• ΕΠΙ ΤΟΥ ΠΙΕΣΤΗΡΙΟΥ...

  • Αριθμός ταινιών: 22307
  • Αριθμός συν/τών: 759912
  • Πρόγραμμα 300 Κινηματογράφων και 18 τηλεοπτικών σταθμών
Αφιερωμα


Σάβ 13 Σεπ 2003

Η μετασεπτεμβριανή Νέα Υόρκη στις Νύχτες Πρεμιέρας


Justice, The Sightseer, Live from Shiva Dance Floor



Το τόσο τρομακτικό γεγονός της 11.9.01, η με αναπάντεχα κινηματογραφικό τρόπο θανάτωση χιλιάδων ανυποψίαστων ζωών, έχει τις λίγο πολύ γνωστές συνέπειες: δύο πόλεμοι (Αφγανιστάν, Ιράκ), πολύς φόβος για την ασφάλεια των Η.Π.Α. στο ίδιο το έδαφός τους, πρόταξη της ασφάλειας εις βάρος κάποιων άλλων δικαιωμάτων (της ελευθερίας, όπως σχηματικά λέγεται), λόγος κατά της διεθνούς «τρομοκρατίας».

Πώς όμως το γεγονός επηρέασε τους Αμερικανούς κινηματογραφιστές; Συνολική απάντηση δεν είμαστε σε θέση να δώσουμε, γιατί δεν είναι δυνατόν να έχουμε δει όλες τις σχετικές ταινίες. Από τη μνήμη μας βέβαια δε έχει σβήσει ο διάλογος δύο από τους βασικούς ήρωες της «25ης Ώρας» με φόντο το Ground zero. Με αφορμή πάντως τις Νύχτες Πρεμιέρας, το κινηματογραφικό φεστιβάλ της Αθήνας το Σεπτέμβριο του 2003, μας δόθηκε η ευκαιρία να παρακολουθήσουμε τρεις από αυτές (δύο μεγάλου μήκους και μία μικρού).

Justice


Ο Erik Palladino υποδύεται το Ντρου, δημιουργό κόμικς που δουλεύει στη Νέα Υόρκη και κατάγεται από εκεί. Έχασε ένα φίλο του στις 11.09.01 (η δράση τοποθετείται περίπου 11 μήνες μετά) και θέλει να δημιουργήσει ένα νέο ήρωα, πιο καθημερινό από τους σούπερ ήρωες των κόμικς, για να τιμήσει τη μνήμη του φίλου του και να αναδείξει την ηρωική πλευρά της καθημερινής ζωής στην πόλη. Τον ήρωα τον ονομάζει Justice (δικαιοσύνη) και εμπνέεται από τον Τρε (Michael Jai White) ένα μαύρο δάσκαλο σχολείου, με τον οποίο παίζουν μπάσκετ στην ίδια γειτονιά. Την ίδια στιγμή του «κολλάει» μία όχι αδιάφορη νεαρή δημοσιογράφος του Village Voice, η Τζούλια (Marisa Ryan). Παράλληλα, παρακολουθούμε τη Daphne Rubin Vega να υποδύεται τη Ρομπέρτα, κοινωνική λειτουργό καταγόμενη από το Πουέρτο Ρίκο και τον Ινδό Μοχάμεντ (Ajay Naidu) που έχει καντίνα και πουλάει καφέδες. Η Ρομπέρτα καταφέρνει να αυξηθούν οι δημοτικές δαπάνες για τους κοινωνικά αδύναμους της πόλης, παρά τους αρχικούς αντίθετους οιωνούς, ενώ ο Μοχάμεντ απολαμβάνει τη νέα του ζωή στη Νέα Υόρκη (μόνο έξι μήνες newcomer!) μονολογώντας για το πόσο ίσος είναι με έναν executive Wasp που αγοράζει καφέ κάθε πρωί από την καντίνα του...

Το να αναδεικνύονται οι «αμερικανικές αξίες» και το αντίστοιχο «όνειρο» στις αμερικανικές ταινίες δεν είναι ούτε κακό ούτε καλό, διότι κάποιοι από εμάς δε συμφωνούμε με αυτές (τις αξίες), αλλά κάποιοι άλλοι αντιθέτως εμπνέονται κιόλας. Μια ταινία που στηρίζεται όμως μόνο στην εν λόγω ανάδειξη, είναι φτωχή και σχηματική. Τέτοια είναι και η ταινία Justice. Απλά κλισέ διάλογοι με τις διαμάχες μεταξύ ρεπουμπλικάνων και δημοκρατικών, η αδυναμία του Ντρου να δημιουργήσει έναν αληθινά γήινο ήρωα (πώς άλλωστε! Τα κόμικς είναι το ακριβώς αντίθετο, υπερηρωικά!), η παραδοχή ότι δικαιοσύνη δε σημαίνει εκδίκηση και για φινάλε το ξέσπασμά του ότι γρήγορα ξεχνάει ο κόσμος την απώλεια τόσων ζωών. Τότε θα παρηγορηθεί από την Τζούλια ότι κανείς δε λησμόνησε, πρέπει όμως να «πάμε μπροστά» (go on). Ε, συγχωρήστε μου την ειρωνεία, ο σκηνοθέτης Evan Oppenheimer ας έγραφε μια επιστολή με τις δυο αυτές σκέψεις του σε μια τοπική εφημερίδα, δε χρειαζόταν τόση ώρα για τόσα λίγα πράγματα…

The Sightseer - Ο Περιηγητής


Σε παγκόσμια πρεμιέρα είδαμε και τον Περιηγητή, με σκηνοθέτη τον ελληνικής καταγωγής Michel Negroponte και συσεναριογράφο του τον Nick Pappas. Ο Λίο (Τζόελ Ρουκς) είναι συνταξιούχος καθηγητής Ιστορίας και ζει με τη σύζυγό του (Λιν Κόεν) στη Νέα Υόρκη. Εκείνη του ανακοινώνει ότι θα πάρουν διαζύγιο και εκείνος αρχίζει να μας αφηγείται γεγονότα της οικογενειακής τους ζωής ανάκατα με ιστορικά γεγονότα που σημάδεψαν την ιστορία των Η.Π.Α. (σκάνδαλο Watergate, παραίτηση Νίξον) αλλά και της ίδιας της πόλης τους. Βασικός άξονας της αφήγησης είναι οι τύψεις του για το πώς είχε συμπεριφερθεί στην κόρη τους, που ήταν παιδί με ειδικές ανάγκες και πόσο την είχε παραμελήσει.

Τσιτάτα φιλοσόφων και πολλές ντοκυμαντερίστικες εικόνες από την παλιά Νέα Υόρκη δεν αρκούν για να δημιουργηθεί δράση και συγκίνηση. Τα γεγονότα της πόλης για τα οποία γίνεται λόγος είναι σχεδόν ασήμαντα (ένα μπλακ άουτ το 1965, μια φωτιά το 1920, ένα μικρό αεροσκάφος που προσέκρουσε στο Empire State Building, η κατασκευή του προαναφερθέντος κτιρίου, η παρελάσεις των Ιρλανδών κλπ). Επίσης η αποστροφή ότι στη Νέα Υόρκη δε χρειάζεσαι παρά ένα μικρό διαμέρισμα (ενώ στις άλλες πολιτείες μεγαλύτερα σπίτια), διότι καθιστικό σου και κουζίνα σου είναι η ίδια η πόλη (με προεξάρχουσα την Times Square) προκαλούν τη θυμηδία, αν σκεφτεί κανείς τη φτώχεια και την εξαθλίωση σημαντικού αριθμού ανθρώπων (αστέγων και μη) που διαβιούν εκεί. Ο ίδιος ο Michel Negroponte μας μίλησε μετά το τέλος της προβολής και είπε ότι είναι περήφανος που είναι Νεοϋορκέζος, ενώ δε συμβαίνει πάντα το ίδιο όταν είναι απλά Αμερικανός. Ιδού λοιπόν και το τέλειο άλλοθι για την εξουσία των Η.Π.Α. (χωρίς να προσάπτουμε τη δημιουργία του άλλοθι αυτού στον ίδιο το Negroponte): η Νέα Υόρκη αμύνεται και όποιος αμύνεται είναι σχεδόν πάντοτε ικανός να συγκινεί, άρα δικαιούμαστε να είμαστε περήφανοι για την πόλη αυτή. Και το τονίζουμε ακριβώς τότε που οι Η.Π.Α. (κάτι … διαφορετικό δηλαδή) επιτίθενται ανελέητα.

Είναι αρκετά ενδιαφέρον να διαπιστώσει κανείς ότι το πλήγμα στη Νέα Υόρκη ωθεί τους συγκεκριμένους (και όχι μόνο) καλλιτέχνες σε ενδοσκόπηση και ίσως (θα τολμούσα να πω) επαρχιωτισμό. Μέχρι πρότινος στο ανεξάρτητο σινεμά κοινός τόπος ήταν η μοναξιά και το απρόσωπο της μεγαλούπολης, τώρα άξαφνα το ίδιο αστικό περιβάλλον συσπειρώνει τους πολίτες του και τους εμπνέει, χωρίς να εμβάλλεται κανένας προβληματισμός για το γιατί έγινε ό,τι έγινε. Τώρα ό,τι έγινε μας κλείνει στον εαυτό μας και η ίδια πόλη που πριν ήταν το φόντο μεγάλων blockbusters σαν μια τεράστια Disneyland (σκεφτείτε μόνο πόσα ξέρετε γι’ αυτήν, χωρίς καν να την έχετε επισκεφθεί), τώρα αποκτά λόγο ύπαρξης για να παρηγορεί όλους αυτούς που τη χρησιμοποιούν σαν προμαχώνα εφόρμησης και κατάκτησης (οικονομικής, πολιτικής και πολιτιστικής) της υφηλίου.

Για να γίνουμε και πάλι λίγο κυνικοί, τα συντρίμμια του Παγκόσμιου Κέντρου Εμπορίου δε βοήθησαν ιδιαίτερα την έμπνευση για την ανάπτυξη θεμάτων που έχουν να κάνουν με τα συντρίμμια των διαπροσωπικών σχέσεων.

Live From Shiva`s Dance Floor


O Richard Linklater σκηνοθετεί τον Timothy “Speed” Levitch σε μια μικρού μήκους ταινία-μανιφέστο για το πώς πρέπει να αξιοποιηθεί ο χώρος όπου πριν υπήρχαν οι δίδυμοι πύργοι. Με μια στάση λεπτά κριτική απέναντι στην οικονομική ζωή της μητρόπολης και την αγοραία νοοτροπία των κατοίκων της, ο “Speed” αμπελοφιλοσοφεί σαν γνήσιος αριστεροφέρνων Νεοϋορκέζος και προτείνει το πρώην Παγκόσμιο Κέντρο Εμπορίου να γίνει πάρκο με αμερικανικούς βίσωνες, είδος που είναι πια προστατευόμενο, αφού στο τσακ γλίτωσε την πλήρη εξαφάνιση από τις ορδές των Ευρωπαίων αποικιστών της βοριοαμερικανικής ηπείρου. Βλέπεται ευχάριστα και σαν ένα μικρό μάθημα ιστορίας της πόλης, πιο «ψαγμένο» από τα αντίστοιχα των δύο ανωτέρω ταινιών.


 
 
Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια. Στείλτε το πρώτο!

Αυτή τη στιγμή δεν είστε συνδεδεμένος. Συνδεθείτε ή κάντε εγγραφή για να σχολιάσετε.