σ. Ο Παναγιωτοπουλος δεν «αλληθώρισε» προς το ταμείο;

Ν.N.: Κοίταξε να δεις, ο Παναγιωτοπουλος παίζει πολλά παιχνίδια και επιτρέπει και στον εαυτό του να «αλληθωρίζει» και –την ώρα που αλληθωρίζει- να πηγαίνει στην επόμενη ταινία και να τους πασαλείφει τα μούτρα. Καλά κάνει. Ο Παναγιωτοπουλος λέει και το εξής ωραίο: «Αυτοί οι ηλίθιοι δεν έχουν καταλάβει ότι δεν γουστάρουμε να κάνουμε εμπορικές ταινίες.» Δηλαδή, με την έννοια που θεωρούν αυτοί. Όλοι θέλουμε να είναι γεμάτη η αίθουσα, για να επικοινωνήσουμε, να αρχίσει ένας διάλογος. Θέλουμε θεατές να παίζουν το παιχνίδι μιας αμφίδρομης σχέσης. Και οι θεατές το αρνούνται αυτό το πράγμα. Ο θεατής πληρώνει το εισιτηριάκι του, την αράζει και σου λέει «πες τα». Ε, τι να σου «πω» ρε φίλε; Άμα δεν «μπεις» κι εσύ μέσα, δεν βάλεις κι εσύ την ψυχούλα σου, να πάμε παρέα… Εγώ σου δίνω ατάκες και «πάσες». Δώσε μου κι εσύ «πάσες». Μία φορά που τόλμησα να το πω αυτό στο φεστιβάλ στην Δράμα, σηκώθηκαν να με σκοτώσουν. Λέω «ρε παιδιά είσαστε υπεύθυνοι». Και άρχισαν να μου λένε πως τα λέω αυτά, επειδή … ήρθα από την Αθήνα.

Β.Σ. Με το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης τι σχέση έχετε;

Ν.N.: Το Φεστιβάλ έπρεπε να έχει κλείσει εδώ και χρόνια. Και το φώναζα και επί Χούντας αυτό. Και είχα κάνει και κινήσεις, για να ξεσηκώσω τους συναδέλφους μου να τοποθετηθούν. Εμείς παλέψαμε και μετά ήρθαν οι νεότεροι και είπανε «πάρτα όλα». Θα σου πω μια ιστορία. Κάποτε με έβαλαν στην κριτική επιτροπή του Φεστιβάλ. Δέχτηκα να μπω γιατί ήθελα να υποστηρίξω κάποιες ταινίες. Ήταν ο Ο Κηπος του Θεου και η δεύτερη ταινία του Κόκκινου κλπ. Στην επιτροπή τότε ήταν ο Γρηγόρης Γρηγορίου, δάσκαλός μου, και ο Καρύδης. Και λέω, με αυτούς τους ανθρώπους θα μπορέσουμε να λειτουργήσουμε σωστά. Μόλις έφτασα Θεσσαλονίκη, άρχισαν όλοι οι σταθμοί: «Ο Νικολαϊδηςμπήκε στο κατεστημένο, στην Επιτροπή», με βρίζανε. Εγώ λέω, δεν πειράζει, μπήκα να διασώσω κάποιες ταινίες, γιατί κάποιοι κριτικοί και σκηνοθέτες είχαν έρθει από Αθήνα, με το βραβείο στην τσέπη, να βραβεύσουν μία συγκεκριμένη ταινία. Κι εμένα αυτό δεν μου άρεσε. Έμαθα, λοιπόν, ότι υπήρχε μία επιτροπή στην Αθήνα που έλεγε ότι οι «καλύτερες» ταινίες μπαίνουν στο διεθνές διαγωνιστικό και οι άλλες μένουν στο ελληνικό φεστιβάλ, στο οποίο όμως συμμετέχουν και οι πρώτες! Και το θέτω στην επιτροπή: «τα βραβεία έχουν δοθεί, εμείς τι ήρθαμε να κάνουμε εδώ;» Η επιτροπή λέει «έχεις δίκιο, το διαλάμε». Πλακώνει ο Μισέλ ο Δημόπουλος, ο διευθυντής του Φεστιβάλ, «αμάν, παιδιά, μη μας διαλύσετε το Φεστιβάλ, δίκιο έχετε, από του χρόνου θα το αλλάξουμε». Λέω: «τίποτα δεν θα αλλάξουνε.» Φωνάζω τους σκηνοθέτες, οι οποίοι διαμαρτυρόντουσαν λιγάκι. Τους λέω, εγώ έκανα αυτό το πράγμα. Αυτό που θέλω από σας που διαμαρτύρεστε: κάντε μία επιστολή να ενισχύσετε και την Επιτροπή που θέτει αυτό το θέμα και πείτε ότι δεν το δέχεστε. Και να πούμε: «έχουμε αυτήν την επιστολή από τους σκηνοθέτες, έχουμε αυτό το θέμα, διαλύστε το το μπουρδέλο». Ούτε ένας δεν ήθελε να υπογράψει! Αυτό δεν θα γινόταν στη δικιά μου τη γενιά. Θα τραβάγαμε όλοι τις ταινίες μας απ’ έξω. Όταν πηγαίναμε στη Θεσσαλονίκη, κάθε φορά που πήγαιναν να μας στριμώξουν, τους λέγαμε: «προσέξτε, γιατί θα φύγουν 5 ταινίες.» Βεβαίως παραέξω, περιφερειακά, υπήρχαν και τα τσόλια. Υπήρχαν και διάφορα πρακτοράκια που το παίζαν σκηνοθέτες και κάναν άλλες δουλειές. Φυτεμένοι από τα κόμματα. Τους οποίους τους είδαμε.

Β.Σ. Προβλέπετε στο μέλλον να έχουμε ανεξάρτητους παραγωγούς και να παύσει ο εναγκαλισμός του Ε.Κ.Κ.;

Ν.N.: Όχι. Φέτος, ας πούμε, έγινε το εξής: ένας παραγωγός, φίλος του κ. Βενιζέλου, έκανε δύο ταινίες, βραβευτήκανε και οι δύο…

Β.Σ. Θα τα βάλω αυτά που λέτε, προσέξτε!

Ν.N.: Βεβαιως να τα βάλεις! Και βρέθηκε και ο ανάλογος διανομέας, το όνομα του οποίου εμπλέκεται σε πολλές βρωμιές του Κέντρου, μετά από καταγγελίες που γίνονται. Φτιάξανε μια τριολέτα. Μεταδίδουν, μάλιστα, και προς τα έξω ψεύτικα στοιχεία για εισιτήρια που έχουν κάνει οι ταινίες τους, ενώ οι ταινίες έχουν κλείσει. Λυπάμαι που το λέω, γιατί με ενδιαφέρει να δουλεύουν οι ελληνικές ταινίες, γιατί κοντά σε κείνες θα δουλέψω κι εγώ και θα δουλέψουν και όλοι οι άλλοι. Έχουν γίνει κάτι «συμμορίες», που ακολουθούνται –κι αυτό να το γράψεις- από τις «συμμορίες» των «αστεριών», του «Αθηνοράματος» και του «Σινεμά», οι οποίοι προσπαθούν, επειδή όλοι αυτοί είναι αποτυχημένοι κινηματογραφιστές, χρησιμοποιώντας αυτό το corpus των χαμένων σκηνοθετών, να σκηνοθετήσουν! Μερικές φορές το είχαν καταφέρει, στο παρελθόν. Είχαμε κριτικούς που σκηνοθετούσαν, μέσα από σκηνοθέτες-ζόμπι!

Β.Σ. Σε διεθνή φεστιβάλ έχετε πάει;

Ν.N.: Έχασα ένα βραβείο μέσα από τα χέρια μου στο Αβοριάζ, γιατί το Κέντρο δεν δέχτηκε να με βοηθήσει.

(Σε αυτό το σημείο έρχεται ο Συμεων Νικολαϊδης, ο οποίος σήμερα έχει τη γιορτή του. Κάνουν ένα διάλογο για τους σκληρούς δίσκους που έφερε ο μοντέρ.)

Β.Σ. Ο Συμεων είναι πολύ κινηματογραφικός. Και άκουσα κι από συνεργάτες του cine.gr τη γνώμη ότι δεν έπαιξε ρόλο το «μέσον» που είχε για να πάρει το ρόλο. Εγώ λέω ότι αυτό δεν γίνεται, γιατί σίγουρα τον είχατε στο μυαλό σας, όταν γράφατε το σενάριο.

Ν.N.: Σίγουρα. Αλλά δεν τον ενδιαφέρει να γίνει ηθοποιός. Τον ενδιέφερε μαζί μου, γιατί είχε πλάκα. Ήταν η ατμόσφαιρα πολύ ωραία. Του έκανε όμως ένα καλό: τον έμαθε να συμμαζεύεται –γιατί είναι πολύ «χύμα», όπως και ο Γιάννης, κι εκεί τα είχανε βρει πάρα πολύ- και έμαθε να βάζει μια πειθαρχία στον εαυτό του. Γυρίζονται δύο ταινίες. Οι σχέσεις μας και η ίδια η ταινία. Και μετά, είναι οι σχέσεις μας που περνάνε μέσα στην ταινία. Είμαστε ανάμεσα στο μύθο και την πραγματικότητα και αυτό είναι σχιζοφρένεια και πολύ ωραίο. Και όταν τελειώνει αυτό, νιώθεις και κάπου ανάπηρος. Ο Γιάννης, εδώ και 15 μέρες, προσπαθεί να αποβάλλει όλο αυτό το πράγμα από πάνω του. Και μου λέει, «δύσκολα φεύγει». Ο Γιάννης, όταν είδε την ταινία είπε: «Νίκο, με έψησες, γιατί δεν έβλεπα τον εαυτό μου. Έβλεπα έναν ήρωα που ούτε σκέφτηκα ότι είμαι εγώ.» Ο Συμεων έχει κάνει πολύ δουλειά. Όταν κάθεται και λέει την ιστορία με το ρολόι, στην πρώτη συνάντησή τους, το έστησε μουσικά. Δεν είναι πεζός λόγος. Και αυτό ήταν πολύ δύσκολο τεχνικά.

Γιώργος Τριανταφύλλου: Οι μουσικές γέφυρες που έπαιζε, έπρεπε κάπου να αρχίζουν και να τελειώνουν. Με δύο διαφορετικές λήψεις δεν γίνεται. Είναι φοβερά δύσκολο.

Ν.N.: Ήταν και live.

Β.Σ. Το μοντάζ της ταινίας ήταν πάρα πολύ καλό. Γιατί συνήθως βλέπουμε ταινίες και δεν έχουν τίποτα αξιοσημείωτο στο μοντάζ. Πόσο καιρό κράτησε το post production;

Ν.N.: Γύρω στους 9 μήνες. Μαζί και με την ηχητική επεξεργασία. 40 ηχητικές μπάντες υπήρχαν. Και αυτή είναι μια εργασία που την έκανε μόνος του ο Γιώργος, μαζί με μία βοηθό.

Γ.Τ.: Αυτά όλα είναι υπολογισμένα από πριν. Μοντάρουμε με το Νίκο και ξαφνικά κάνω έναν ήχο με το στόμα! Εδώ βάζουμε ένα «τέτοιο». Για να έχουν οι παύσεις έναν λειτουργικό ρόλο, που όμως στολίζεται με κάτιτις. Δεν έχει σημασία τι είναι.

Ν.N.: Είναι μεγάλη «βρωμιά» ο ήχος!

Γ.Τ.: Για να σου πω ένα παράδειγμα, έχει μπει, εκεί που ξυπνάει από το πρώτο όνειρο που βλέπει, προηγουμένως, ένα τηλέφωνο που χτυπάει, το οποίο όμως δεν είναι τηλέφωνο. Είναι παραμορφωμένο.

Ν.N.: Αλλά, το έχει χώσει μέσα στο όνειρο. Και μετά χτυπάει κανονικά. Είναι ένας ήχος παραμορφωμένος που έχει μία μνήμη από τηλέφωνο, αλλά δεν το ξέρεις, το βλέπεις μετά. Ο Γιώργος κατάφερε, με το μοντάζ, σε ρόλο με μικρό πραγματικό χρόνο, να του δώσει μεγάλο ψυχολογικό χρόνο: στην περίπτωση της Έλσας. Η παρουσία της στο σενάριο είναι 5 σελίδες. Κατάφερε ο μοντέρ και η προσωπικότητα της ηθοποιού, να πάρει ψυχολογικό χρόνο, ενώ στην πραγματικότητα είναι πολύ λίγος. Εκεί είναι οι «μαγκιές». Που τις ξέρουν δύο… ένας…

Β.Σ. Πάμε να παίξουμε το παιχνίδι με τις ταινίες και τις λέξεις.

Ν.N.: Μη μου το κάνεις αυτό… Άντε πες, για πλάκα.

Β.Σ. Ευριδικη Β.Α. 2037.

Ν.N.: Η πιο στέρεη ταινία μου. Η πιο δομημένη.

Β.Σ. Τα Κουρελια τραγουδανε ακομα.

Ν.N.: Ο πρώτος serial killer στο ελληνικό σινεμά.

Β.Σ. Γλυκια Συμμορια.

Ν.N.: Η πιο εύκολα γυρισμένη ταινία μου. Με το χειρότερο συνεργείο που είχα ποτέ στη ζωή μου. Εκτός από το διευθυντή φωτογραφίας.

Β.Σ. Πρωινη Περιπολος - Morning Patrol.

Ν.N.: Φοβάμαι να τη δω. Έχω να τη δω 10 χρόνια.

Β.Σ. Singapore Sling.

Ν.N.: Η μεγάλη πλάκα. Το γέλιο που κάναμε στα γυρίσματα ήταν εκπληκτικό.

Β.Σ. Θα σε δω στην Κολαση Αγαπη μου.

Ν.N.: Η αγαπημένη μου ταινία. Θα τη βγάλω αυτήν την ταινία στις αίθουσες. Δεν έχει βγει. Τσακώθηκα με τους αιθουσάρχες, δεν μου έδιναν καλές ημερομηνίες και ήθελαν και πολλές αίθουσες, ενώ εγώ ήθελα λίγες. Είναι καθαρά σινεφίλ και θα τους σπάσει τα μούτρα.

Β.Σ. Ο Χαμενος τα παιρνει ολα - The Loser takes it all.

Ν.N.: Η μεγάλη τρυφερότητα.

Β.Σ. Και για το τέλος: ανατροπή. Ποια ερώτηση κάνετε σε μένα, τον θεατή που είδε την ταινία χτες το βράδυ.

Ν.N.: Τι δεν σου άρεσε στην ταινία;

Β.Σ. Ωχ… (Ψάχνω να βρω τι να πω, χωρίς να μου έρχεται τίποτα).

Ν.N.: Λοιπόν, αυτό πρέπει να το γράψεις: «Τεράστια σιωπή και σκέψη»!



 
 
Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια. Στείλτε το πρώτο!

Αυτή τη στιγμή δεν είστε συνδεδεμένος. Συνδεθείτε ή κάντε εγγραφή για να σχολιάσετε.