Για έναν ηθοποιό το πέρασμα από την ηθοποιία στην αφήγηση μπορεί να σημαίνει πως η εικόνα του δεν είναι πλέον απαραίτητη για το λανσάρισμα και την επιτυχία ενός φιλμ. Ίσως να γέρασε, ίσως τα 15 (ή πολλαπλάσιά του) λεπτά δημοσιότητας του να πέρασαν και γι’ αυτό η μόνη υπηρεσία που μπορεί να προσφέρει είναι να λέει με στυλ «μια φορά και έναν καιρό». Ο Morgan Freeman, πιθανότατα ο πιο σημαντικός έγχρωμος ηθοποιός μετά τον Sidney Poitier, κατάφερε να αντιστρέψει τους κανόνες: Παρά τα 70 του χρόνια είναι πρωταγωνιστής μιας εξαιρετικής καριέρας και κατάφερε να κάνει την αφήγηση τέχνη και όχι νεκροταφείο ελεφάντων για περασμένες δόξες του σινεμά.
Γεννημένος το 1937 στο Memphis του Tennessee, γιος ενός κουρέα και μιας καθαρίστριας, ο Morgan Freeman ήδη από 8 ετών ανέβηκε στο θεατρικό σανίδι- αυτό του σχολείου του- για τον πρώτο του πρωταγωνιστικό ρόλο ενώ στα 12 του κέρδισε ένα βραβείο σε έναν διαγωνισμό υποκριτικής που είχε συμμετοχές από όλα τα παιδιά της Πολιτείας. Ο νεαρός Freeman φαίνεται ήδη να έχει ένα ξεκάθαρα ταλέντο, και το ακονίζει ακόμα περισσότερο με ρόλο σε ένα ραδιοφωνικό πρόγραμμα του Nashville, αλλά όταν στα 18 του χρειάζεται να κάνει την πρώτη του σοβαρή επιλογή, εκπλήσσει τους πάντες. Παρά την υποτροφία που του προσφέρει το πανεπιστήμιο του Jackson State, o Freeman αποφασίζει πως είναι καλύτερα να δουλέψει και για πέντε χρόνια εργάζεται ως μηχανικός για λογαριασμό της Αμερικανικής Πολεμικής Αεροπορίας. Μέσα σε αυτή την πενταετία παραλίγο να χαθεί ένα λαμπρό μέλλον αφού ο Freeman άρχισε να ονειρεύεται μια θέση στο cockpit και τον εαυτό του πιλότο, αλλά ο ρεαλισμός επικράτησε. Στα 23 του ο Freeman μετακομίζει στο Los Angeles, όπου και εργάζεται ως υπάλληλος στο Los Angeles Community College αλλά, ακολουθώντας τα βήματα της, σχεδόν νομαδικής, οικογένειάς του περνάει μεγάλα διαστήματα τόσο στην Nέα Υόρκη (όπου δούλεψε σαν…χορευτής!) όσο και στο San Francisco,όπου και συμμετείχε σε ένα μουσικό γκρουπ.
Ο πολυτάλαντος Freeman δύσκολα θα μπορούσε να δεχτεί τη ζωή πίσω από ένα γραφείο και ήδη το 1965 έχει τον πρώτο του ρόλο (κομπάρσου) σε φιλμ-το The Pawnbroker. Ταυτόχρονα συνεχίζει την εμφάνισή του με θιάσους και φθάνει ως και το Broadway, όπου παίζει δίπλα στον Cab Calloway στην…έγχρωμη έκδοση του Hello Dolly. H «καριέρα» του κομπάρσου μπορεί να μην προσφέρει ιδιαίτερες ικανοποιήσεις αλλά το 1971, στο Who Says I Can’t Ride a Rainbow ο Freeman βλέπει επιτέλους το όνομά του στη λίστα του καστ. Καμία έκπληξη, αφού η παρουσία του στο παιδικό show The Electric Company τον είχε κάνει ήδη αρκετά γνωστό. Ο ίδιος παραδόθηκε γρήγορα στην ανία και θα ήθελε να είχε κάνει νωρίτερα το άλμα στο σινεμά, αλλά ο μισθός του PBS ήταν εξαιρετικό δέλεαρ. Βέβαια, η εμφάνισή του στο Who Says δεν αλλάζει και πολύ τα δεδομένα, αφού ακόμα οι ρόλοι του είναι μικροί, και γι’ αυτό το λόγο δεν θα σταματήσει σύντομα να εμφανίζεται στην τηλεόραση: Ανάμεσα σε φιλμ όπως Blade (1973) και Coriolanus (1979) παρεμβάλλονται άφθονες τηλεοπτικές παρουσίες- Out to Lunch, Visions, Hollow Image.
Tα 80’s βρίσκουν τον Freeman με μια απλά αξιοπρεπή παρουσία στο χώρο του θεάματος, κάτι που θα αλλάξει σύντομα. Ήδη το 1980 θα εμφανιστεί στο Brubaker, του σταρ ολκής Robert Redford, ενώ έναν χρόνο μετά θα πρωταγωνιστήσει στο Death of a Prophet του Woodie King Jr, υποδυόμενος τον Malcolm X. H αλλαγή στην ποιότητα των ταινιών του είναι προφανής- το 1981 θα εμφανιστεί και στο Eye Witness του Peter Yates ενώ το 1984 ο Paul Newman τον θέλει στην ταινία του, Harry and Son. Tην ίδια χρονιά τον περιμένει και ένας μικρός ρόλος στο Teachers του Arthur Hillier, δίπλα σε ένα αξιοθαύμαστο καστ (Nick Nolte, Judd Hirsch, Richard Mulligan, Laura Dern), κάτι που θα του γίνει ούτως ή άλλως συνήθεια αφού μέσα στα επόμενα 5 χρόνια θα συνεργαστεί με ηθοποιούς του βεληνεκούς των Sissy Spacek (Marie), Christopher Reeve (Street Smart), Michael Keaton (Clean and Sober), Mickey Rourke, Ellen Barkin, Forest Whitaker (Johnny Handsome). Ο 52χρονος πλέον Freeman δεν έχει φτάσει ακόμα στο A-list billing που κάθε ηθοποιός επιζητά αλλά, όπως πλέον γνωρίζουμε, είναι πολύ κοντά στο status που θα χαρακτηρίσει όλη την καριέρα του: Αυτό του καλύτερου supporting actor. Παραδόξως, η υποψηφιότητα για Oscar που έρχεται το 1989 είναι για Leading Role αλλά στο Driving Miss Daisy δεν έχει κάποιον άλλον αντίζηλο στην οθόνη-εκτός φυσικά από την Jessica Tandy, που θα κερδίσει και το Oscar. Έχουμε ήδη πει πως σε μια χρονιά που έβλεπε στους υποψήφιους τα Born on the Fourth of July, Dead Poets Society, Field of Dreams και My Left Foot η νίκη του Driving Miss Daisy ήταν σαν να επιβραβεύεις ένα νανούρισμα σε ροκ διαγωνισμό-και δεν θα αλλάξουμε την άποψή μας. Το φιλμ του Bruce Beresford κατάφερε παρόλα αυτά να δώσει μια τεράστια ώθηση στην καριέρα του Freeman (που τουλάχιστον έχασε το Oscar από κάποιον.. Daniel Day-Lewis) που για τον ρόλο του Hoke Colburn επιστράτευσε την μειλίχια προσωπικότητά του και έκανε τον χαρακτήρα του αξιοπρεπή και όχι δουλοπρεπή.
Το 1989 ήταν και η χρονιά του Glory, άλλο ένα φιλμ στο οποίο είχε σημαντικό ρόλο, και που είδε τον Denzel Washington να κερδίζει το Oscar για Supporting Role. Η σειρά του Morgan αργεί ακόμα. Το Bonfire of the Vanities (1990), όπου υποδύεται τον δικαστή White, δεν είναι η επιτυχία που έλπιζε ο De Palma αλλά το 1991 ο Freeman μπαίνει σε περιοχή blockbuster με το επιτυχημένο Robin Hood: Robin Hood: Prince of Thieves. O Kevin Reynolds έχει την έμπνευση να αλλάξει λίγο τον θρύλο και να δώσει στον Robin του Loxley ένα sidekick που αποδεικνύεται πιο κυρίαρχο και από τον ίδιο τον πρωταγωνιστή. Ο Freeman, ως Azeem, μοιράζει σοφία, διανείμει επιστημονική γνώση, ξεγεννάει γυναίκες και όλα αυτά κουνώντας απειλητικά ένα τεράστιο χατζάρι κάτι που φτάνει για να τον κάνει πιο cool από τον Kevin Costner που το μόνο που καταφέρνει είναι να ερωτευθεί την μέτρια Marion της Mary Elizabeth Mastrantonio. O Freeman έχει τα άστρα με το μέρος του, και η τριετία 1992-1995 θα αφήσει στην καριέρα του ένα ανεξίτηλο σημάδι: To 1992 θα ενώσει τα…γηρατειά του με τον Clint Eastwood στο επικό Unforgiven, μια ένωση γιγαντιαίου ταλέντου και εμπειρίας για ένα φιλμ που αποδείχθηκε το Wild Bunch των 90’s ενώ το 1994 είναι τυχερός γιατί ο Frank Darabont του δίνει τον ρόλο του Red παρά το γεγονός ότι ο χαρακτήρας στο μυθιστόρημα του Stephen King ήταν Ιρλανδός. Σοφή απόφαση, σοφότατο casting. Ο Freeman λάμπει μαζί με έναν εξίσου συγκινητικό Tim Robbins, σε ένα φιλμ που ακόμα και σήμερα δεν έχει αναγνώριση που του αξίζει. Εκτός από εξαιρετική ερμηνεία, ο Freeman προσφέρει στο φιλμ και ένα δυνατό voice over, τέχνη στην οποία έχει προπονηθεί αρκετά μέσω της τηλεοπτικής του καριέρας.
Ένα χρόνο μετά, το 1995, εμφανίζεται στο Outbreak του Wolfgang Petersen αλλά είναι ένα φιλμ που θα εκλείψει κάτω από το…σκοτάδι του Se7en. Για άλλη μια φορά ο Freeman καλείται να ισορροπήσει τον κυκλοθυμικό συμπρωταγωνιστή του, σε ένα συνδυασμό που στοιχηματίζω πως χαρακτηρίστηκε ως ying-yang από το 80% των Αμερικάνων κριτικών. Είναι παράξενο το πώς αρκετοί ξεχνούν τον Freeman στην ταινία, παρασυρμένοι από την θυμωμένη ερμηνεία του Pitt ή την μαγνητική ψυχοπάθεια του Spacey, αλλά ο Morgan, εκτός από σανίδα σωτηρίας για την ψυχική μας υγεία, είναι και η μοναδική νότα συγκρατημένης αισιοδοξίας του φιλμ: «Ernest Hemingway once wrote, "The world is a fine place and worth fighting for." I agree with the second part». Συμπρωταγωνιστής σε 3 ταινίες που σημάδεψαν μια ολόκληρη δεκαετία. Καθόλου κακός απολογισμός γι’ αυτό και του συγχωρούμε τις ανώνυμες επιλογές των επόμενων ετών: To Amistad (1997) ήταν ίσως το μοναδικό φιλμ με απαιτήσεις και φιλοδοξίες αλλά δεν ήταν και ιδιαίτερη επιτυχία. Εκτιμούμε τις καλές προθέσεις του Moll Flanders, αλλά τα Chain Reaction (ο Keanu ξεφεύγει από τον πυρηνικό όλεθρο με μια μοτοσικλέτα!), Kiss the Girls (ο δολοφόνος είναι ο μπάτλερ!-περίπου) και Deep Impact (το μισούμε γιατί κάνει το Armageddon να μοιάζει ταινιάρα!) κυμαίνονται από το φλοπ έως τη μετριότητα…και ναι μεν το Nurse Betty ήταν έξυπνο και ενδιαφέρον (και φυσικά δεν το είδε κανείς) αλλά ποιος να ευθύνεται για φιλμ όπως Under Suspicion, Along came a Spider και High Crimes; Ποιο διαβολικό μυαλό θέλησε να γυρίσει θρίλερ με την Monica Potter πρωταγωνίστρια;! Και τι δουλειά έχει ο Freeman εκεί πέρα; Είχαμε την εντύπωση πως ο Morgan είχε βγει γρήγορα από την περίοδο των ταινιών που μας αφήνουν ασυγκίνητους αλλά τώρα που το ξανασκεφτόμαστε… The Sum of All Fears; Δεν φταίει φυσικά ο Freeman που κάποιος θεώρησε καλή ιδέα να δώσει στον Ben Affleck ένα ρόλο που έχει περάσει από τους Harrison Ford και Alec Baldwin αλλά θα έπρεπε να τους είχαν φωνάξει «Morgan, get the fuck out of there!!!»-ενώ όσα λιγότερα πούμε για το Dreamcatcher (2003) τόσο καλύτερα.
Ευτυχώς η κρίση φαίνεται να έχει περάσει οριστικά και ο Freeman επιστρέφει σε καλά επίπεδα όχι μόνο με το Levity αλλά και με το Bruce Almighty, ανόητη όσο και διασκεδαστική κωμωδία του Jim Carrey όπου ο Morgan αναλαμβάνει με ταπεινότητα τον ρόλο του…Θεού. Οι απαιτήσεις είναι αυτές που είναι αλλά το αποτέλεσμα είναι ένα ευχάριστο κατοστάλεπτο, κάτι που με λίγο ζόρι ισχύει και για το The Big Bounce (με τους Owen Wilson και Charlie Sheen). Kαι επιτέλους, ίσως στην περίοδο που το χρειαζόταν περισσότερο έρχεται και το Oscar. Ένα Oscar δίκαια και αναμενόμενο για την παρουσία του (και την αφήγησή του) στο Million Dollar Baby, μια ταινία που όπως σε πολλά θέματα δίχασε τους πάντες (και εμάς στο cine) έτσι τους ένωσε σε άλλα, όπως πχ στης γενική αποδοχή για την βράβευση του Morgan. Με περίσσεια ενέργεια, και μετά το Danny the Dog του Louis Leterrier, ο Freeman ξαναβυθίζεται στον χρυσοφόρο κόσμο των Blockbusters και χτυπάει φλέβα με το Batman Begins, μιας που θα έχει να λέει στα εγγόνια του πως αυτός είναι ο υπεύθυνος για τον εξοπλισμό του ανθρώπου νυχτερίδα-ενώ ως Lucius Fox θα επιστρέψει και στο The Dark Knight του 2008.
Στην συνέχεια δανείζει τη φωνή του για την αφήγηση του War of the Worlds (2005) αλλά και το επιτυχημένο March of the Penguins (δεύτερο ντοκιμαντέρ του, μετά το The Long Way Home) ενώ ελπίζουμε να έδωσε χρήσιμες συμβουλές στον Timberlake στο σετ του Edison της ίδια χρονιάς. Το 2006 ήταν ένας από τους πρωταγωνιστές του Lucky Number Slevin, ταινίας-έκπληξης που απέκτησε γρήγορα φανατικούς οπαδούς, έχοντας στο καστ τον Bruce Willis αλλά και τους Freeman- Kingsley σε ρόλο αντίπαλων αρχόντων του εγκλήματος. Θέλοντας να νιώσει και το συναίσθημα του ποστ-μοντερνισμού, πρωταγωνιστεί ως…Morgan Freeman στο 10 Items or Less (2006) του Brad Silberling, ενώ ίσως αξίζει την προσοχή σας το The Contract, ένα φιλμ του οποίου την ύπαρξη σχεδόν είχαμε ξεχάσει αλλά δεν παύει να έχει το δίδυμο John Cusack – Morgan Freeman στο καστ.
Την επόμενη εβδομάδα ο Morgan Freeman θα εμφανιστεί και πάλι στις κινηματογραφικές οθόνες μας και ελπίζουμε να κάνει το θαύμα του στο Evan Almighty, που αυτή τη φορά βλέπει στον ρόλο του πρωταγωνιστή τον Steve Carell. Ο ακούραστος Freeman δεν σταματά εδώ: Τον περιμένουν ρόλοι στο sci-fi Rendez Vouz with Rama, στο Wanted του Timur Bekmambetov (δημιουργό του Night Watch) αλλά και το Gone, Baby, Gone σε σκηνοθεσία Ben Affleck. Όχι πως ο Morgan Freeman χρειάζεται περαιτέρω επιβεβαίωση- είναι άλλωστε ο μόνος ηθοποιός που έχει παίξει το Θεό, τον πρόεδρο των ΗΠΑ και τον Malcolm X και παρόλα αυτά μπορεί να νιώθει αδικημένος.
|