Αναγνωρίζει στον χαρακτήρα του επιθετικότητα και μια ελαφριά δόση παράνοιας. Δηλώνει πως έχει άπειρους προσωπικούς δαίμονες, του οποίους και αντιμετωπίζει μάλλον σαν παράσημο. Έχει βάλει το χεράκι του σε μερικές από τις μεγαλύτερες επιτυχίες των τελευταίων χρόνων αλλά και σε σποτάκια για προϊόντα που θα βρούμε ακόμα και στα ράφια μας. Δεν είναι άλυτο αίνιγμα. Είναι ο David Fincher.
Ο David Leo Fincher γεννήθηκε στις 28 Αυγούστου του 1962 στο Denver αλλά σύντομα μετακόμισε με την οικογένειά του στο Oregon, όπου και πέρασε τα παιδικά του χρόνια. Ασυγκράτητα δημιουργικός, ο νεαρός David άρχισε να γυρίζει μικρά 8mm φιλμάκια από την ηλικία των 8 χρονών ενώ περνούσε αρκετές ώρες της ημέρας ζωγραφίζοντας, πλάθοντας αγαλματάκια ή απλά αφήνοντας την φαντασία του να οργιάσει και αποτυπώνοντάς την σε όποιο μέσο είχε πιο πρόχειρο. Παρόλα αυτά, δεν θα σας πούμε πως επέλεξε την σκηνοθεσία σαν επάγγελμα, φοίτησε σε κάποια σχολή και ξεκίνησε μια επιτυχημένη καριέρα. Όχι, ο David Fincher ακόμα και σήμερα δηλώνει πως δεν πιστεύει και πολύ στον θεσμό του film school και ότι μόνο η σκληρή δουλειά και η άρτια γνώση του εξοπλισμού μπορεί να σε βοηθήσει να εντοπίσεις τον τέλειο τρόπο να γυρίσεις μια σκηνή. «Ο οποίος είναι ένας και μοναδικός», συμπληρώνει. Έτσι, στα 18 του, ο Fincher αποφασίζει να εργαστεί στα ενδότερα της κινηματογραφικής βιομηχανίας, μπλέκοντας τα χέρια του μέσα στα καλώδια και κοιτάζοντας από κοντά τις κάμερες και τον εξοπλισμό που γεννούν μια ταινία. Η πορεία του αυτή τον οδήγησε αρχικά στην μικρή Korty Films και στην συνέχεια στην αυτοκρατορία της Industrial Light and Magic, πρωτοποριακή εταιρία ειδικών εφέ από όπου και αποκόμισε τεράστια εμπειρία. Δεν θα αργούσε να έρθει η ώρα που και ο ίδιος θα έπλαθε το δικό του φιλμ αλλά όπως πολλά από τα νεότερα ταλέντα (Spike Jonze, Zack Snyder) ξεκίνησε από ένα κόσμο που από το σινεμά απέχει λιγότερο από όσο φαντάζεστε: Αυτόν των βιντεοκλίπ και των διαφημιστικών.
Ελπίζουμε να μην θεωρείτε-ακόμα- αυτούς τους δημιουργικούς τομείς ως φτωχά ξαδέρφια του filmmaking, γιατί όχι μόνο αποτελούν ένα σημαντικό φροντιστήριο για τους δημιουργούς του αλλά, τηρουμένων των αναλογιών, μπορούν να προκύψουν μικρά έργα τέχνης. Άλλωστε, όταν μιλάμε για βίντεο κλιπ δεν εννοούμε του Βασίλη Τερλέγκα (με όλο το σεβασμό) και ούτε διαφημίσεις για σχολικά είδης (με ακόμα περισσότερο σεβασμό). Ο Fincher έγινε μέλος της θρυλικής Propaganda Films και δούλεψε για εταιρίες-μεγαθήρια όπως η Nike και καλλιτέχνες-τοτέμ όπως η Madonna, οι Rolling Stones, oι Aerosmith και…εε…ο Michael Jackson. Oι διακρίσεις δεν έλειψαν αλλά το πέρασμά του στο σινεμά δεν μπορούσε να καθυστερήσει άλλο και το 1992 ξεκίνησε την σκηνοθετική του καριέρα με ένα franchise που πολλοί θα σκότωναν για να αναλάβουν. Το Alien 3 ήταν μεν sequel, αλλά το Aliens του James Cameron είχε αποδείξει πως η κατάρα των sequel δεν είναι απαράβατος νόμος γι’ αυτό και το κοινό περίμενε το επόμενο φιλμ με αγωνία. Μόνο που το κοινό δεν ήξερε τι συμβαίνει πίσω από τις κουίντες και το πώς η αλλοπρόσαλλη προσέγγιση της 20th Century Fox ρίσκαρε να καταστρέψει το φιλμ-κάτι που συνέβη με μαθηματική ακρίβεια: H εταιρία, αφού απέρριψε πολυάριθμα σενάρια, άρχισε να κατασκευάζει σετ για το φιλμ με την λογική του «έτσι, να βρίσκονται» αλλά ουσιαστικά υποχρεώνοντας τον Fincher και τους σεναριογράφους να δουλέψουν με βάση τις επενδύσεις της. Ο Fincher, που αν το Alien 3 ήταν παιδί του τότε αυτός θα ήταν η Μήδεια, άφησε να εννοηθεί πως η εταιρία δεν έπαυε να χώνει τη μύτη της σε κάθε στάδιο της παραγωγής, κάτι που τον εκνεύρισε και τον ανάγκασε να αποχωρήσει πριν καν αρχίσει το μοντάζ. Το αποτέλεσμα ήταν ένα χλιαρό φιλμ για το οποίο ο Fincher δεν θέλει καν να του μιλάνε και που τον έκανε να απαιτεί πλήρη δημιουργικό έλεγχο στις μελλοντικές του ταινίες.
Ο απογοητευμένος Fincher επέστρεψε για λίγο στα videoclip αλλά ευτυχώς το Alien 3 δεν τον τρέλανε αρκετά για να απορρίψει το επόμενο σενάριο που του προτάθηκε. Το Se7en ήταν κάτι διαφορετικό από τα αστυνομικά θρίλερ του σωρού, όχι τόσο από θεματικής πλευράς (ένα δολοφόνος με συγκεκριμένο μοτίβο φόνων) όσο από πλευράς ατμόσφαιρας. Η λέξη «σκοτεινό» χρησιμοποιείται αρκετά αλλά για το Seven δεν είναι αρκετή για να περιγράψει την ιδιοφυή φρίκη που διαπνέει το φιλμ του Fincher, από τον πρώτο φόνο έως το τελικό twist (με το οποίο οι παραγωγοί έφριξαν κυριολεκτικά). Σαν νέος αέρας σε ένα είδος που είχε παραδοθεί αμαχητί στην φόρμουλα, το Seven ανακάτεψε τα χαρτιά στο τραπέζι των thriller και έκανε τον Fincher το νέο παιδί θαύμα του Hollywood. O ίδιος φρόντισε να επιβεβαιώσει αυτή τη φήμη με το The Game, ένα εξίσου ευφυές thriller με τον Michael Douglas στο κέντρο μιας συνωμοσίας, όπως πιστεύει ο ίδιος, πριν την αποκάλυψη της αρκετά διαφορετικής αλήθειας. Στον Fincher αρέσει να παίζει με το μυαλό του θεατή, τον θέλει όχι μέτοχο στο φιλμ αλλά θαυμαστή του, και κάποιοι έσπευσαν να αποδοκιμάσουν το εγωκεντρικό, επιδεικτικό στιλ του Fincher που, σαν τον Ridley Scott, μοιάζει σαν να θέλει να μας κάνει να νιώσουμε άσχημα που δεν ξέρουμε όλα τα μυστικά μιας κάμερας ή ενός φίλτρου. Ο Fincher άλλωστε είναι ειλικρινής: «Δεν ξέρω κατά πόσο ένα φιλμ πρέπει να διασκεδάζει τον θεατή» δηλώνει και η αλήθεια είναι πως οι ταινίες του σε αφήνουν με ένα άβολο μούδιασμα, που δεν φεύγει ακόμα και όταν επαναλαμβάνεις συνεχώς πως είδες μια «ταινιάρα». Μήπως «ταινιάρα» δεν είναι και το Fight Club; Ένα φιλμ που έκανε τον κόσμο να ανακαλύψει τον Chuck Palahniuk, το ταλέντο (και τους κοιλιακούς) του Brad Pitt αλλά και το αντικαταναλωτικό mantra του Tyler Durden που έγινε ποίημα στα χείλη όλων όσων ήθελαν να κάνουν την επανάστασή τους (αλλά στη συνέχεια αγόραζαν home cinema για να βλέπουν καλύτερα το φιλμ σε DVD). Kακά τα ψέματα, το Fight Club είναι ένα από τα φιλμ που σημαδεύουν μια δεκαετία και μια γενιά, και παρά το απίθανο μυθιστόρημα του Palahniuk και τη σεναριακή βάση του Jim Uhls είναι δύσκολο πλέον να φανταστεί κανείς το πώς θα ήταν το φιλμ χωρίς τον κυνικό, τελειομανή και τεχνοκράτη Fincher πίσω από την κάμερα να κάνει τα μαγικά του. «Renny Harlin’s Fight Club». Όχι, δεν θα ήταν καθόλου το ίδιο.
Με τον κόσμο (και τα στούντιο) στα πόδια του ο Fincher ήταν ελεύθερος να μας εκπλήξει και πάλι. Αυτή τη φορά η premise ήταν αυτή ενός «κλειστοφοβικού» θρίλερ, με την Jodie Foster να θέτει εαυτόν κάτω από τις οδηγίες του David και να υποδύεται μια μητέρα που απομονώνεται στο panic room του σπιτιού της μαζί με την κόρη της, όταν εισβάλλουν ληστές. Αξιόλογο το καστ (Whitaker και Leto μαζί με την Foster) αλλά το τελικό αποτέλεσμα θύμιζε μεν Fincher, με την κάμερα να γλιστράει ασταμάτητα μέσα από κλειδαρότρυπες και σωληνώσεις, αλλά δεν θύμιζε τον καλό Fincher. Μπορεί στην Αμερική οι πωλήσεις Panic Room να σημείωσαν άνοδο αλλά δεν νομίζουμε πως αυτή ήταν η αρχική πρόθεση της Columbia. To φιλμ φυσικά έβγαλε τα λεφτά του, σχεδόν διπλασιάζοντας το budget του στο box office, αλλά η απόδοσή του ήταν κάθε άλλο παρά ενθουσιώδης (98 εκατομμύρια). Και ο David; Πτοήθηκε; Το γεγονός πως η επόμενη ταινία του, το Zodiac, φτάνει στις οθόνες μας το 2007 δεν πρέπει να σας ξεγελάει. Αν και ο Fincher δεν αρνήθηκε να επιστρέψει για λίγο στις παλιές του συνήθειες και να σκηνοθετήσει το Video Hits της Paula Abdul η προσοχή του ήταν στραμμένη ολοκληρωτικά στο Zodiac, ένα από τα άλυτα μυστήρια που ακόμα και σήμερα παθιάζει τους Αμερικάνους- υπηρέτες του νόμου και όχι μόνο. Το φιλμ είναι μια επιστροφή του Fincher σε αυτό που ξέρει να κάνει καλύτερα: Μαγνητικές όσο και ενοχλητικές για τον θεατή σκηνές (όπως αυτή του μαχαιρώματος) σε ένα θρίλερ που αψηφά την συμβατική δομή και εντρυφεί, με οδηγούς τους Gyllenhaal και Ruffalo, στις διαδικασίες που οδηγούν-συνήθως αλλά όχι πάντα- στην σύλληψη ενός ενόχου. Σας έχουμε ήδη προειδοποιήσει πως το Zodiac δεν είναι CSI, όπου μια σταγόνα αίματος οδηγεί σε θριαμβευτικές συλλήψεις και ακόμα πιο θριαμβευτικά one liners. To νέο, εξαιρετικό φιλμ του Fincher απαιτεί από εσάς αφοσίωση και αυτοσυγκέντρωση. Τι σας δίνει σε ανταμοιβή; Όχι τον δολοφόνο…αλλά πολλά περισσότερα.
Τι επιφυλάσσει το μέλλον στον David Fincher; Δύο ταινίες που προβλέπεται να σπάσουν τα ταμεία (The Curious Case of Benjamin Button) και να συζητηθούν (Rendez Vous with Rama). Φαντασία και επιστημονική φαντασία δεν είναι νέος χώρος για τον Fincher, που είναι όμως έτοιμος να μην επαναλάβει τα ίδια λάθη με αυτά του Alien. Άλλωστε, με καστ που θα περιέχουν τους Brad Pitt, Cate Blanchett και Morgan Freeman τον προσκαλούμε να τηρήσει την «απειλή» του και να μη μας διασκεδάσει-αν μπορεί.
|