• ΕΠΙ ΤΟΥ ΠΙΕΣΤΗΡΙΟΥ...

  • Αριθμός ταινιών: 22315
  • Αριθμός συν/τών: 759967
  • Πρόγραμμα 300 Κινηματογράφων και 18 τηλεοπτικών σταθμών
Αφιερωμα


Πεμ 06 Ιουλ 2006

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟΥ, μέρος 3ο


Διαβάστε το 1ο και 2ο μέρος του αφιερώματος



Η ιστορία του Παγκοσμίου Κυπέλλου μέχρι τη φάση των ημιτελικών, θα μπορούσε να συνοψιστεί με την παράφραση ενός παλιότερου κινηματογραφικού τίτλου. Τέσσερις κηδείες και ένας γάμος λοιπόν, και έπεται συνέχεια. Κηδεία πρώτη: Η προπονητική επανάσταση βρίσκει τον εκφραστή της στο πρόσωπο του Αργεντινού Χοσέ Πέκερμαν, που στην πιο σημαντική δοκιμασία στο τουρνουά, κατορθώνει να εγκληματήσει εις βάρος της ποδοσφαιρικής λογικής. Με αλλαγές εμπνευσμένες από σενάριο των Μόντυ Πάιθον, παίκτες παραταγμένους στον αγωνιστικό χώρο σε διάταξη-ξεπατικωτούρα από πίνακα του Σαλβαντόρ Νταλί και κρατώντας κάποια από τα ισχυρότερα όπλα του στη φαρέτρα για την επόμενη διοργάνωση, δίνει την ευκαιρία στους Γερμανούς να του φάνε το γλυκό μέσα από τα χέρια. Κηδεία δεύτερη: Μια Αγγλία - κακοποίηση του ποδοσφαίρου, καταφέρνει να αποκλειστεί ακόμη μία φορά από την αγαπημένη της, ηρωική απόσταση: Τα έντεκα μέτρα. Κηδεία Τρίτη: Οι σύγχρονοι Δον Κιχώτες ακόμη πολεμούν αόρατους ανεμόμυλους, προτού σκοτώσουν τα θεριά που τους λαβώνουν πισώπλατα: Τα Συμπλέγματα Κατωτερότητας και τη Διχόνοια. Κηδεία τέταρτη: Η Βραζιλία. Ολόκληρη. Ένας καραφλός Αλγερινός μάγος της θύμισε πως οι χαριτωμένες μνήμες μεγαλείων ταιριάζουν στους ετοιμοθάνατους. Και ο Γάμος: Αφού κατάπιε στωικά όλη τη χλεύη και τη δυσπιστία των συμπατριωτών της, τώρα απολαμβάνει το ερωτικό ταγκό μιας δεύτερης Ενοποίησης…



Αν ο καταιγισμός εικόνων του Μουντιάλ σας άνοιξε την όρεξη και τα μέρη 1 και 2 του αφιερώματος σας χόρτασαν όσο και ένα παριζιάνικο ορντέβρ, ως τελευταία προσφορά παραθέτουμε τέσσερις ακόμη κατηγορίες ιστοριών:



Εργοστάσιο ποδοσφαίρου (The Football Factory, 2004) του Nick Love. Το βιβλίο του John King ανήκει στα αναγνώσματα που κάθε ποδοσφαιρόφιλος με τάσεις αυτοσεβασμού οφείλει να τιμήσει. Δεν πρόκειται απλά για ένα μυθιστόρημα με θέμα το χουλιγκανισμό. Είναι μια ιστορία ανδρών που αναζητούν την ταυτότητά τους, μια αυτοεπιβεβαίωση, την ένταξη σε ένα σύνολο, τη διαφυγή από έναν άνοστο τρόπο ζωής. Ταυτόχρονα ερευνά και τον πιθανό συσχετισμό ανάμεσα στην έλλειψη ηλιοφάνειας και των μουχλιασμένων εγκεφαλικών κυττάρων των Άγγλων οπαδών, γεγονός που προωθεί και την ανάγκη κάθε σοβαρής Βρετανικής ταινίας να βρίθει ραφινάτων μονολόγων: «Θέλεις να κάθεσαι σε ένα συφιλιασμένο γραφείο με ένα μ*** για αφεντικό να σου λέει τι να κάνεις, καθώς μετράς τις πέννες σου προσπαθώντας να προσαρμοστείς σε μία χώρα που βυθίζεται στις απεργίες και τους πολέμους και στο τέλος της μέρας να γυρνάς στο μικρό, βολικό διαμέρισμά σου στο Πουθενοχώρι, να κλείνεις τις κουρτίνες του ΙΚΕΑ για να κρυφτείς από τον μεγάλο, κακό κόσμο και να παριστάνεις ότι τίποτε από αυτά δε συμβαίνει; Ή θα σηκωθείς να αναμετρηθείς, να κάνεις τη διαφορά και να νιώσεις την έξαψη; Για μία φορά πες “γ*** τα”. Είμαι συσπειρωμένος σαν ελατήριο έτοιμο να εκτοξευτεί και η μαλ*** δε βοηθάει πια. Χρειάζομαι τη βία για να αισθανθώ ζωντανός. Ξέρω τι προτιμώ να κάνω, mate. Τότεναμ εκτός έδρας! Love it!» Και όπως έκλεινε ο Αντέννα την εποχή που δεν επαρκούσαν οι εκπομπές για 24ωρο πρόγραμμα, Ένα ποίημα - καληνύχτα: «Το να σε βαράνε χούλιγκαν, είναι σαν να έχεις αφροδίσιο νόσημα. Ο γ*** πόνος διαρκεί για πάντα. Αυτό όμως είναι που το κάνει τόσο συναρπαστικό.» Love it!
ΤΙ ΜΑΣ ΘΥΜΙΣΕΣ: Ναι, είναι αλήθεια πως οι Άγγλοι δεν είναι ιδιαίτερα ενθουσιασμένοι με τον τρόπο ζωής τους. Ούτε καν με την ίδια τους τη χώρα.
Τους τη δίνει η βροχή, τα άθλια τηλεοπτικά προγράμματα, οι χίλιοι δυο τρόποι με τους οποίους το κράτος αρμέγει τους μισθούς, η αντικαπνιστική υστερία. Με την πρώτη ευκαιρία γεμίζουν Heathrow και Gatwick για τη Μεσόγειο ή την Αφρική, κάνουν τα ψώνια τους στη Γαλλία και το Βέλγιο, αγοράζουν σπίτια στην Ιβηρική. Τρία πράγματα όμως δεν θα πάψουν ποτέ να λατρεύουν: Το ποδόσφαιρο, το πιοτί και τη Βασίλισσα. Τα πρώτα δύο τα εννοούν, και ο συνδυασμός τους έχει ιστορικά αποδειχτεί εκρηκτικός. Ο εγχώριος χουλιγκανισμός που άρχισε να ανθίζει τη δεκαετία του ’60 και οδήγησε στην ψήφιση ειδικού νομοσχεδίου με το οποίο οι αρχές μπορούσαν να απαγορεύσουν την είσοδο ταραχοποιών στοιχείων στα γήπεδα το 1968, κατάφερε να βρει διέξοδο στην ηπειρωτική Ευρώπη τη δεκαετία του ’80: Ήταν η εποχή που η οικονομική ύφεση εξασθενούσε, επιτρέποντας σε ολοένα και περισσότερους οπαδούς του νησιού να συνοδεύουν τις ομάδες στις εκτός έδρας υποχρεώσεις τους. Ο Θατσερισμός, η ανέχεια και η άρνηση συμφιλίωσης με την αστική πραγματικότητα που συνεπάγονταν βίαιες συμπεριφορές, ήταν απλώς προϊόντα βολικών αναλύσεων που κατέρρεαν μπροστά σε μια ενοχλητική πραγματικότητα: Στα αίτια που ορίζονταν από την τριπλέτα ηλιθιότητα-μέθη-αγελαία ψυχολογία, ήρθε να προστεθεί και αυτό της εθνικής υπερηφάνειας. «Εμείς τους μάθαμε το παιχνίδι, δεν δικαιούνται να κερδίζουν», ήταν μία από τις λογικές που συνόδευε τις ευρωπαϊκές αποτυχίες. Συν τοις άλλοις, οι ταξιδιώτες από την κατά παράδοση πολιτισμικά απομονωμένη Αγγλία, δεν μπορούσαν να αντιληφθούν τη διαφορά νοοτροπίας των πόλεων που τους φιλοξενούσαν. Θεωρούσαν ότι το να αδειάζει κανείς ένα καφάσι στην πλησιέστερη μπυραρία και να μπαίνει στο γήπεδο με δυο-τρία κουτάκια καβάτζα, ήταν ο ορθά θεσπισμένος από τη χώρα προέλευσής του ορισμός του ποδοσφαιρόφιλου, τον οποίο κανένας μιμητής δεν επιτρεπόταν να αλλοιώσει. Στις 2 Ιουνίου του 1985 ωστόσο, οι αντιλήψεις και οι πρακτικές αυτές θα περιορίζονταν γι ακόμη μία φορά πίσω από τις ακτές του νησιού που τις κυοφόρησε, μετά τον πενταετή αποκλεισμό που επέβαλλε η Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Ποδοσφαίρου στις Αγγλικές ομάδες. Τέσσερις μέρες νωρίτερα στο Χέιζελ του Βελγίου και λίγο πριν την έναρξη του τελικού του Κυπέλλου Κυπελλούχων, οπαδοί της Λίβερπουλ ρίχνουν τα διαχωριστικά κιγκλιδώματα και επιτίθενται στους οπαδούς της Γιουβέντους. Εκείνοι υποχωρούν. Πολλοί πεθαίνουν από ασφυξία, όρθιοι, στριμωγμένοι από τους διπλανούς τους. Ένας τοίχος καταρρέει παρασέρνοντας άλλους, σώματα καταπλακώνονται. 39 είναι οι νεκροί που θα γράψουν με τα ονόματά τους την τραγικότερη σελίδα του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου και θα σπρώξουν το Αγγλικό ποδόσφαιρο σε ένα βαθύτερο ναδίρ. Ο δρόμος προς την επιφάνεια φάνταζε πλέον πιο ανηφορικός από ποτέ.


The Firm (1988) του Alan Clarke. Σχεδόν μια δεκαετία πριν το I.D. του Philip Davis, ο Clarke επιχειρεί την πρώτη σοβαρή προσπάθεια καταγραφής του χουλιγκανισμού ως κοινωνικό φαινόμενο, τη μετεξέλιξή του από μια βίαια εκτόνωση συναισθημάτων σε οργανωμένο έγκλημα, χωρίς περιφράσεις, χωρίς χιουμοριστικές παρακάμψεις. Η συμμορία του Gary Oldman δε μιλάει ποτέ για ποδόσφαιρο. Υφίσταται για να σπάει κεφάλια, ή όπως εύγλωττα μαρτυρά το ρητό της “We come in peace, we leave you in pieces”… Τα μέλη της ταξιδεύουν στην πρώτη θέση των τρένων, το αφεντικό είναι επιτυχημένος επαγγελματίας και οικογενειάρχης – κανένας συσχετισμός με τους χαμηλής διαστρωμάτωσης ταραχοποιούς που δαιμονοποιούν τα μέσα ενημέρωσης. «Γιατί δε λένε ότι απλά μας αρέσει να πλακωνόμαστε;» Ίσως επειδή οι κοινωνίες είναι ανίκανες να υποταχτούν στην ιδέα πως θρέφουν μέλη με τέτοιες παρορμήσεις - ικανά να στήσουν μικρούς στρατούς για μικρές μάχες, μόνο και μόνο για να κάνουν το κέφι τους. Με μια μπάλα ως πρόσχημα…
ΤΙ ΜΑΣ ΘΥΜΙΣΕΣ: …Το ίδιο ακριβώς πρόσχημα που χρειάστηκε και ο στρατός του Ελ Σαλβαδόρ για να επιτεθεί στη γειτονική Ονδούρα στις 14 Ιουλίου του 1964, σε μία ένοπλη διαμάχη που διήρκησε λιγότερο από 100 ώρες και έμεινε γνωστή ως ο Πόλεμος του Ποδοσφαίρου. Οι σχέσεις των δύο χωρών ήταν ήδη τεταμένες λόγω οικονομικών και δημογραφικών διαφορών, αποτέλεσμα του μαζικού μεταναστευτικού κύματος από τις φτωχές περιοχές της Ονδούρας προς την εύπορη γείτονα χώρα. Με τα ΜΜΕ να επιδίδονται σε μία διαρκή εθνικιστική προπαγάνδα απαιτώντας απελάσεις και την κοινή γνώμη δυσαρεστημένη εξαιτίας της κοινωνικής και οικονομικής μετάλλαξης που υφίστατο η χώρα, το στρατιωτικό καθεστώς της Ονδούρας αναζητούσε την κατάλληλη αφορμή για δυναμική επέμβαση. Η αφορμή αυτή δόθηκε με τους ποδοσφαιρικούς αγώνες για την προκριματική φάση του Παγκοσμίου Κυπέλλου ανάμεσα στις εθνικές ομάδες των δύο χωρών, που διεξήχθησαν στις 8 και 23 Ιουνίου του 1969. Η εντός έδρας νίκη της Ονδούρας στο πρώτο παιχνίδι συνοδεύεται από αντεθνικά συνθήματα και ύβρεις κατά τη διάρκεια της ανάκρουσης του εθνικού ύμνου των αντιπάλων, ενώ η ομάδα του Σαλβαδόρ προπηλακίζεται κατά την αποχώρησή της από το αεροδρόμιο της πόλης. Πίσω στην πατρίδα, η οργή ξεχειλίζει μόλις γίνεται γνωστό ότι η 18χρονη Amelia Bolanios αυτοπυροβολήθηκε μπροστά στην τηλεόρασή της, λίγο μετά το νικητήριο γκολ της Ονδούρας στο τελευταίο λεπτό του αγώνα. Θα κηδευτεί με τιμές αρχηγού κράτους, με τη σημαία της χώρας να στολίζει το φέρετρό της και την πομπή να ακολουθούν ο πρωθυπουργός, υπουργοί και οι παίκτες της εθνικής ομάδας. Ο επαναληπτικός, ορισμένος να διεξαχθεί μία εβδομάδα αργότερα, έχει ξεφύγει πια από τις ποδοσφαιρικές του διαστάσεις. Το ξενοδοχείο της αποστολής της Ονδούρας βομβαρδίζεται με αυγά και ψόφια ποντίκια από ένα εξαγριωμένο πλήθος που κρατά πλακάτ με τη φωτογραφία της εθνικής ηρωίδας Bolanios. Κατά την ανάκρουση των εθνικών ύμνων λίγο πριν την έναρξη του παιχνιδιού, ένα βρώμικο τραπεζομάντιλο αντικαθιστά τη σημαία της Ονδούρας που έχει καεί από τους οπαδούς των γηπεδούχων. Ο πόλεμος νεύρων θα συνεχιστεί καθ’ όλη τη διάρκεια του αγώνα, που θα λήξει με 3-0. Οι φιλοξενούμενοι φίλαθλοι ξυλοκοπούνται και εκδιώκονται προς τα σύνορα. Δύο από αυτούς δολοφονούνται, 150 αυτοκίνητα καίγονται, ενώ τα σύνορα θα παραμείνουν κλειστά για αρκετές ώρες μετά τη λήξη του παιχνιδιού. Στις 27 Ιουνίου η Ονδούρα αναστέλλει κάθε διπλωματική σχέση με τη γείτονα χώρα και 17 μέρες αργότερα ξεσπά ο πόλεμος, που θα αφήσει πίσω του 6 χιλιάδες νεκρούς, διπλάσιους τραυματίες και 50 χιλιάδες άστεγους… Και τώρα ας επιστρέψουμε στην αρχή της αυτής της ιστορικής αναδρομής, έχοντας ταυτόχρονα στο νου μας τις ποδοσφαιρικές αναμετρήσεις της χώρας μας με την Αλβανία - τις καμμένες σημαίες στο Ολυμπιακό Στάδιο, τα συνθήματα, τους εθνικούς ύμνους, τα πλακάτ στο γήπεδο των Τιράνων. Πόλεμος, με ακόμη μία μπάλα για δεκανίκι.


Οι Χούλιγκανς (Κάτω τα Χέρια Από τα Νιάτα, 1983) του Κώστα Καραγιάννη. Είσαι αριστούχος απόφοιτος λυκείου αλλά σου τη σπάει η κοινωνία/η οικογένεια/ο αριστοκρατικός περίγυρος/οι προσδοκίες των άλλων/η ψευτογκλαμουριά; Άδικα απελπίζεσαι. Φόρεσε τα ρούχα της μάνας σου, σόκαρε όλους τους παρευρισκόμενους στο πάρτι αποφοίτησης που έχει διοργανώσει ο πατέρας σου και ξαμολήσου στους δρόμους της Αθήνας ως απελπισμένη drag queen βγαλμένη από ταινία του John Waters. Όλο και κάποια συμμορία θα βρεθεί να σε περισυλλέξει, να σε ντύσει, να σε θρέψει και να σε μυήσει στις ποδοσφαιρικές συνήθειες της τρούμπας. Έλα λοιπόν να μάθεις πως είν’ η ζωή και όλα τα ωραία μέχρι να μείνεις παράλυτος από το ξύλο. Τι και αν είσαι Γαύρος, Χανούμι ή Βάζελος; Δεν έχει σημασία. Στο τέλος θα συνειδητοποιήσεις ότι δεν είσαι παρά ένα πιόνι στα σχέδια μιας σκοτεινής Ναζιστικής οργάνωσης, της οποίας το κουβάρι θα τρέχει να ξεμπλέξει ο θείος Τσάκωνας.. Και όταν ξυπνήσεις από αυτό τον εφιάλτη του ΑΜΑΝ Teleshopping, θυμήσου ότι βρίσκεσαι στην αλησμόνητη δεκαετία του ’80, όπου ο Μπέζος κυκλοφορεί με κασκόλ της ΑΕΚ, ο Στηβ ο Ντούζος έχει προλάβει να μαθητέψει σε δύο Ροδοτσαντοκοπάνες, ο Σουγκλάκος εξακολουθεί να δέρνεται με τον Μαύρο Πάνθηρα στα ρινγκ και ο Κώστας Καραγιάννης γυρίζει τη Μανούλα, το Μανούλι, τον Παίδαρο και τον Παπασούζα Φαντομά.
ΤΙ ΜΑΣ ΘΥΜΙΣΕΣ: Θυμήσου ακόμη πως είναι η δεκαετία όπου το ελληνικό ποδόσφαιρο έχει εξοριστεί απότομα από την εποχή της αθωότητας. Θυμήσου το χρονικό εκείνης της τόσο ηλιόλουστης, τόσο μαύρης Κυριακής. Είναι 8 Φεβρουαρίου του 1981, ώρα 16:58, όταν το ρολόι στο γήπεδο Καραϊσκάκη σταματά. Το ντέρμπι του Ολυμπιακού με την ΑΕΚ μόλις έχει λήξει και οι ερυθρόλευκοι οπαδοί παραληρούν για το θριαμβευτικό 6-0 της ομάδας του Γαλάκου, του Κουσουλάκη, του Κυράστα, του Ορφανού. Σύσσωμη η θύρα 7 του γηπέδου σπεύδει προς την έξοδο με κατεύθυνση τη θύρα 1 για να προλάβει την έξοδο των παικτών, ένα αυτόγραφο, μια φωτογραφία,
ένα «ευχαριστώ» για τη χαρά και την υπερηφάνεια που τους χάρισαν. Τρέχουν. Κάποιος γλιστράει σε ένα αφρολέξ, σπρώχνει, πέφτει επάνω στους μπροστινούς. Ντόμινο. Η μοίρα βρίσκει τη χειρότερη στιγμή να θέσει σε εφαρμογή τη θεωρία του Χάους - το κανονικό και το τυχαίο, το προβλέψιμο και το απρόβλεπτο ζευγαρώνουν εν μέσω συνοδείας κραυγών και ουρλιαχτών τρόμου: Η 7η είναι η μοναδική θύρα που οδηγεί στην έξοδο μέσω μιας σκοτεινής στοάς (φωτο), η σιδερένια καγκελόπορτα είναι μισάνοιχτη, οι πίσω δεν μπορούν να δουν τι διαδραματίζεται μπροστά της. Σπρώχνουν και αυτοί, καταπλακώνουν και καταπλακώνονται, πρόσωπα στριμώχνονται επάνω στα κάγκελα, ασφυκτιούν. Στις 17:03 αστυνομικοί και οπαδοί από άλλες θύρες ξεριζώνουν ένα τουρνικέ και ξεκινά ο απεγκλωβισμός. Νεκροί και τραυματίες μεταφέρονται από 13 ασθενοφόρα και περιπολικά στο Τζάνειο, όπου επικρατεί το αδιαχώρητο. Στις 17:50 η τηλεόραση διακόπτει το πρόγραμμά της κάνοντας έκκληση για αιμοδότες καθώς και για γιατρούς ώστε να ενισχυθεί το έργο των εφημερευόντων. Στις 18:30 το Κέντρο Άμεσης Δράσης καλεί τους αστυνομικούς να σπεύσουν στα νοσοκομεία για αιμοδοσία, ενώ για τον ίδιο λόγο καταφθάνουν στο Τζάνειο παράγοντες του Ολυμπιακού, της ΑΕΚ, του Παναθηναϊκού. Οι συγγενείς καλούνται να βοηθήσουν στην αναγνώριση των πτωμάτων που βρίσκονται αραδιασμένα στο πάτωμα του νεκροτομείου (φωτο) την ώρα που γιατροί και νοσοκόμες με ματωμένες μπλούζες φωνάζουν ονόματα τραυματιών στους διαδρόμους. Στις 20:00 ανακοινώνονται τα τρία πρώτα ονόματα θυμάτων, ενώ μισή ώρα αργότερα καταφθάνει και ο πρωθυπουργός Γεώργιος Ράλλης. Ραδιόφωνο και τηλεόραση μεταδίδουν μόνο πένθιμη μουσική, ενώ κατά τις 9 το βράδυ 400 άτομα προσπαθούν να εισβάλουν στο γήπεδο Καραϊσκάκη προς αναζήτηση των αρχών ασφαλείας. Η οργή και το πένθος που σκόρπισε η αιφνίδια τραγωδία σε 21 οικογένειες δεν θα σβήσει ποτέ: Τα περισσότερα ήταν ακόμη παιδιά -άγουροι έφηβοι, εικοσάρηδες και ένα πιτσιρίκι 14 ετών- που έγιναν άθελά τους μέσα σε μερικά λεπτά τα παιδιά ενός ολόκληρου έθνους... 3 Ιουλίου 2006, 22:00. Η απόδοση ευθυνών ακόμη εκκρεμεί.


Fever Pitch (1997) του David Evans. Γυναίκες και ποδόσφαιρο, ένας ημιαπίθανος συσχετισμός: «Εκείνον εκεί με τα μαύρα γιατί δεν τον παίζουν; Να, κοίτα, εκτελεί το πλάγιο με τα χέρια, δεν είναι φάουλ; Αυτός που βαράει το πέναλτι δεν είναι οφσάιντ τώρα; Τι είπαμε πάλι ότι είναι το οφσάιντ; Ωραίο παιδί αυτός ο Μπάλακ.» Τράβα καλή μου στο άλλο δωμάτιο και τηλεφώνησε στις φίλες σου – η εύκολη λύση. Τι γίνεται όμως όταν τα δύο αυτά βασικά στοιχεία της ζωής ενός άντρα, χωρίζει ένα διαζευκτικό μόριο; Γυναίκα ή ποδόσφαιρο; Αυτός είναι o προβληματισμός του Colin Firth στο αυτοβιογραφικό σενάριο του Nick Hornby. Τι γυρεύει η Ruth Gemmell ανάμεσα σε αυτόν και το πάθος του για την Άρσεναλ; Διαθέτει το σθένος να συμβιβαστεί; Ανέχεται να αποτελεί το δευτερεύον μέλημα της καθημερινότητάς του; Να συμβιώσει με την κυκλοθυμία του, την ψυχολογική του εξάρτηση από την πορεία της ομάδας στο πρωτάθλημα, τη διαρκή του ενασχόληση με αυτή; Ο Paul έχει πάρει την απόφασή του: Τίποτα δεν μπορεί να διαταράξει τον ιδιαίτερο του δεσμό. Το βάρος της επιλογής μοιραία πέφτει στη Sarah, που μετατρέπεται σε κατευθυντήριο μοχλό της ιστορίας: Μπορεί το αρσενικό μέρος αυτού του δίπολου να ελκύει περισσότερο το ενδιαφέρον εξαιτίας της ιδιόμορφης προσωπικότητας και των κωμικών στιγμών που χαρίζει ο σχεδόν ερωτικός ρόλος που διαδραματίζει η ομάδα στη ζωή του, ωστόσο πολύ περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο, η ταινία του Evans ενδιαφέρεται για τη θηλυκή ματιά σε αυτή την ανδρική παραπληγία. Ο όρος ρομαντική κωμωδία λοιπόν, δεν αποτυπώνει απόλυτα το χαρακτήρα του φιλμ – είναι βέβαιο πως σε αρκετά σημεία οι θεατές θα αναγνωρίσουν δικές τους εμπειρίες σαν μια υπερθετική αναπαράσταση. Η ντοκιμαντερίστικη διάσταση ενισχύεται ακόμη περισσότερο από την πιστότητα με την οποία αναπαριστά το κείμενο του Hornby την πορεία της Άρσεναλ το 1989, ακολουθώντας το χρονοδιάγραμμα των αγώνων και την κατάταξη στον πίνακα του πρωταθλήματος, δίνοντας βάση ακόμη και στις λεπτομέρειες σημαντικών παιχνιδιών. Φανατικός οπαδός των Κανονιέρηδων και ο ίδιος, επιχειρεί να αναβιώσει την αγωνιστική περίοδο που τους έστεψε πρωταθλητές μετά από 20 περίπου χρόνια , σε έναν πρωτότυπο φόρο τιμής. Έτσι, εκεί που το σύνηθες μοτίβο ενός σινε-ρομάντζου επιβάλλει την εισβολή ενός νέου ερωτικού πόλου έλξης στο σκηνικό με τη μορφή ενός Λατίνου εραστή ή κάποιας χυμώδους σεξοβόμβας, ο Hornby τοποθετεί την ομάδα του, την οποία και εμβαπτίζει σε ανθρώπινα χαρακτηριστικά. Αυτός είναι άλλωστε και ο τρόπος με τον οποίο αναγνωρίζει κάθε οπαδός το ποδοσφαιρικό του πάθος: Είναι μια αγαπημένη που θα σε ποτίσει πίκρες και χαρές, αλλά δε θα σε προδώσει ποτέ. Θα βρίσκεται συνέχεια κάπου εκεί, άλλοτε στο προσκήνιο και άλλοτε στο βάθος του μυαλού, και θα το επιβεβαιώνει με διαδοχικές συναισθηματικές φορτίσεις. Γυναίκες, μην κλαίτε. Κουράγιο…
ΤΙ ΜΑΣ ΘΥΜΙΣΕΣ: Σε πολλούς ο κεντρικός χαρακτήρας της ιστορίας του Hornby θα φαντάζει εξωπραγματικός, μια σεναριακή καρικατούρα κομμένη και ραμμένη στις ορέξεις του αφηγητή. Πολύ περισσότερο δε, σε όλους εκείνους που δεν έχει τύχει να επισκεφθούν τον σύνδεσμο της γειτονιάς τους, ανεξαρτήτου ομάδας, όπου οι πιθανότητες να γνωρίσουν παιδιά που ζουν και αναπνέουν για τη συλλογική τους προτίμηση είναι αυξημένες. Ακόμη και εκτός των συνδεσμιακών χώρων όμως, συναντάς συχνά ανθρώπους των οποίων το πάθος για το ποδόσφαιρο επισκιάζει κάθε άλλη κοινωνική δραστηριότητα. Το διασημότερο παράδειγμα που μοιάζει να βαδίζει στα χνάρια του κεντρικού μας ήρωα, είναι ο “Manolo el del bombo”, ελληνιστί “ο Μανόλο με το ταμπούρλο”, κατά κόσμον Manuel Cáceres Artesero. Ή απλά, Μανόλο. Ο πασίγνωστος πλέον οπαδός της εθνικής Ισπανίας έχει μετατραπεί σε θεσμό για τους Ίβηρες. Στολισμένος με την κόκκινη φανέλα με τον αριθμό 12 στην πλάτη, το βασκικό μπερέ και το ταμπούρλο κρεμασμένο στον ώμο, ακολουθεί την Furia Roja εδώ και 28 χρόνια, σε κάθε αναμέτρησή της. Η ιστορία του ταμπούρλου του όμως είναι ακόμη παλιότερη. «Ξεκίνησα 38 χρόνια πριν, ακολουθώντας την Huesca -ομάδα δεύτερης εθνικής κατηγορίας- και στη συνέχεια την Real Zaragoza. Ξεσήκωνα τον κόσμο και ανύψωνα το ηθικό των παικτών, και έτσι το 1978 αποφάσισα να κάνω το ίδιο και για την εθνική ομάδα.» Την οποία έχει ήδη ακολουθήσει σε επτά Παγκόσμια Κύπελλα: Το πρώτο του ήταν το 1982, όταν για χάρη της ομάδας αναγκάστηκε να διανύσει 15.000 χιλιόμετρα με ωτοστόπ. Σήμερα πια, ο Μανόλο έχει κερδίσει το δικαίωμα να κατεβαίνει στα αποδυτήρια, ακόμη και στα καμαράκια των διαιτητών: «Ξέρουν ποιος είμαι και ότι δεν πρόκειται να πειράξω άνθρωπο. Μέχρι σήμερα, κανένας δεν μου έχει απαγορεύσει την είσοδο. Όλοι με χαιρετούν και βγάζουν φωτογραφίες μαζί μου, παίκτες και διαιτητές.» Για το πάθος του ωστόσο, έχει θυσιάσει πολλά. Τον πρώτο καιρό εξασφάλιζε τα ταξίδια του κάνοντας αιματηρές οικονομίες, ενώ κατά τη διάρκειά τους αναγκαζόταν να κλείνει το μπαράκι στη Βαλένθια, του οποίου είναι ιδιοκτήτης. Σήμερα, η Ισπανική ομοσπονδία του εξασφαλίζει τα αεροπορικά εισιτήρια. Δικαίως, μιας και ο Μανόλο είναι ο πιο αφοσιωμένος φίλαθλος των εθνικών ποδοσφαιρικών χρωμάτων. «Το ποδόσφαιρο είναι η ερωμένη μου. Θα αντάλλασσα τα πάντα γι αυτό και δεν θα το εγκαταλείψω ποτέ.» Υπερβολές; Το 1987 βρίσκεται καθ’ οδόν για έναν αγώνα της Ισπανίας στην Αυστρία, όταν το αυτοκίνητό του ντελαπάρει μέσα σε ένα χαντάκι. Τέσσερις μέρες αργότερα, παίρνει εξιτήριο από το νοσοκομείο και συνεχίζει τη διαδρομή του για τη Βιέννη. Με την επιστροφή του στην Ισπανία, ανακαλύπτει ότι η γυναίκα του έχει φύγει από το σπίτι μαζί με τα τέσσερά τους παιδιά. «Εγκατέλειπα την οικογένειά μου για να βρίσκομαι στο πλευρό της εθνικής. Έχασα την αγάπη τους, αλλά τουλάχιστον κέρδισα την αγάπη των άλλων. Είναι βέβαια άσχημο να χάνεις την οικογένειά σου με αυτόν τον τρόπο, αλλά όχι όσο άσχημο θα ήταν αν είχα απατήσει τη γυναίκα μου με κάποια άλλη.» Αναμφίβολα, το ποδόσφαιρο είναι η ερωμένη του, την οποία δεν σχεδιάζει να αποχωριστεί στο άμεσο μέλλον: «Θα σταματήσω όταν έχω συμπληρώσει 12 Παγκόσμια Κύπελλα, όταν θα είμαι δηλαδή 77 χρονών - αρκεί βέβαια η Ισπανία να μην απουσιάσει από κανένα. Θα είμαι εκεί, ακόμη και αν χρειάζομαι πατερίτσες…» Όταν τα λόγια αυτά προέρχονται από κάποιον που θυσίασε οικογένεια, χρήμα και χρόνο για τη στρογγυλή θεά, δεν μπορείς παρά να τα πιστέψεις…



Boleiros – Μια εποχή ποδοσφαίρου (Boleiros – Era Uma Vez o Futebol, 1998) του Ugo Giorgetti. Όταν οι Βραζιλιάνοι μιλούν για ποδόσφαιρο σωπαίνεις. Έξι πρώην παίκτες συγκεντρωμένοι σε ένα μπαρ του Σάο Πάολο ξεδιπλώνουν τις μνήμες τους, μνήμες γεμάτες ιστορίες αγάπης για το παιχνίδι, πικρές, αστείες, διανθισμένες με απρόοπτα και συγκινήσεις. Τα μάτια τους αστράφτουν από υπερηφάνεια, την ίδια υπερηφάνεια που αρνείται να παραδεχτεί ότι τα γεράματα τους επιφύλαξαν χρέη και μια μοναξιά που δεν μαλακώνει με αναμνήσεις. Με μια επίστρωση κωμική γύρω από έναν πυρήνα βαθιά μελαγχολικό, το Boleiros διαχέει την αφηγηματική του αύρα με ιστορίες φαινομενικά ασήμαντες, αλλά στην ουσία τόσο περιεκτικές για το θαύμα που ονομάζεται ποδόσφαιρο. Βυθισμένο σε μια εποχή, που η Βραζιλία δώριζε στον ποδοσφαιρικό πλανήτη από το περίσσευμα των θαυμάτων της. Γιατί και σε αυτό το Μουντιάλ…
ΤΙ ΜΑΣ ΘΥΜΙΣΕΣ: …η Βραζιλία απογοήτευσε, γεγονός που δεν θα έπρεπε να εκπλήσσει τους υποψιασμένους. Η αλήθεια είναι ότι ποτέ δε συμπάθησα την εθνική της ομάδα, και τώρα πια, στα «γεράματα», δεν υπάρχουν πολλές πιθανότητες να με κερδίσει. Ίσως να φταίνε οι υπερβολές των υποστηρικτών της, που καυχιούνται πως ό,τι και αν συμβεί, αγαπούν την κυρίαρχη ποδοσφαιρική δύναμη του πλανήτη.
Ίσως να φταίει η ενορχηστρωμένη βραζιλιανόφιλη προπαγάνδα, η δεξιώθεν και αριστερώθεν, πολύ περισσότερο όταν προέρχεται από άτομα με ελάχιστη επαφή με το άθλημα. Ποτέ δεν μπόρεσα να καταλάβω, πώς κάποιος ποδοσφαιρόφιλος γύρω στα 30-35 μπορεί να διαθέτει τέτοιες παραστάσεις για αυτή την εθνική ομάδα. Μην ευθύνονται οι νίκες της απέναντι σε μεγάλους αντιπάλους; Στα τελευταία 5 μουντιάλ που έχει προλάβει να παρακολουθήσει ένας τριαντάρης, έχει κερδίσει μόλις δύο: Τους Άγγλους το 2004 και τους Ολλανδούς το ’94, και τους δύο μετά κόπων και βασάνων. Ισόπαλοι με τους Ολλανδούς το ’98, τους Γάλλους το ’86, τους Ιταλούς το ’94 οπότε και κατέκτησαν το τρόπαιο στα πέναλτι. Ήττα από τους Αργεντινούς το ’90, συντριβή από τους Γάλλους το ’98, Γάλλοι οι δήμιοί τους και φέτος. Και μην αναφέρει κανείς τους Γερμανούς του περασμένου Μουντιάλ. Είπαμε, μεγάλους αντιπάλους. Μην φταίνε πάλι τα πολλά της γκολ; Και βέβαια. Η Βραζιλία λατρεύει να διασύρει τους αντιπάλους: Κάτι κοντούς και άμπαλους. Πέντε στην Κόστα Ρίκα το 2002, τέσσερα στην Κίνα την ίδια χρονιά, την Ιαπωνία φέτος, τη Χιλή το ’98 και την Πολωνία το ’86. Δεν γνωρίζω κανέναν που να έχει γίνει υποστηρικτής της Γερμανίας λόγω της οκτάρας απέναντι στους Σαουδάραβες το 2002, Ισπανόφιλος μετά το 6-1 με τους Βούλγαρους το ’98, κομμουνιστής επειδή οι Σοβιετικοί έριξαν τέσσερα στο κεφάλι των Καμερουνέζων το ’90. Αντιθέτως, αν ήμουν οπαδός της Σελεσάο θα ξεχνούσα γρήγορα κάτι Σκωτσέζικα αυτογκόλ το ’98, τους κακούς Σουηδούς που μας έβγαλαν τα άντερα δύο φορές το ’94, τους Δανούς που μας έκλεψαν την παράσταση στη Γαλλία, τους Αλγερινούς το ‘86, τους Αμερικάνους που δεν κάθονταν να το φάνε με τίποτα στο Σαν Φραντσίσκο. Ίσως τελικά να μην είναι ούτε αυτό. Μην οφείλεται στο ότι απλά λατρεύουν το ποδόσφαιρο; Αναντίρρητα, αλλά τι να πουν και οι Άγγλοι, οι Ιταλοί που δεν τους βλέπει ξένο μάτι τα μουντιαλικά καλοκαίρια, ακόμα κι εμείς με τις 40 αθλητικές εφημερίδες… Όσο για το φολκλόρ της σάμπας και των αυτοσχέδιων καρναβαλικών φιέστων στις πλατείες (όπου όλως τυχαίως πάντοτε υπάρχει μια κάμερα κοντά για πλάνα με ημίγυμνες χορεύτριες), απορώ πως θα χαρακτηριζόμασταν ως έθνος αν στο πρόσφατο Euro κατεβάζαμε σύσσωμη την Αθηνών-Λαμίας στους δρόμους της Πορτογαλίας, ξαμολώντας τις εθνικές ξοβυζοκορμάρες καβάλα σε τραπέζια. Φαιδρότητες; Πιθανώς, ίσως από την άλλη πάλι να πρόκειται καθαρά για θέμα αντίληψης. «Καλά» θα πουν, «αλλά το έχουμε σηκώσει με το σπαθί μας δύο φορές στις τελευταίες 5 διοργανώσεις.» Δε θυμούνται όμως το ακυρωμένο γκολ του καημένου Βέλγου Βίλμοτς στη φάση των 16 το 2002 (φωτο), τις βούτες στην περιοχή και τα καραγκιοζλίκια για δήθεν τραυματισμό του Ριβάλντο (φωτο) με τους Τούρκους την ίδια χρονιά, το σούπερ αμυντικό – δήθεν εξευρωπαϊσμένο - ποδόσφαιρο του ’94, οπότε και θεοποιήθηκαν δύο από τους χειρότερους μεσοεπιθετικούς που έχει παρουσιάσει ποτέ η Βραζιλία στα Παγκόσμια Κύπελλα: Ο Μπεμπέτο και ο Ρομάριο. Και μιας και ο λόγος για ποδοσφαιριστές, δεν φαντάζομαι να υπάρχει κανείς που να διαφωνεί ότι από αυτή τη γωνιά της υφηλίου προέρχονται οι καλύτεροι παίκτες που στελεχώνουν αυτή τη στιγμή τους Ευρωπαϊκούς συλλόγους. Σημασία ωστόσο έχει, τι παρουσιάζουν και ως σύνολο. Όχι, η Βραζιλία της τελευταίας γενιάς δεν είναι η ομάδα που πολλοί επιχειρούν να αναγορεύσουν ως το «σύνολο που είναι κλάσεις ανώτερο από όλους τους άλλους μαζί». Αυτό που προκαλεί δέος, είναι η λάμψη της φανέλας που μεταλαμπαδεύεται από τις εποχές εκείνες που οι περισσότεροι από μας δεν πρόλαβαν να ζήσουν: Πελέ, Γκαρίντσα, Ζίκο, Ζαϊρζίνιο, Τοστάο, Ριβελίνο. Εποχές ποδοσφαίρου…


Από τα βάθη του χώρου (Aus der Tiefe des Raumes - ...mitten ins Netz, 2004) του Gil Gil Mehmert. Ήταν από τις πιο αντισυμβατικές ποδοσφαιρικές φιγούρες της εποχής του. Τα ξανθά του μαλλιά πάντοτε μακρύτερα από τις επιταγές των κανόνων ευπρέπειας, τα αγωνιστικά αυτοκίνητα και οι γυναίκες τα πάθη του. Η δεκαετία του ’60 δεν έχει ακόμη σβήσει, ο διαχωρισμός Δύσης και Ανατολής εξακολουθεί να βρίσκει την ψυχρότερη εφαρμογή του στη Γερμανία, τα ήθη επιμένουν προσκολλημένα σε φόρμες βαθιά συντηρητικές - τόσο στις καθημερινές συναναστροφές, όσο και στο ποδόσφαιρο. Ο Γκύντερ Νέτσερ όμως ήταν επαναστάτης σε κάθε τομέα της ζωής του: Σπάνια έτρεχε στο γήπεδο. Για την ακρίβεια, σπάνια εγκατέλειπε τη θέση του περισσότερο από δέκα βήματα. Έμοιαζε με ασάλευτη σημαδούρα γύρω από την οποία στριφογύριζαν όλοι οι υπόλοιποι, μέχρι που οι μπαλιές 30-40 μέτρων που έφευγαν από τα μεγέθους 47 γιγάντια παπούτσια του, έδιναν νέο νόημα στο παιχνίδι. «Από τα βάθη του χώρου» τις ονόμαζαν οι συμπατριώτες του, συμπληρώνοντας «…στο κέντρο των διχτύων», κάνοντας ταυτόχρονα λογοπαίγνιο με το όνομά του. Ο «Δίχτυας» των γερμανικών γηπέδων, έσκασε σαν βόμβα στο ποδοσφαιρικό προσκήνιο της χώρας. Παίζοντας ως τα 19 του χρόνια στην άσημη 1. FC Mönchengladbach, μεταπηδά το 1965 στην μεγάλη Borussia Mönchengladbach και αμέσως καλείται στην εθνική ομάδα της χώρας. Από το πουθενά, γίνεται ο παίκτης που σε 210 αγώνες θα σκοράρει 82 φορές και θα κερδίσει με τη Δυτική Γερμανία το Πανευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του 1972. Με αυτή την αναπάντεχή του προσγείωση στο ποδοσφαιρικό προσκήνιο καταπιάνεται η ταινία του Mehnert, που προσπαθεί να κλέψει κάτι από τη συγγραφική παράνοια του Charlie Kaufman. Στη θέση των μαριονετών, μέσου συναισθηματικής εκφόρτισης του John Cusack στο Being John Malkovich, τοποθετεί τα μικροσκοπικά ανδρείκελα ενός Subbuteo – της επιτραπέζιας ποδοσφαιρικής αναπαράστασης που ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής μεταξύ των φίλων του αθλήματος προτού η εμφάνιση των βιντεοπαιχνιδιών την εκτοπίσει στα βάθη των παταριών. Η αγαπημένη φιγούρα του Hans είναι ο ξανθομάλλης μεσοεπιθετικός του, το δεκάρι της ομάδας, επάνω στον οποίο εξαντλεί όλη τη δακτυλική του δεξιοτεχνία σκοράροντας από μεγάλες αποστάσεις. Και ένα μοιραίο βράδυ, εν μέσω χημικών και αναθυμιάσεων, το μεταλλικό του κατασκεύασμα παίρνει σάρκα και οστά αναστατώνοντας τη ζωή του δημιουργού του: Τώρα πια, στο σαλόνι του στρογγυλοκάθεται μία από τις μεγαλύτερες φυσιογνωμίες που θα γνωρίσει ποτέ το γερμανικό ποδόσφαιρο, και το χειρότερο, τον αποκαλεί «πατέρα»… Κάποιος ξεθεώθηκε στις βόλτες με το Magic Bus…


Ο άλλος τελικός (The Other Final, 2003) του Johan Kramer. Το Μπουτάν είναι ένα βουδιστικό κρατίδιο χαμένο κάπου στα Ιμαλάια. Το Μοντσεράτ, ένα ηφαιστειογενές νησάκι που διακρίνεται με μεγεθυντικό φακό κοντά στο σημείο του χάρτη όπου μετά βίας χωρούν οι λέξεις «Αντίλλες Νήσοι». Φαινομενικά, δεν συνδέονται με τίποτα κοινό. Γειτονεύουν ωστόσο στον πάτο της βαθμολογίας που ανακοινώνει κάθε χρόνο η Παγκόσμια Ομοσπονδία Ποδοσφαίρου: Βάσει αποτελεσμάτων, διαθέτουν τις χειρότερες εθνικές ομάδες του πλανήτη. Γεγονός που δεν πτόησε τις ομοσπονδίες των δύο χωρών να γιορτάσουν το γεγονός, με μία αναμέτρηση διαφορετική από τις άλλες: Λίγες ώρες πριν την έναρξη του τελικού του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 2002 για την ανάδειξη της κορυφαίας ομάδας του κόσμου, στην πρωτεύουσα του Μπουτάν Τίμπου, οι δύο ομάδες συναντώνταν για την αποφυγή του άτυπου τίτλου της χειρότερης ομάδας του κόσμου. Το παιχνίδι που παρακολουθήθηκε από 15 χιλιάδες θεατές – γεγονός αξιοσημείωτο αν αναλογιστεί κανείς ότι ο πληθυσμός της πόλης δεν ξεπερνά τους 25 χιλιάδες κατοίκους, ότι το εθνικό σπορ της χώρας είναι η τοξοβολία και ότι το θέαμα αναμενόταν αντάξιο των… περγαμηνών των ποδοσφαιριστών - προκάλεσε παγκόσμιο ενδιαφέρον: Τέτοιο, που ενέπνευσε τον Ολλανδό σκηνοθέτη να αφιερώσει σημαντικό τμήμα του ντοκιμαντέρ του, πέρα από την αμιγώς αθλητική, και στην πολιτισμική και κοινωνική αναμέτρηση που έλαβε χώρα μέσα στις τέσσερις γραμμές του γηπέδου. Η επικράτηση των 202ων σύμφωνα με την κατάταξη της FIFA γηπεδούχων με 4-0, λιγοστή αξία μπορεί να έχει μπροστά στο προφανές μήνυμα του εγχειρήματος. Το ποδόσφαιρο ως μέσο διάνοιξης διαύλων επικοινωνίας, ανεύρεσης σημείων ταύτισης, ως διεθνής γλώσσα. Πόσο κοινότυπη μπορεί λοιπόν να ακούγεται στα αυτιά μας η δικαιολογία των ηττημένων περί εξοντωτικού υψομέτρου; Τα ίδια δεν λένε Αργεντινοί και Βραζιλιάνοι κάθε φορά που επισκέπτονται τις Άνδεις για να αντιμετωπίσουν το Εκουαδόρ;



Ο Φόβος του Τερματοφύλακα πριν από το Πεναλτι (Die Angst des Tormanns beim Elfmeter, 1972) του Wim Wenders. Δεκαπέντε χρόνια προτού η συνεργασία του συγγραφέα Peter Handke και του Γερμανού σκηνοθέτη καρποφορήσει με τα αριστουργηματικά Φτερά του Έρωτα, πρόλαβε να κάνει δώρο στους απανταχού Έλληνες σπορτκάστερ έναν τίτλο-αποκούμπι για όλες εκείνες τις στιγμές που η κάμερα ζουμάρει στο πρόσωπο ενός τερματοφύλακα πριν από την εκτέλεση της εσχάτης των ποινών. Όση σχέση βέβαια έχει αυτό το διερευνητικό των προτύπων σκέψης πόνημα με το ποδόσφαιρο, άλλη τόση έχει και ο τίτλος του με την πραγματικότητα. Από τα έντεκα βήματα, ο κυματοειδώς μονότονα επαναλαμβανόμενος ήχος που μπορείς να ξεχωρίσεις αν αφουγκραστείς προσεκτικά, είναι ο κτύπος της καρδιάς του εκτελεστή. Στη διαδικασία αυτή, ο τερματοφύλακας δεν ηττάται ποτέ. Αντιθέτως, η συντριπτικά αρνητική ανισορροπία μπορεί να τον μεταμορφώσει από φυσιολογικό θύμα των περιστάσεων σε αναπάντεχο ήρωα, τη στιγμή που το βάρος της αποτυχίας παρασιτεί επί της ψυχολογικής ακεραιότητας του αντιπάλου του. Κάτω από το φορτίο αυτό έχουν κατά καιρούς λυγίσει τα τεχνικότερα κουτουπιέ του αθλήματος, έχουν στιγματιστεί διαπαντός ομάδες με τη ρετσινιά της ηττοπάθειας.
ΤΙ ΜΑΣ ΘΥΜΙΣΕΣ: Χαρακτηριστικότερο το παράδειγμα της Εθνικής Αγγλίας, για την οποία η λήξη μιας ισόπαλης παράτασης ισοδυναμεί με τον πρόλογο ενός ακόμη μελοδράματος, με μόνα άγνωστα στοιχεία τα επί σφαγής θύματα των επερχόμενων πρωτοσέλιδων των ταμπλόιντ: 1990, και ένα σουτ του Chris Waddle στέλνει την μπάλα στη στρατόσφαιρα του Τορίνο και τη Γερμανία στον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Έξι χρόνια αργότερα το ίδιο έργο θα επαναληφθεί ελαφρώς διασκευασμένο, με ίδιο αντίπαλο, αντιήρωα τον Gareth Southgate και φόντο το εγχώριας παραγωγής Πανευρωπαϊκό Πρωτάθλημα. Στη φάση των 16 του Μουντιάλ του 1998, οι Paul Ince και David Batty θα προσθέσουν τα ποδόγραφά τους στο βιβλίο δόξας του Αργεντίνου τερματοφύλακα Carlos Roa. Και στον ημιτελικό του εθνικού μας Euro, θα δώσουν τα ρέστα τους απέναντι στους Πορτογάλους: Ο David Beckham θα αστοχήσει από τη βούλα στην κανονική διάρκεια του αγώνα (φωτο), θα ξαναστοχήσει στη διαδικασία των πέναλτι και με τη συμβολή του Darius Vassell στα δεύτερα φωνητικά, θα ερμηνεύσουν εκ νέου τον ύμνο της ποδοσφαιρικής τους σχολής: «Ιστορία μου αμαρτία μου, λάθος μου μεγάλο…» Μετά και το φετινό στραπάτσο ωστόσο, κάτι φαίνεται να αλλάζει: Η δισκογραφική του Robbie Williams αναζητά τον Ρασούλη για τα δικαιώματα του Υδροχόου, ώστε τουλάχιστον στην επόμενη Αγγλική εκστρατεία να μην ξεμείνει το Νησί από σουξέ: “Everything around changes, and everything remains the same…”
Με όση πίκρα ποτίστηκαν βέβαια οι Άγγλοι σε 5 διοργανώσεις, έκαναν αφρόλουτρο οι Ολλανδοί σε έναν μόλις αγώνα. Το 1 στα 6 εύστοχο πέναλτι στον ημιτελικό με την Ιταλία του Euro 2000, θυμίζει περισσότερο βαθμολογία αποστολής του Θου Βου, παρά στατιστικό έμπειρης ομάδας σε πρωτοκλασάτη διοργάνωση. Με τους νερατζούρι να αγωνίζονται με 10 παίκτες λόγω αποβολής του Zambrotta και τον αναπληρωματικό Gianluigi Buffon στα δοκάρια λόγω τραυματισμού του Toldo, ο δρόμος προς τον τελικό φάνταζε πλατύτερος από την Autobahn Στουτγκάρδης – Μονάχου. Και μετά ήρθε ο φόβος του εκτελεστή στο πέναλτι: Frank de Boer και Patrick Kluivert προλαβαίνουν να χάσουν δύο στο ενενηντάλεπτο, ενώ στη ρώσικη ρουλέτα οι Οράνιε αστοχούν άλλες τρεις φορές, με την τσαρουχιά του Jaap Stam (στο χειρότερο από αυτά) να κάνει την αντίστοιχη του Waddle το ’90 να μοιάζει με υπόδειγμα ακριβείας… (φωτο)
Τα παραδείγματα δεν εξαντλούνται εδώ και θα συνεχίσουν να πληθαίνουν όσο το ποδόσφαιρο γράφει ιστορία, συχνά καγχάζοντας σαδιστικά εις βάρος των διασημοτήτων του. Ξεχνά κανείς τη στραβοκλωτσιά του Baggio (φωτο) στον τελικό του 1994, της οποίας η δραματουργική δυναμική προώθησε ολόκληρη διαφημιστική καμπάνια; Τον αλησμόνητο προημιτελικό του 1986, όπου για ποδοσφαιριστές διαμετρήματος Ζίκο, Σόκρατες και Πλατινί (φωτο), η απεραντοσύνη των 11 μέτρων από την εστία έκανε την Δαντική πεζοπορία Κόλαση-Καθαρτήριο-Παράδεισος να μοιάζει με την απόσταση μπάνιο-κουζίνα σε γκαρσονιέρα; Δεν είναι άξιο απορίας λοιπόν, που η διαδικασία των πέναλτι γεννήθηκε το 1890 στο κεφάλι ενός Ιρλανδού τερματοφύλακα. Κάτι ήξερε…


Η Ρένα είναι οφσάιντ (1972) του Αλέκου Σακελλάριου. Ο Νίκος Γαλανός έχει μείνει στην ιστορία του Ελληνικού κινηματογράφου ως ο Λατινοαμερικάνος παίκτουρας που για τα μάτια της Ελίζα Βόζενμπεργκ αλλάζει ομάδες και μανάδες σαν τις επικαλαμίδες του. Μέγιστη μορφή στο πλάι του, ο παλαβιάρης μάνατζερ Βασίλης Τσιβιλίκας, ενορχηστρωτής της όλης σεναριακής παράνοιας που θα ξεκινήσει από την άδολη οργή μιας βιοπαλαίστριας: Η σφαλιάρα που σβουρίζει η Ρένα Βλαχοπούλου στον μορφονιό σταρ, είναι η εκδίκηση της μοδίστρας στην πρόκληση των χρηματικών ποσών που σπαταλώνται για ένα ζευγάρι πόδια. Ταυτόχρονα ωστόσο είναι και μία κίνηση την οποία θα ήθελαν να μιμηθούν χιλιάδες οπαδοί σε κάθε γωνιά της υφηλίου στις περιόδους των μεταγραφών, για εντελώς βέβαια διαφορετικούς λόγους. Ποθητοί καρπαζοεισπράκτορες, οι ποδοσφαιρικοί Ιούδες, οι προδότες της φανέλας, οι πουλημένοι, οι οσφυοκάμπτες της κονόμας. Ή αλλιώς, οι ψυχροί επαγγελματίες.
ΤΙ ΜΑΣ ΘΥΜΙΣΕΣ: Την κορυφή της λίστας των μετακινήσεων που συντάραξαν την ηρεμία του ποδοσφαιρικού πλανήτη προκαλώντας τη μήνιν των οπαδών, κατέχει και θα κατέχει για χρόνια η αρπαγή του αγαπημένου παιδιού της Βαρκελώνης Λουίς Φίγκο, από την αιώνια αντίπαλο Ρεάλ Μαδρίτης. Οι 22 δις δραχμές τις οποίες καταθέτει για τα πόδια του καλύτερου ποδοσφαιριστή της Primera Division ο Φλορεντίνο Πέρεθ, σπάνε τη ρήτρα αποδέσμευσης του Πορτογάλου άσου, που εν μία νυκτί μετατρέπεται από λαϊκό είδωλο σε pesetero (πεσετοφονιάς) για τους Καταλανούς.
Η μεταγραφή γίνεται πρωτοσέλιδο σε όλες τις εφημερίδες του κόσμου, μιας και πέρα από τις εμφυλιακές ιδιαιτερότητές της, είναι ταυτόχρονα και η ακριβότερη που έχει ζήσει ο ποδοσφαιρικός πλανήτης. Στη Βαρκελώνη σκίζονται κακήν κακώς οι διαφημιστικές αφίσες με την απεικόνιση του Ιούδα -όπως είναι το νέο τοπικό προσωνύμιο του παίκτη- από τους δρόμους, ο κόσμος βράζει από αγανάκτηση: Αυτός που λατρεύτηκε όσο λίγοι, από εκείνη τη θερμή 24η Ιουλίου του 2000 θα μετατραπεί σε persona non grata, γεγονός που θα επιβεβαιωθεί περίτρανα δύο χρόνια αργότερα. Το Μάρτη του 2002 στην πρώτη εμφάνιση του Φίγκο ως αντίπαλος της Μπαρτσελόνα μέσα στο Νου Καμπ, τα χαρτονομίσματα που κραδαίνονται από κάθε γωνιά των αχανών εξεδρών, φαντάζουν σαν ευγενική χορηγία για την πληρωμή των ναύλων διάσχισης του ποταμού Αχέροντα. Εκατό χιλιάδες παρατηρητές του ταξιδιού αυτού, εξαντλούν όλους τους πιθανούς υβρεολογικούς συνδυασμούς εις βάρος του, ενώ κάθε φορά που ακουμπά τη μπάλα, ο θόρυβος από τα σφυρίγματα είναι πιο εκκωφαντικός από αυτόν της απογείωσης ενός Boeing 747 – όπως υποστήριξαν οι επιστημονικές μετρήσεις που είδαν το Ισπανικό φως της δημοσιότητας τις επόμενες μέρες. Η πρωτοτυπία των Καταλανών θα ξεπεράσει κάθε φαντασία στις εκτελέσεις κόρνερ. Με το εκπεσών είδωλο σε απόσταση λίγων βημάτων, τα αντικείμενα που εκτοξεύονται θα μπορούσαν να αποτελέσουν εκθέματα στις προθήκες κάθε σουρεαλιστικής έκθεσης τέχνης: Τα συνήθη κέρματα και τους αναπτήρες, συνοδεύουν κροτίδες, κινητά τηλέφωνα, μπουκάλια ουίσκι, ακόμη και μια βαλσαμωμένη γουρουνοκεφαλή (φωτο)… Όμως και μέσα στην ίδια του την πατρίδα, ο Φίγκο δεν θα μπορέσει να βρει την ηρεμία του. Στο 85ο λεπτό του τελικού του Euro 2004 στη Λισαβώνα και ενώ η ομάδα του πασχίζει να ισοφαρίσει το γκολ του Χαριστέα, ένας 30χρονος Καταλανός, ο πασίγνωστος Jimmy Jump, εισβάλλει στον αγωνιστικό χώρο και του φορμάρει μια σημαία της Μπαρτσελόνα στο πρόσωπο (φωτο)… Σκληρό το τίμημα όσων ξεχνούν ότι για κάποιους το ποδόσφαιρο εξακολουθεί να αποτελεί ένα ιδεολογικό, ρομαντικό αποκούμπι και ότι παρά την εποχή της εμπορευματοποίησης ο στίχος του ’86 θα αργήσει να πεθάνει. Τα έθνη ακόμα προσκυνούν σώβρακα και φανέλες…


The Match (1999) του Mick Davis. Ένα προαιώνιο ποδοσφαιρικό στοίχημα πρόκειται να καθορίσει την τύχη δύο γειτονικών μπαρ σε μια κωμόπολη της Σκωτίας. Οι ηττημένοι του αγώνα μεταξύ των υπαλλήλων τους θα αναγκαστούν να δουν το αγαπημένο τους στέκι να κλείνει, τις δουλειές τους να χάνονται, το μέλλον τους να αιωρείται στην αβεβαιότητα. Είναι από τα παιχνίδια που η συγγραφική αδεία των αθλητικογράφων θα χαρακτήριζε «ζωής ή θανάτου», έστω κι αν ο Davis το καμουφλάρει με μπόλικες στρώσεις ρομάντζου και ένα cameo του Pierce Brosnan προς το κλείσιμο για να διευρύνει το αγοραστικό του κοινό.
ΤΙ ΜΑΣ ΘΥΜΙΣΕΣ: Τέτοιου είδους παρακάμψεις ωστόσο δεν χωρούσαν στο μυαλό των παικτών της Αργεντινής το 1978, όταν εισέρχονταν στον αγωνιστικό χώρο του κολοσσιαίου Μονουμεντάλ στο Μπουένος Άιρες για τον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου, με αντίπαλο το ολοκληρωτικό ποδόσφαιρο των Ιπτάμενων Ολλανδών. Έναν αγώνα, ζωής ή θανάτου. Η χούντα του στρατηγού Βιντέλα τους είχε γνωστοποιήσει τις επιταγές της μέσω του αντιστράτηγου Carlos Lacoste, υπεύθυνου της διοργάνωσης του Μουντιάλ: «Το έθνος χρειάζεται τη νίκη.
Σε περίπτωση που δεν την πετύχετε, θα υπάρχουν συνέπειες.» Πολύ περισσότερο ωστόσο από το αιματοκυλισμένο έθνος, η επιτυχία ήταν απαραίτητη για το ίδιο το καθεστώς, που δεν είχε διστάσει ούτε στιγμή να αναλάβει τη διοργάνωση ξοδεύοντας το ποσό ρεκόρ των 700 εκατομμυρίων δολαρίων. Ο Βιντέλα επένδυσε πολλά στη διπλωματική ισχύ του ποδοσφαίρου, μετατρέποντας το Μουντιάλ του ’78 στην πιο εξόφθαλμη αθλητικογενή πολιτική προπαγάνδα από την εποχή των ναζιστικών Ολυμπιακών Αγώνων του 1936. Σε απόσταση χιλίων μέτρων από το γήπεδο της Ρίβερ Πλέιτ, έστεκε το μεγαλύτερο κέντρο βασανιστηρίων της χώρας, όπου οι κρατούμενοι μπορούσαν να ακούν στην ίδια ένταση τις ιαχές των θεατών και τα βογκητά των συντρόφων τους που ξυλοκοπούνταν στα διπλανά κελιά. Σε μια εποχή ωστόσο που οι «αγνοούμενοι» πετούνταν από ελικόπτερα στον ποταμό Λα Πλάτα δεμένοι με βαρίδια, οι Αργεντινοί έστρεφαν το ενδιαφέρον τους στην εθνική ομάδα, δίνοντας στον Βιντέλα την ευκαιρία να διαφημίζει τις εικόνες ενός ξέγνοιαστου λαού στους διεθνείς ανταποκριτές. Όλα αυτά με την ένθερμη αρωγή της FIFA, η οποία πλην της διαιτητικής εύνοιας, παρείχε στους στρατηγούς και την ελευθερία να διαχειριστούν το παιχνίδι της διοργάνωσης υπό τους δικούς τους όρους. Στον κρίσιμο αγώνα της Αργεντινής με το Περού, ο Βιντέλα φρόντισε να τιμήσει με την παρουσία του τα αποδυτήρια των αντιπάλων, συνοδευόμενος μάλιστα από τον πρώην Υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ Χένρι Κίσινγκερ, γνωστό υποστηρικτή των Λατινοαμερικάνικων δικτατοριών… Μέσα σε αυτό το κλίμα ποδοσφαιρικού παραλογισμού και πολιτικών ιδιαιτεροτήτων διεξήχθη ο τελικός της 25ης Ιουνίου μπροστά σε ένα αλλόφρον κοινό, το οποίο βιώνοντας το Μουντιάλ ως έναν αντιπερισπασμό από την σκληρή καθημερινότητα, εναπόθετε με τη σειρά του τις προσδοκίες του επάνω στους ώμους των παικτών. Με το σκορ στο 1-1 και το παιχνίδι στις καθυστερήσεις, μία γιόμα του Arie Haan βρίσκει τον ξεμαρκάριστο στην περιοχή των Αργεντινών Rensenbrink, ο οποίος τσιμπάει την μπάλα που παίρνει τροχιά προς τα ανυπεράσπιστα δίχτυα (φωτο). Σχεδόν 30 χρόνια μετά, ο πρώην παίκτης της Αργεντινής Luque θυμάται: «Αισθάνθηκα τη σιωπή του κόσμου. Όλων οι καρδιές σταμάτησαν.» Το δοκάρι θα στερήσει το τρόπαιο από τους Ολλανδούς, το πλήθος εισπνέει βαθιά. Στην παράταση οι Αργεντινοί θα σκοράρουν δύο φορές, χαρίζοντας στην πατρίδα τους το πρώτο της Παγκόσμιο Κύπελλο. Μέσα σε δευτερόλεπτα η χώρα τυλίγεται στη φρενίτιδα ενός απέραντου πανηγυριού, με το καθεστώς να αναστέλλει την απαγόρευση των δημόσιων συγκεντρώσεων. Στην ιστορία του ποδοσφαίρου θα μείνει ως το Μουντιάλ των μεγάλων αντιπαραθέσεων, της αμφισβήτησης και της ντροπής. Μιας ντροπής που βαραίνει πολύ περισσότερο τους διοικούντες του παιχνιδιού, που δια στόματος του προέδρου τους Ζοάο Χαβελάνζε διατυμπάνιζαν αναίσχυντα πως «Τώρα πια ο κόσμος είδε το πραγματικό πρόσωπο της Αργεντινής…» Απ’ όλα αυτά, εμείς προτιμούμε να αφήσουμε χαραγμένη στη μνήμη μας την εικόνα του χωρίς χέρια οπαδού, που προσπαθεί να αγκαλιάσει τους Fillol και Tarantini μετά το τέλος της αναμέτρησης (φωτο). El abrazo del alma, όπως την ονόμασαν οι Αργεντίνοι. Η αγκαλιά της ψυχής



Για το τέλος κρατήσαμε κάποιες «κινηματογραφικές» απόπειρες με υστερόγραφο το ποδόσφαιρο και κεντρικό θέμα την τρέλα που κουβαλάει την περίοδο των γυρισμάτων ο εκάστοτε σκηνοθέτης ή σεναριογράφος. Στο Shaolin Soccer (2001) οι παίκτες εξασκούν τα ανατολίτικα σπαγκάτα τους επάνω στη μπάλα, σκοράροντας με κάθε πιθανή και απίθανη πιρουέτα, πετώντας ταυτόχρονα στα 10.000 πόδια σαν το Κονκόρντ-Απειλή στον Αέρα. Στο There’s Only One Jimmy Grimble (2000) ένας πιτσιρικάς μετατρέπεται σε ποδοσφαιρικό φαινόμενο φορώντας ένα μαγικό ζευγάρι παπούτσια, θυμίζοντας το μπασκετικό ανάλογο του Like Mike καθώς και κάτι από ένα αντίστοιχης θεματικής κόμικ του περιοδικού Γκολ που κυκλοφορούσε στις αρχές της δεκαετίας του ’90. Και αν νομίζατε ότι οι σκύλοι δεν κατέχουν το τόπι, μπορείτε να τσεκάρετε το Soccer Dog (1999) ή το γαλλικό Didier (1997) για να πειστείτε για το αντίθετο…

Δεν ήταν τυχαία η επιλογή αυτής της κατηγορίας ταινιών για το κλείσιμο του αφιερώματος. Η παρουσίαση διαφόρων ιστοριών μέσα από τα τρία μέρη του, ίσως να έδωσαν την εντύπωση πως το ποδόσφαιρο είναι μια πολύ σοβαρή υπόθεση. Και έτσι είναι. Αν μπορείς να γελάσεις μαζί του, να διασκεδάσεις, να εκτιμήσεις την υγρασία των ματιών σου την ώρα που σου κλείνει πονηρά το μάτι, το ποδόσφαιρο γίνεται το σημαντικότερο δώρο που θα κερδίσεις ποτέ. Αν όχι, μεταμορφώνεται σε κατάρα. Ζαρώνει, για να χωρέσει την απεραντοσύνη του στην περιορισμένη χωρητικότητα του πεδίου ανεκτικότητάς σου. Και από εκεί, θα σε στοιχειώνει μια ζωή. Επιλογή σου είναι αν θα το απελευθερώσεις.

[σχόλια και παράπονα δεκτά στο vrettosliapis@yahoo.gr]


ΥΓ: Τα κείμενα αυτά είναι αφιερωμένα σε δυο κλειστά ακόμη ματάκια, που όταν κάποια στιγμή ανοίξουν και πλατύνουν ανάμεσα στα φτερά των τσινόρων τους και τα διαβάσουν, ελπίζω να αντιληφθούν πως αποτελεί χάρισμα το να είναι κανείς οπαδός: Της ζωής. Αυτή θα είναι η αμοιβή μου…





 
 
Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια. Στείλτε το πρώτο!

Αυτή τη στιγμή δεν είστε συνδεδεμένος. Συνδεθείτε ή κάντε εγγραφή για να σχολιάσετε.