Απόφοιτος της τάξης 87 του UCLA ο Verbinski έδειξε από νωρίς τη δημιουργικότητά του. Η πρώτη του επαφή με την κάμερα δεν έγινε για τον κινηματογράφο, αλλά κατά τη σκηνοθεσία μουσικών βίντεο για συγκροτήματα. Δούλεψε για χρόνια στο διαφημιστικό χώρο για μεγάλες εταιρίες, ανάμεσά τους η Coca Cola, η Nike, η Canon, η United Airlines, και το 1993 δημιουργεί την πασίγνωστη διαφημιστική καμπάνια με τα βατράχια για την Budweiser.
Η μέχρι τότε πορεία του θα τον δικτυώσει στο χώρο των πολυμέσων και έτσι το 1996 θα γράψει και θα γυρίσει την πρώτη του ταινία, The Ritual. Το Mousehunt που γυρίζει ένα χρόνο αργότερα θα τύχει θερμότερης υποδοχής, ενώ το 2001 καταφέρνει να εξασφαλίσει έναν Brad Pitt και μια Julia Roberts για την πρώτη ταινία ολκής του, το The Mexican. Παρά το μεγάλο της κόστος και το εντυπωσιακό καστ, η ταινία εισπράττει μόλις 60 εκ. δολάρια, θάβεται από τους κριτικούς (κάποιοι θέλουν να την παρουσιάζουν ότι πήρε μικτές κριτικές) και μπαίνει στη λίστα με τα μεγαλύτερα κινηματογραφικά φιάσκο.
Καθώς το πάθημα μάθημα όμως, ο Verbinski αποδεικνύει το εφευρετικό του πνεύμα διασκευάζοντας το 2002 το ιαπωνικό Ringu, θρίλερ το οποίο θα γίνει ένα από τα εμπορικότερα όλων των εποχών και θα καταστεί σχεδόν περισσότερο καλτ απ’ ότι το ιαπωνικό αντίστοιχό του. Ο Verbinski όντας θαυμαστής του πρωτότυπου Ring αλλά και του σκηνοθέτη του, το προσέγγισε με αίσθημα ευθύνης («I think when you remake a movie you try not to mess it up»), πρόσθεσε το δικό του δημιουργικό άγγιγμα («you kind of have to celebrate that but at the same time try to reinvent it where you can», «cinematographer Bojan Bazelli and I discussed the removal of shadows to try to keep the characters feeling like they`re floating a little bit, in space») και το προσάρμοσε στις προτιμήσεις του δυτικού κοινού, αν και δεν του άρεσε («The western desire for linearity, and resolution are so destructive to a film like this», «To me Ring is about the lack of conclusion. This is something that a western audience is going to have a difficult time swallowing. But it`s what I like about it»).
Αλλά δεν ήταν παρά μόνο όταν γύρισε το Pirates of the Caribbean: The Curse of the Black Pearl που γνώρισε την πραγματικά μεγάλη επιτυχία. Ο μαγευτικός συνδυασμός ειδικών εφέ («visual effects are just another tool in the chest now»), ανάλαφρου αλλά διασκεδαστικού σεναρίου και πάνω απ’ όλα η μεθυσμένη και απολύτως αυθεντική ερμηνεία του Johnny Depp («when you hire Johnny Depp you know you`re going to get something like that. Johnny really went his own way with the character: what you see physically and what he does with his mannerisms are 100% his creation») έδωσαν στην ταινία ένα φρέσκο μπρίο που κατέκτησε το κοινό. Κι έτσι τρία χρόνια μετά ο Verbinski γυρίζει το sequel, Pirates of the Caribbean: Dead Man`s Chest, ταινία που έσπασε τα ταμεία και έγινε η πιο επιτυχημένη κωμική περιπέτεια, ενώ ήδη φιλμογραφεί το τρίτο μέρος, ώστε να ολοκληρωθεί η τριλογία και μετά βλέπουμε… («Right now, it`s about finishing the trilogy. After that, whatever happens happens»). Στο μεταξύ ο Verbinski γύρισε το The Weather Man, μια χλιαρή υποτονική ταινία που δεν σώθηκε ούτε από την παρουσία των Nicolas Cage και Michael Caine, για την οποία πάντως δεν μετανιώνει: «It didn`t cost anything to make, so we don`t have to appeal to everybody. That`s liberating. I bump into people all the time now who are like, `Wow, I really liked it.` They are usually going through some sort of mid-life crisis».
Είναι φυσικά βέβαιο ότι οι Πειρατές που ανοίγουν τέλη Αυγούστου και στην Ελλάδα θα τύχουν θερμής υποδοχής. Η ταινία περιέχει όλα τα στοιχεία επιτυχίας της προηγούμενης, ενώ για τους περισσότερους ξεπέρνα (παρά το ότι είναι sequel) το πρώτο μέρος. Το κλίμα καλοκαιριού βοηθάει βεβαίως.
|