Στα πλαίσια του 46ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, είχαμε την ευκαιρία να συζητήσουμε με τη δημιουργό της Λιούμπη που διαγωνίζεται στα Κρατικά Βραβεία και που θα δούμε και σε κανονική διανομή στις αίθουσες, φέτος την άνοιξη. Η κυρία Γιούργου μας μίλησε για τη Λιούμπη, τους μετανάστες και τα κοινωνικά προβλήματα, ενώ είχε και μια συμβουλή να μας δώσει. Να αντισταθούμε. Η ίδια, αντιστέκεται στην απαξίωση του ελληνικού σινεμά και στην τάση να γυρίζονται ταινίες «ψυχοψαχτικού» περιεχομένου, παραμένοντας πιστή στο λαϊκό κοινωνικό σινεμά που θέλει να υπηρετήσει.
Συγχαρητήρια για την ταινία σας. Η Λιούμπη, μου θύμισε λίγο τη Γαμήλια Νάρκη του Δημήτρη Ινδαρέ. Η ταινία σας όμως ήταν πιο απαισιόδοξη.
Λ.Γ.: Ναι, ήταν λίγο στην κωμωδία αυτή (σ.σ. του Ινδαρέ). Έκανε ένα άλλου είδους κοινωνικό σχόλιο και ήταν περισσότερο μια κωμωδία καταστάσεων. Είναι το θέμα μιας γυναίκας που εισβάλλει σ’ ένα σπίτι, το οποίο ήδη έχει πρόβλημα. Η δική μου ταινία είναι δραματική. Έχουμε καταστάσεις πολύ έντονες. Έχεις μια κοπέλα η οποία θέλει να γεννήσει και δεν τα καταφέρνει και έρχεται μια ρωσίδα η οποία μένει έγκυος, κάνει έκτρωση κλπ. Εδώ είναι η είσοδος του ξένου σε ένα σπίτι πράγμα που αναδεικνύει... Είναι ο καθρέφτης της οικογένειας δηλαδή η Λιούμπη. Τότε βλέπουμε τα προβλήματα που υπάρχουν σ’ αυτό το σπίτι. Βλέπουμε την έλλειψη αγάπης. Δεν αγαπάει κανείς κανέναν εκεί. Προσποιούνται και υπάρχει μια ανθρωποφαγία.
Πώς και ασχολείστε με τους μετανάστες;
Λ.Γ.: Είναι ένα τεράστιο θέμα αυτό, Γιάννη. Είναι ένα τεράστιο θέμα γιατί μετά την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού, όλος αυτός ο κόσμος, ξεχύθηκε για να βρει την τύχη του κάπου αλλού. Και είδαμε ένα θλιβερό θέαμα. Όλα αυτά τα κορίτσια, χιλιάδες γυναίκες, που ήρθαν σαν υπηρέτριες ή χειρότερα έγιναν πόρνες, ξεχυθήκανε στον κόσμο, για να βγάλουν ένα μεροκάματο. Η Λιούμπη βγάζει το πιο αξιοπρεπές μεροκάματο. Είναι ένα πράγμα που εμένα με έχει πληγώσει. Δηλαδή δεν περίμενα αυτή την έκπτωση. Δεν ήθελα να δείξω τα χειρότερα, δεν ήθελα να δείξω πτώματα, ήθελα να δείξω αυτή την έλλειψη αγάπης στην ελληνική οικογένεια, που έχει χάσει τον εαυτό της... Το θέμα της αγάπης κυρίως, δεν υπάρχει αγάπη...
Διάβασα στο «Πρώτο Πλάνο» ότι θέλετε να κάνετε «σινεμά λαϊκό». Τι ακριβώς σημαίνει αυτός ο όρος;
Λ.Γ.: Αναγνώριση. Πιστεύω ότι είναι μια μαζική τέχνη ο κινηματογράφος κι επειδή για να την κάνεις θέλεις και πάρα πολλά λεφτά, δεν θα κάνω υποχωρήσεις για να αρέσω σε ένα κοινό ελαφριά, αλλά θα ψάξω να βρω ένα τρόπο για να μπορέσει το κοινό να παρακολουθήσει την ταινία και να μπει μέσα και να δει μια ιστορία.
Σ’ αυτό το Φεστιβάλ είδαμε και άλλες δυο ταινίες που ασχολούνται με τους μετανάστες: Τον Όμηρο και τη Γλυκιά Μνήμη. Αυτές όμως παρουσιάζουν πιο σκληρές καταστάσεις.
Λ.Γ.: Η ταινία του Κατζουράκη είναι κάτι άλλο. Είναι το θέμα των ανθρώπων που είναι τα διδάγματα κι αν θέλεις, οι πηγές του παρελθόντος όσον αφορά τον εμφύλιο. Είναι καθαρό το θέμα. Είναι ένας πατέρας, έχει και μια κόρη κι ένας γιος ο οποίος πεθαίνει από ναρκωτικά αλλά δεν είναι αυτό το θέμα. Χρεώνει ευθύνες στον πατέρα για τον εμφύλιο και μετά μπαίνουν κι άλλοι άνθρωποι στη μέση. Είναι οι άνθρωποι που σφαγμένοι από τον κόσμο, δεν έχουνε πατρίδα. Δηλαδή έχει αυτό, την εξορία. Δεν είναι το ίδιο θέμα. Είναι μια ιστορία καταστάσεων μέσα σ’ ένα σπίτι που έχεις και λίγο πιο θεατρική προσέγγιση.
Τελικά το μεγαλύτερο πρόβλημα στην ταινία σας ποιος το έχει; Η Λιούμπη ή ο Δημήτρης και η ελληνική οικογένεια;
Λ.Γ.: Πολύ καλή ερώτηση και μου την έχουν ξανακάνει. Εγώ πιστεύω ότι το θύμα δεν είναι η Ρωσίδα. Η Ρωσίδα είναι μια χαρά. Παίρνει το παιδί της για να επιστρέψει και να φύγει. Οι άλλοι που νομίζουνε ότι είναι στην από πάνω είναι τα θύματα. Γιατί έχουνε ένα κοινωνικό μοντέλο τέτοιο που νομίζουνε ότι αυτό θα τους πάει κάπου και θα τους αναδείξει. Γι’ αυτούς το χρήμα είναι η υπέρτατη αξία. Αυτοί είναι τα θύματα. Αυτοί θα κλάψουν πικρά κάποια στιγμή. Η Ρωσίδα θα γεννήσει το παιδί της, θα το μεγαλώσει, θα ζήσει.
Η Ευγενία Καπλάν ήταν εκπληκτική στο ρόλο της Λιούμπη. Πού την ανακαλύψατε;
Λ.Γ.: Εγώ ήθελα να βρω έναν άνθρωπο, ο οποίος να έχει ένα καθαρό, εύθραυστο βλέμμα και να έχει αυτή την καθαρότητα κι αυτή την αθωότητα και να έχει και μια αφέλεια να παραδίνεται σ’ αυτό το πράγμα, σ’ αυτό τον έρωτα. Και λέω, πρέπει να βρω καταρχήν αυτό κι από κει κι ύστερα βλέπουμε. Βέβαια, το κορίτσι αυτό έχει μεγάλη συγκίνηση μέσα της. Έχει μια συγκέντρωση, δούλεψε, δουλέψαμε, συνεργαστήκαμε δηλαδή και αυτά τα στοιχεία εγώ τα ανέδειξα. Η Ευγενία 19 χρονών μοντέλο ήτανε κι είχε μέσα της αυτή τη συγκίνηση που κι εγώ δεν έχω καταλάβει από πού προήλθε. Εξαιρετικά εύθραυστη, έκλαιγε πολύ εύκολα και είχα μια συγκίνηση. Αυτό το ξέρει η ψυχή της. Εγώ ήθελα να έχει και μια οικονομία και τα ωραία στοιχεία της να τα αναδείξω και νομίζω πως εκεί τα κατάφερα. Και στον Καναδά που είχα πάει στο Φεστιβάλ, τρελαθήκανε. Περιμένανε έξω απ’ την αίθουσα, της ζητούσαν αυτόγραφο, τη ρωτούσανε σε ποια ταινία έχει ξαναπαίξει, πότε θα ξανακάνει... Νομίζανε ότι ήταν καμιά τελειόφοιτη, καμιά ηθοποιός γνωστή.
Κι εδώ άρεσε η ταινία σας. Στα Βραβεία Κοινού πήρε σχεδόν 4 στα 5 (3,921).
Λ.Γ.: Ναι και μάλιστα παίχτηκε και μια μέρα που δεν είχε και κίνηση. Δηλαδή παίχτηκε την πρώτη μέρα που δεν είχε. Τώρα έχει κόσμο.
Το μέλλον του ελληνικού σινεμά πώς το βλέπετε;
Λ.Γ.: Το μέλλον του ελληνικού σινεμά είναι λίγο ζόρικο. Από παντού βάλλεται. Δεν υπάρχει χρήμα για να γίνουν ταινίες και οι πάντες το αντιμετωπίζουν απαξιωτικά. Δεν το συζητούν. Εμένα μου έκανε εντύπωση ότι στην πρώτη μου ταινία, που είχε αρκετές ατέλειες, την είδαν και ασχολήθηκαν, έγραψαν θετικές ή αρνητικές κριτικές. Στη δεύτερη ταινία, δεν της δώσανε μεγάλη σημασία. Κι αυτή τη φορά, δεν βλέπω να ασχολούνται καθόλου. Δηλαδή, όσο πάει, απαξιούν, δεν την αντιμετωπίζουνε. Εγώ τώρα δε θα μπω στη διαδικασία να σκεφτώ αν υπάρχει σχέδιο αλλά αυτό το πράγμα δεν το έχω ξαναδεί. Κάνουν σαν να μην πρέπει να υπάρχει. Δηλαδή δεν μπορείς, ειδικά για ταινίες μεγάλης παραγωγής, με πολλά λεφτά, να γράφεις τέτοια πράγματα. Πώς να πάει μετά ο κόσμος να τη δει. Και καλά εγώ με τα 200.000 ευρώ αλλά τι κάνουν αυτοί με τα 1.200.000 ευρώ; Είναι χρήματα. Είναι ένα πολύ μεγάλο ζήτημα αυτό. Παίρνει διαστάσεις χολέρας. Δεν έχει που δεν έχει χρήματα ο κόσμος να πάει σινεμά, αν γράφεις κι αυτά τα πράγματα...
Από το επόμενο Φεστιβάλ οι ελληνικές ταινίες θα μπουν μάλλον σε διαγωνιστικό πρόγραμμα...
Λ.Γ.: Ε, ναι, δεν μπορεί να ψηφίζουν τώρα 50 άτομα. Θα ψηφίζουν εκείνη την ώρα, να βλέπουν και τις αντιδράσεις από το κοινό και να σου πω και κάτι; Αν αρέσει στο κοινό μια ταινία που μπορεί εγώ να μην τη θεωρώ τόσο καλή, τι να κάνουμε. Στον κόσμο αυτή αρέσει. Δηλαδή πρέπει να ακολουθούμε τον κόσμο.
Ετοιμάζετε κάτι τώρα;
Λ.Γ.: Επειδή κάνω και θέατρο, τώρα κάνω ένα θεατρικό που θα είναι διασκευή από αμερικάνικο μυθιστόρημα, το οποίο μου άρεσε πάρα πολύ. Και μετά ετοιμάζω μια άλλη ταινία αλλά θέλω και λίγο χρόνο να το σκεφτώ, για να δω τι γίνεται. Δηλαδή, έτοιμα σενάρια έχω, το συρτάρι μου είναι γεμάτο σενάρια, δεν έχω πρόβλημα εκεί. Είχα σκεφτεί να κάνω πάλι μια ταινία χαμηλού budget αλλά πρέπει να ‘χεις και κάποιο λόγο, να πεις κάποια πράγματα, δεν είναι εύκολο να λες «τώρα θα κάνω την επόμενη δουλειά μου». Πρέπει να δούμε πού θα το πάμε. Πρέπει να με πάει κάπου αυτή η δουλειά.
Δηλαδή δεν γυρίζετε ταινίες όταν νοιώθετε την ανάγκη...
Λ.Γ.: Όχι, δεν έχω ανάγκη να γυρίσω καμιά ταινία. Εγώ θέλω να πω κάποια πράγματα, να κάνω ένα κοινωνικό σχόλιο. Λαϊκές κοινωνικές ταινίες κάνω. Δεν θα ασχοληθώ με τα υπαρξιακά μου ζητήματα, που δεν είναι και πολλά, δεν θα ασχοληθώ με τα «ψυχοψαχτικά» μου, να στο πω κι έτσι. Δεν με απασχολούν αυτά. Γιατί ο κόσμος εδώ βράζει, μέσα σε αυτή τη δεκαετία θα γίνει ο χαμός στον κόσμο με όλα τα κοινωνικά προβλήματα που υπάρχουν, θα δούμε δηλαδή ανεξέλεγκτα πράγματα.
Όπως στη Γαλλία;
Λ.Γ.: Το συζητάμε δηλαδή; Σ’ αυτή τη δεκαετία θα δούμε πράγματα και νομίζω ότι το σινεμά, λίγο ή πολύ, πρέπει να ακολουθεί, να ασχολείται με αυτά τα θέματα, τα κοινωνικά.
Ευχαριστώ πολύ.
Λ.Γ.: Κι εγώ ευχαριστώ, χάρηκα που τα είπαμε και θέλω να σου πω να έχεις τη διάθεση να αντιστέκεσαι.
|